The Novel Reader

Ποιοι μηχανισμοί ελέγχου αναπτύσσονται μέσα στην ψηφιακή σφαίρα και πώς η λογοτεχνική πράξη αποτελεί έναν από τους λίγους εναπομείναντες χώρους αντίστασης στη λογική της αλγοριθμικής υποκειμενικότητας. Κάποιες σκέψεις.

Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης

Κάπου ανάμεσα στις ψηφιακές ευκολίες, ελλοχεύει ένας μηχανισμός ελέγχου σχεδόν αόρατος. Είναι δύσκολο να αναγνωριστεί, επειδή έχει φορέσει το προσωπείο του θεραπευτή. Δεν επιβάλλει, δεν απαγορεύει, σίγουρα δεν καταστέλλει με τον παλιό, βίαιο τρόπο. Αντίθετα, στέκεται από πάνω μας για να φροντίσει, να συμβουλεύει, να προστατέψει, να ενθαρρύνει. Η διαφορά ανάμεσα σε αυτή τη μορφή διακυβέρνησης και στην κλασική αυταρχικότητα δεν είναι ποσοτική αλλά ποιοτική. Περισσότερο από τον βαθμό της βίας, το ζήτημα εντοπίζεται στον τρόπο που κατασκευάζεται η ταυτότητά μας. Η υποταγή έχει πλέον απολέσει τον εξαναγκαστικό της χαρακτήρα. Είναι μια εσωτερική διευθέτηση. Το άτομο συμμορφώνεται οικειοθελώς, θεωρώντας την πειθαρχία ως προϋπόθεση της ψυχικής του ευστάθειας.

Η ψηφιακή πειθαρχία και η τυραννία της ορατότητας

Σε αυτό το καθεστώς πατερναλιστικής φροντίδας, συμβαίνει κάτι οξύμωρο. Η διαφωνία παύει να είναι πολιτική θέση και μετατρέπεται σε κλινικό σύμπτωμα. Η αντίσταση βαφτίζεται «τοξικότητα», η αμφισβήτηση αντιμετωπίζεται ως παραβίαση των κανόνων «συμπερίληψης» και η κριτική σκέψη διαγιγνώσκεται ως αδυναμία προσαρμογής. Πλέον, ο στόχος μετατοπίζεται από το σώμα στη χειραγώγηση της συγκίνησης και στη μετατροπή του συναισθήματος σε ελεγχόμενο μέγεθος. Η επιτήρηση καθίσταται μια επιθυμητή κατάσταση «ενδιαφέροντος» και η συλλογική συμμόρφωση αναβαθμίζεται σε ηθική αρετή, κάτι που, αν το σκεφτεί κανείς, δεν είναι πάντα σίγουρος αν το αποδέχεται ή απλώς το έχει συνηθίσει.

Είναι μια εξουσία που δρα διαβρωτικά ακριβώς επειδή δεν αναγνωρίζεται ως εξουσία. Προσφέρει μια αποστειρωμένη ψευδαίσθηση ασφάλειας με αντάλλαγμα την ελευθερία του ρίσκου. Τα δικαιώματα μετατρέπονται σε προνόμια που παρέχονται υπό τον όρο της πλήρους υπακοής στους κυρίαρχους κανόνες της «ορθής σκέψης», ενώ ένας εκτεταμένος ιστός από μηχανισμούς διαχείρισης της ηθικής υποκαθιστά την κοινωνική πολιτική με προγράμματα «καθοδήγησης ευαισθησίας». Μερικές φορές μοιάζει σαν η κοινωνία να γέρνει προς μια ζώνη ελεγχόμενης ασφάλειας, όχι πάντα, αλλά όλο και πιο συχνά, όπου το ρίσκο της ενηλικίωσης θεωρείται σφάλμα συστήματος.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το άτομο αναδιαμορφώνεται ως ένας «αυτο-επιχειρηματίας» που διαχειρίζεται τον εαυτό του ως δημόσιο έργο. Μια διαρκή επίδειξη. Χωρίς παύση. Χωρίς ανάσα. Χωρίς τέλος.

Αυτή η νέα μορφή εξουσίας βρίσκει το ιδανικό της εργαστήριο στην ψηφιακή σφαίρα, εκεί όπου η τεχνολογία δεν αλλάζει απλώς τον τρόπο που επικοινωνούμε, αλλά μεταμορφώνει την ανθρώπινη παρουσία σε μια «ρευστή» ψηφιακή οντολογία. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το άτομο αναδιαμορφώνεται ως ένας «αυτο-επιχειρηματίας» που διαχειρίζεται τον εαυτό του ως δημόσιο έργο. Μια διαρκή επίδειξη. Χωρίς παύση. Χωρίς ανάσα. Χωρίς τέλος. Η οθόνη δεν καθρεφτίζει πλέον τον άνθρωπο. Τον καταπίνει, αφήνοντας πίσω μόνο μια ψηφιακή ηχώ που επαναλαμβάνεται μέχρι εξαντλήσεως. Η ταυτότητα θρυμματίζεται σε εικονοστοιχεία. Τα εικονοστοιχεία δεν έχουν δέρμα. Δεν έχουν θερμοκρασία. Είναι απλώς μια παράταξη από φωτεινές ψηφίδες που υποκρίνονται την ανθρώπινη παρουσία, ενώ την ίδια στιγμή την ακυρώνουν.

Σε αυτήν ακριβώς την αποσάρκωση εδράζεται η νέα πειθαρχία. Η ύπαρξη, απογυμνωμένη από βάρος και αντίσταση, μεταβάλλεται σε μια λεία επιφάνεια όπου η ορατότητα αναδεικνύεται πλέον σε κυρίαρχο νόμισμα. Η επιδίωξη αυτής της προβολής λειτουργεί πια αυτόματα, αποτελώντας έναν εσωτερικευμένο μηχανισμό που καταργεί την ανάγκη του εξωτερικού δεσμοφύλακα, καθώς ο χρήστης επιτηρεί τον εαυτό του μέσα από το βλέμμα των άλλων.

Η κοινωνικότητα παύει να είναι καρπός της σωματικής συνάντησης και μετατρέπεται σε μια επιβεβλημένη δημόσια έκθεση στα ψηφιακά δίκτυα (ή, τουλάχιστον, έτσι μοιάζει όταν κοιτάς για ώρα μια οθόνη χωρίς να έχεις μιλήσει σε κανέναν). Η βιωμένη εμπειρία απογυμνώνεται από το βάθος της και μετατρέπεται σε ένα καταναλώσιμο οπτικό γεγονός, μια παράταξη από άψυχες ψηφίδες που στερούνται ανάσας. Ζούμε την ψευδαίσθηση της οικειότητας χωρίς το ρίσκο της πραγματικής συναισθηματικής δέσμευσης, μέσα σε έναν επιταχυνόμενο κόσμο αποσπασματικών σχέσεων και συνθετικών προφίλ, έτοιμων προς αλγοριθμική επεξεργασία. Ο παλιός κοινός ορίζοντας κατακερματίζεται σε απομονωμένους ψηφιακούς θύλακες. Εκεί, ο παραδοσιακός δημόσιος χώρος θρυμματίζεται σε στεγανούς κόσμους και ο διάλογος αντικαθίσταται από τη διαρκή αντήχηση του ειδώλου μας.

Η «οικονομία της προσοχής»

Εδώ εδραιώνεται η «οικονομία της προσοχής», η οποία μετατρέπει τον άνθρωπο από υποκείμενο σε προϊόν και την επικοινωνία σε έναν αδυσώπητο ανταγωνισμό ορατότητας. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός παγκοσμιοποιημένου «σμήνους» χωρίς κέντρο, όπου η διαρκής εμπλοκή με την πλατφόρμα υποκαθιστά τη σκέψη. Τελικά, δεν χρησιμοποιούμε την ψηφιακή κοινωνικότητα ως εργαλείο. Μάλλον κατοικούμε εντός της, ή ακριβέστερα, εκείνη μας καταναλώνει, μετατρέποντας το τώρα μας σε πρώτα ύλη προς επεξεργασία. Αν η νεωτερικότητα είναι «ρευστή», τότε εμείς είμαστε οι ναυαγοί της, που αντί να πιαστούμε από το χέρι του διπλανού μας, προτιμάμε να βγάλουμε μια selfie την ώρα που βουλιάζουμε, μετατρέποντας την ίδια μας την εξαφάνιση σε θέαμα.

Το σώμα αποσύρεται από το πεδίο της εμπειρίας. Στην ψηφιακή συνθήκη, η ανθρώπινη επαφή αποστειρώνεται. Το σώμα, με όλες του τις ατέλειες, τις μυρωδιές, τις παύσεις και την απρόβλεπτη οργανικότητά του, θεωρείται πλέον «θόρυβος».

Αυτή η μετάβαση στην ψηφιακή οντολογία συνοδεύεται από μια αθόρυβη αλλά ολέθρια απώλεια. Μια απώλεια που δεν εμφανίζεται καθαρά, ούτε απότομα. Ωστόσο υπάρχει. Το σώμα αποσύρεται από το πεδίο της εμπειρίας. Στην ψηφιακή συνθήκη, η ανθρώπινη επαφή αποστειρώνεται. Το σώμα, με όλες του τις ατέλειες, τις μυρωδιές, τις παύσεις και την απρόβλεπτη οργανικότητά του, θεωρείται πλέον «θόρυβος». Ένα παράσιτο μέσα στην καθαρότητα της πληροφορίας που πρέπει να φιλτραριστεί. Η οθόνη αποτελεί ένα φίλτρο που κατακρατά τη σάρκα και επιτρέπει τη διέλευση μόνο στο σημαινόμενο, μετατρέποντας τον Άλλον από μια ζωντανή, αναπνέουσα παρουσία σε ένα άυλο είδωλο που καταναλώνεται με ένα scroll.

Η απώλεια του σώματος σημαίνει ταυτόχρονα και την απώλεια της αληθινής ευαλωτότητας. Όταν η επικοινωνία αποσωματώνεται, το ρίσκο της συνάντησης εκμηδενίζεται. Μπορούμε να αποσυνδεθούμε, να διαγράψουμε, να μπλοκάρουμε, να αποφύγουμε το βλέμμα που μας φέρνει σε δύσκολη θέση. Η «ψυχική ασφάλεια» που μας υπόσχεται το σύστημα είναι στην πραγματικότητα η ασφάλεια του κενού, ένας κόσμος χωρίς την τριβή της σωματικότητας, όπου η οικειότητα είναι εργαστηριακά κατασκευασμένη και η εγγύτητα μετριέται με τη ροή των δεδομένων. Γιατί, ας μην γελιόμαστε, κανένα scroll και καμία ψηφιακή επαφή δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ταραχή ή την ηδονή ενός σώματος που στέκεται απέναντί μας χωρίς το δίχτυ προστασίας μιας οθόνης. Χωρίς το σώμα, η γλώσσα χάνει το βάρος της, γίνεται πτητική και εργαλειακή, στερείται τον ιδρώτα και την αγωνία που την καθιστούν ανθρώπινη.

Το υποκείμενο γίνεται πλήρως διαφανές, πλήρως ταξινομήσιμο, ακριβώς επειδή δεν έχει πια το «βάρος» της φυσικής του παρουσίας για να προβάλει αντίσταση. Είμαστε πλέον υπάρξεις με υψηλή ανάλυση, αλλά χωρίς παλμό.

Κι έτσι, σχεδόν νομοτελειακά, καταλήγουμε να κατοικούμε σε μια κατάσταση διαρκούς «απουσίας», ακόμη και όταν είμαστε συνδεδεμένοι. Η αφή αντικαθίσταται από το κλικ, η ματιά από το like, και η σιωπή δύο ανθρώπων που κάθονται στον ίδιο χώρο γεμίζει από τον ψηφιακό βόμβο των ειδοποιήσεων. Αυτή η απομάκρυνση από τη σάρκα είναι το τελικό στάδιο της αλγοριθμικής επεξεργασίας. Ακόμη και η στάση του σώματος την ώρα της γραφής, με την πλάτη κυρτωμένη πάνω από το πληκτρολόγιο και το βλέμμα παγωμένο στην ακτινοβολία της οθόνης, μαρτυρά αυτή την υποταγή. Το υποκείμενο γίνεται πλήρως διαφανές, πλήρως ταξινομήσιμο, ακριβώς επειδή δεν έχει πια το «βάρος» της φυσικής του παρουσίας για να προβάλει αντίσταση. Είμαστε πλέον υπάρξεις με υψηλή ανάλυση, αλλά χωρίς παλμό.

Η λογοτεχνική πράξη ως χώρος αντίστασης

Μέσα σε αυτή τη «βελούδινη» δυστοπία της ψηφιακής αποξένωσης η λογοτεχνία γίνεται ένας διαρκής αντιπερισπασμός. Όταν η γλώσσα των social media στεγνώνει και μετατρέπεται σε αλγοριθμικό εργαλείο συμμόρφωσης, η λογοτεχνική πράξη εισβάλλει για να επιβάλει μια βίαιη επιβράδυνση. Απέναντι στην ταχύτητα που επιτάσσει το σύστημα -μια ταχύτητα που σκοτώνει τη σκέψη για χάρη της αντίδρασης- η ανάγνωση είναι η ρητή άρνηση να καταναλώσεις την πληροφορία «με μια ματιά». Είναι η διεκδίκηση ενός χρόνου που δεν παράγει κέρδος, ενός χρόνου που ανήκει αποκλειστικά στο αναγνωστικό υποκείμενο. Και αυτό από μόνο του είναι επαναστατικό.

Η λογοτεχνία είναι, εξ ορισμού, ασύμβατη με τη λογική της κυβερνητικότητας. Ενώ ο αλγόριθμος απαιτεί σαφήνεια, ετικέτες και κατηγοριοποιήσεις που διευκολύνουν την επεξεργασία μας ως δεδομένα, η μεγάλη λογοτεχνία θριαμβεύει στην αμφισημία και στο πολύσημο. Είναι ο χώρος όπου τα πάντα ανακαλύπτονται ανοιχτά σε ερμηνείες, εκεί όπου το «ίσως» έχει μεγαλύτερο βάρος από το «ναι» ή το «όχι». Αυτή η νοηματική πυκνότητα αποτελεί την άμυνά μας απέναντι στην αναγωγή της εμπειρίας σε μετρήσιμα μεγέθη. Το μυθιστόρημα ή το ποίημα απεκδύονται τον ρόλο του φορέα πληροφοριών για να δημιουργήσουν ένα συναισθηματικό γεγονός που παραμένει αδύνατον να αναπαραχθεί, να ταξινομηθεί ή να πουληθεί.

Η λογοτεχνική γλώσσα επαναφέρει το σώμα που χάθηκε. Έχει ιδρώτα. Έχει παύσεις. Έχει ασυνέπεια. Είναι μια γλώσσα που αιμορραγεί.

Εκεί που η εξουσία της φροντίδας προσφέρει την αποστειρωμένη ασφάλεια της ορθής σκέψης, η λογοτεχνία φέρνει την πραγματική ετερότητα. Στο ψηφιακό προφίλ βλέπουμε μια επιμελημένη κατασκευή. Στη λογοτεχνία βλέπουμε τη «βρωμιά», την αμφιβολία και το σκοτάδι του Άλλου. Η λογοτεχνική γλώσσα επαναφέρει το σώμα που χάθηκε. Έχει ιδρώτα. Έχει παύσεις. Έχει ασυνέπεια. Είναι μια γλώσσα που αιμορραγεί. Εδώ. Στις λευκές γραμμές. Στο κενό ανάμεσα στις λέξεις. Εκεί που η σκέψη σταματά γιατί το σώμα δεν αντέχει άλλη ανάλυση. Εκεί που η σιωπή γίνεται επικίνδυνη. Είναι μια γλώσσα που σε αναγκάζει να κατοικήσεις μέσα στο δέρμα κάποιου που δεν σου μοιάζει, χωρίς τη δυνατότητα να κάνεις scroll. Αυτή η αναγκαστική ετεροπάθεια είναι το αντίδοτο στις ψηφιακές μικρο-σφαίρες που μας επιστρέφουν διαρκώς το είδωλό μας. Είναι η στιγμή που το «εγώ» σπάει για να χωρέσει τον κόσμο.

Φυσικά, ούτε η λογοτεχνία παραμένει στεγανή. Η αγορά του βιβλίου, οι λίστες των μπεστ σέλερ και η ψηφιακή αναπαραγωγή των «τάσεων» επιχειρούν ήδη να την απορροφήσουν. Ωστόσο, υπάρχει ένας πυρήνας που διαφεύγει της αφομοίωσης: η ίδια η πράξη της ανάγνωσης. Μια διαδικασία μοναχική, βραδυφλεγής και, κυρίως, απαλλαγμένη από την ανάγκη ενός κοινού.

Όχι δεδομένο, αλλά αίνιγμα

Μήπως, τελικά, η εμμονή μας με την «ασφάλεια» και την «ψυχική ηρεμία» που μας υπόσχεται η ψηφιακή και πολιτική εξουσία είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της τέχνης; Η τέχνη, από τη φύση της, οφείλει να είναι επικίνδυνη, αβέβαιη και ενοχλητική. Στο μεταίχμιο της πολιτικής διαχείρισης της συμπεριφοράς και της αλγοριθμικής υποκειμενικότητας, η λογοτεχνική πράξη αποτελεί έναν από τους σπάνιους πλέον χώρους με εσωτερική, μη εμπορεύσιμη λογική. Είναι ο τρόπος μας να πούμε στο σύστημα ελέγχου: «Δεν είμαι δεδομένο, είμαι αίνιγμα».

Η πολιτική πρόκληση σήμερα δεν είναι η ρομαντική επιστροφή σε μια προ-ψηφιακή Εδέμ -αυτή έχει πεθάνει προ πολλού- αλλά η κριτική κατοίκηση της παρούσας συνθήκης. Το να υπάρχουμε εντός της ψηφιακής πραγματικότητας χωρίς να αναλωνόμαστε σε αυτήν.

Οι αλγόριθμοι μισούν το αίνιγμα. Μισούν την ασάφεια, το ανείπωτο, αυτό που δεν μπορεί να μετατραπεί σε hashtag ή να κατηγοριοποιηθεί σε ένα προφίλ καταναλωτή. Η λογοτεχνία όμως θριαμβεύει ακριβώς εκεί. Είναι μια συνάντηση δύο πνευμάτων πάνω σε μια λευκή σελίδα, μια συλλογική παρουσία που δεν χρειάζεται σύνδεση Wi-Fi για να υπάρξει, αλλά μόνο την τόλμη να παραμείνουμε άνθρωποι σε έναν κόσμο που μας θέλει μονάδες πληροφορίας. Η λογοτεχνία είναι αυτό το στοιχείο που τρυπά, που αιφνιδιάζει, που δεν έχει προβλεφθεί από κανένα σύστημα.

Η πολιτική πρόκληση σήμερα δεν είναι η ρομαντική επιστροφή σε μια προ-ψηφιακή Εδέμ -αυτή έχει πεθάνει προ πολλού- αλλά η κριτική κατοίκηση της παρούσας συνθήκης. Το να υπάρχουμε εντός της ψηφιακής πραγματικότητας χωρίς να αναλωνόμαστε σε αυτήν. Να συμμετέχουμε χωρίς να αφομοιωνόμαστε. Το στοίχημα είναι να διεκδικήσουμε ξανά το δικαίωμα στην αθέατη, μη κερδοφόρα και αληθινά «βρώμικη» ανθρώπινη επαφή. Η οθόνη είναι ο καθρέφτης μας, αλλά αν δεν τον σπάσουμε για να δούμε τι υπάρχει από πίσω, κινδυνεύουμε να μείνουμε για πάντα εγκλωβισμένοι σε μια παράσταση χωρίς κοινό, σε μια ύπαρξη που έχει υψηλή ευκρίνεια, αλλά στερείται ανάσας.

Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι πρακτικό: πώς διαβάζουμε σε έναν κόσμο που έχει μάθει να καταναλώνει; Ίσως με την επιμονή στο δύσκολο κείμενο, σε αυτό που δεν παραδίδεται εύκολα. Ίσως με την αποδοχή ότι η σύγχυση μετά το κλείσιμο ενός βιβλίου είναι ακριβές σημάδι ότι κάτι πραγματικό συνέβη.

Φυσικά, και αυτή η ανάλυση μπορεί να είναι παγίδα. Το να μιλάς με βεβαιότητα για την απώλεια της αμφισημίας είναι ήδη μια αντίφαση. Το να αντιστέκεσαι με περίτεχνο δοκίμιο στην εξουσία που αφομοιώνει την εύγλωττη αντίσταση είναι ήδη μια ειρωνεία. Ίσως η μόνη ειλικρινής θέση να είναι να το αναγνωρίσουμε αυτό, και να γράφουμε παρ’ όλα αυτά. Ακόμη κι αν οι λέξεις μοιάζουν μερικές φορές στεγνές, ανίκανες να περιγράψουν το βάρος μιας αληθινής ανάσας.

Η λογοτεχνία παραμένει επαναστατική επειδή συνιστά μια απρόβλεπτη απειλή, χωρίς να λησμονούμε ότι έχει υπηρετήσει και εξουσίες, εθνικισμούς, ιδεολογίες, προπαγάνδες. Το βιβλίο δεν είναι εξ ορισμού αθώο επειδή είναι βιβλίο. Η διαφορά δεν έγκειται στο μέσο αλλά στην ποιότητα της ανάγνωσης. Σε μια ανάγνωση που αντιστέκεται στη βεβαιότητα, που ανέχεται την αμφιβολία, που δεν αναζητά επιβεβαίωση αλλά τριβή.

Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι πρακτικό: πώς διαβάζουμε σε έναν κόσμο που έχει μάθει να καταναλώνει; Ίσως με την επιμονή στο δύσκολο κείμενο, σε αυτό που δεν παραδίδεται εύκολα. Ίσως με την αποδοχή ότι η σύγχυση μετά το κλείσιμο ενός βιβλίου είναι ακριβές σημάδι ότι κάτι πραγματικό συνέβη. Σε κάθε περίπτωση η λογοτεχνία δεν σε αφήνει να παραμείνεις αυτό που ήσουν όταν άρχισες να διαβάζεις. Τη συνάντηση του αναγνώστη με το κείμενο δεν υπάρχει αλγόριθμος να την προβλέψει, να τη μεσολαβήσει ή να την πουλήσει. Και αυτό, σε μια εποχή απόλυτης διαφάνειας, είναι η μόνη ελευθερία που μας απομένει.

Αυτό το κείμενο γράφτηκε σε οθόνη, με ειδοποιήσεις που άλλοτε έμειναν αναπάντητες και άλλοτε κατάφεραν να κλέψουν την προσοχή του αρθρογράφου.

* Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. To 2021 δημιουργήθηκαν υπό την αιγίδα του οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Έχει εκδώσει τις συλλογές πεζογραφίας Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024).

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Ο κήπος των φυγάδων» της Έλενας Μαρούτσου – Σε μια άλλη Πομπηία, με όχημα τη λογοτεχνία

«Ο κήπος των φυγάδων» της Έλενας Μαρούτσου – Σε μια άλλη Πομπηία, με όχημα τη λογοτεχνία

Για το μυθιστόρημα της Έλενας Μαρούτσου «Ο κήπος των φυγάδων» (εκδ. Ίκαρος). © εικόνας: Αρχαιολογικό Πάρκο Πομπηίας 

Γράφει η Μαρία Γιαγιάννου

...

Πνευματικό γεγονός ή συμβολικό κεφάλαιο; Μια κριτική προσέγγιση της έρευνας για «Τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025)»

Πνευματικό γεγονός ή συμβολικό κεφάλαιο; Μια κριτική προσέγγιση της έρευνας για «Τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025)»

Μια κριτική προσέγγιση της έρευνας του bookpress.gr για «Τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025)».

Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης

Η πρόσφατη μεγάλη έρευνα της Book press, σε συνεργασία με το βιβλιοπωλείο Πολιτεία,...

Η εποχή της ανεξιθρησκίας – Σκέψεις για την έρευνα «Τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025)»

Η εποχή της ανεξιθρησκίας – Σκέψεις για την έρευνα «Τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025)»

Μερικές σκέψεις για τα δεδομένα και την ερμηνεία της έρευνας του bookpress.gr για «Τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025)».

Γράφει ο Μάκης Καραγιάννης

Είναι πολύ λίγες οι έρευνες που γίνονται μεθοδικά για μια ποιοτικ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Ναπάλμ στην καρδιά» του Πολ Γουάσκ (κριτική) – Δίνοντας σχήμα στο χάος, με λέξεις

«Ναπάλμ στην καρδιά» του Πολ Γουάσκ (κριτική) – Δίνοντας σχήμα στο χάος, με λέξεις

Για το μυθιστόρημα του Πολ Γουάσκ (Pol Guasch) «Ναπάλμ στην καρδιά» (μτφρ. Ευρυβιάδης Σοφός, εκδ. Κείμενα). Εικόνα: Ο πίνακας της Φρίντα Κάλο «Αυτοπροσωπογραφία με κομμένα μαλλιά».

Γράφει η Διώνη Δημητριάδου

Όταν ...

«Το κέικ» της Ρέας Γαλανάκη (κριτική) – Η Οδύσσεια μιας γυναίκας που πάσχει

«Το κέικ» της Ρέας Γαλανάκη (κριτική) – Η Οδύσσεια μιας γυναίκας που πάσχει

Για το βιβλίο μυθοπλασίας είκοσι τεσσάρων πεζών ποιημάτων της Ρέας Γαλανάκη «Το κέικ» (εκδ. Καστανιώτη) που επανεκδίδεται 46 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του.  

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Το οικείο τραύμα,...

«Αγνή» του Τζόναθαν Φράνζεν – Για την αντισυστημική Αμερική των χάκερς

«Αγνή» του Τζόναθαν Φράνζεν – Για την αντισυστημική Αμερική των χάκερς

Για το μυθιστόρημα του Τζόναθαν Φράνζεν «Αγνή» (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Ψυχογιός). Εικόνα: Από τη σειρά «Mr. Robot». 

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας

Διάβασα το μυθιστόρημα-ποταμό 730 σελίδων ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Κομπολόι στο χώμα» της Χίλντας Παπαδημητρίου (προδημοσίευση)

«Κομπολόι στο χώμα» της Χίλντας Παπαδημητρίου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αστυνομικό μυθιστόρημα της Χίλντας Παπαδημητρίου «Κομπολόι στο χώμα», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 19 Μαΐου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

...
«Θεριστές» του Ζαχαρία Μαυροειδή (προδημοσίευση)

«Θεριστές» του Ζαχαρία Μαυροειδή (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπασμάτων από τη συλλογή διηγημάτων του Ζαχαρία Μαυροειδή «Θεριστές», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 19 Μαΐου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Κουφονήσι ...

«Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» του Γιάννη Καρκανέβατου (προδημοσίευση)

«Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» του Γιάννη Καρκανέβατου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος ενός διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Καρκανέβατου «Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι», η οποία θα κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Εστία.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΔΩΡΟ

...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Μαν, Τζόις, Πόε, Μάνσφιλντ, Γκάσκελ, Ντ' Άρτσο: Σύγχρονοι κλασικοί σε μικρή φόρμα

Μαν, Τζόις, Πόε, Μάνσφιλντ, Γκάσκελ, Ντ' Άρτσο: Σύγχρονοι κλασικοί σε μικρή φόρμα

Ένα σύντομο κριτικό σχόλιο για κάθε έργο της σειράς μεταφρασμένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Μεταίχμιο «Τα μικρά». Ευσύνοπτα μα σπουδαία έργα από τους Μαν, Τζόις, Πόε, Μάνσφιλντ, Γκάσκελ, Ντ' Άρτσο.

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης 

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 3 αστυνομικά μυθιστορήματα Ελλήνων συγγραφέων που ξεχωρίζουν

Τι διαβάζουμε τώρα; 3 αστυνομικά μυθιστορήματα Ελλήνων συγγραφέων που ξεχωρίζουν

Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα από Έλληνες συγγραφείς: Βαγγέλης Γιαννίσης, Ευτυχία Γιαννάκη, Αντώνης Τουμανίδης. Εγκλήματα στον κόσμο των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, σίριαλ κίλερ, διαπλοκή και αναξιόπιστοι μάρτυρες.

Επιλογή-παρουσίαση: Χίλντα Παπαδη...

Τι διαβάζουμε τώρα; 15 βιβλία αυτοβελτίωσης, στρατηγικής σκέψης και ψυχικής ενδυνάμωσης

Τι διαβάζουμε τώρα; 15 βιβλία αυτοβελτίωσης, στρατηγικής σκέψης και ψυχικής ενδυνάμωσης

Δεκαπέντε οδηγοί αυτοβελτίωσης και στρατηγικής σκέψης για να οργανώσουμε πιο αποτελεσματικά τον επαγγελματικό αλλά και τον προσωπικό μας βίο. Μέθοδοι που δεν υπόσχονται θαύματα, μα μπορεί να μας βοηθήσουν να αντιμετωπίσουμε το άγχος στη δουλειά, την έλλειψη επικοινωνίας, το τραύμα.

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ