
Σκέψεις για τη λογοτεχνία και τον μοναδικό της τρόπο να αποτυπώνει την επικαιρότητα -στη συγκεκριμένη περίπτωση, την τραγική κατάσταση στη Γάζα-, με αφορμή τη νουβέλα του Νικήτα Σινιόσογλου «Απομονωτήριο λοιμύποπτων ζώων» (εκδ. Κίχλη). Κεντρική εικόνα: από τη Ραμάλα της Δυτικής Όχθης.
Γράφει ο Σωτήρης Γρηγοράκης
Εκεί όπου έναν παράλογο πολυετή πόλεμο δεν μπορείς να τον διαχειριστείς στο πλαίσιο της κοινωνικοπολιτικής συζήτησης και θεώρησης, εκεί όπου οι πληροφορίες του παρελθόντος και του παρόντος συνωστίζονται πολύπλοκες και αντιφατικές, εκεί όπου τα πορίσματα αλληλο-ανατρέπονται, εκεί έρχεται η λογοτεχνία να καλύψει το κενό. Και καταφέρνει η τέχνη του λόγου να υπερκεράσει, να υπερβεί, να καταγγείλει, να ευτελίσει, να συν-κινήσει. Το καταφέρνει το αφήγημα «Περίπτωση κλεπτοβίωσης» του Νικήτα Σινιόσογλου στο Απομονωτήριο λοιμύποπτων ζώων.
Ένα λιοντάρι, φυγαδευμένο από τη Γάζα, διηγείται τη δική του ιστορία. Το πρόσωπο-ζώο, το προσωποποιημένο ζώο, μορφή αρχετυπική και αιώνια, από τα παραμύθια και τους μύθους, από το αρχαίο δράμα ως τη σύγχρονη πρόζα και ποίηση -ας θυμηθούμε την αριστοφανική Νεφελοκοκκυγία και την οργουελική φάρμα– γίνεται ο σύγχρονος αναλυτής της ανθρώπινης σκέψης και πράξης, της ανθρώπινης μοίρας, μιας μοίρας ανθρωποκεντρικής και όχι θεοκεντρικής, μεταφυσικής ή δαιμονικής.
Ένα λιοντάρι, εθισμένο στα όρια του κόσμου του στον ζωολογικό κήπο της Γάζας, έκπληκτο ακούει από τα παιδιά της Γάζας να αναφωνούν ότι «δεν υπάρχει πια μέσα κι έξω». Ο πόλεμος άνοιξε τα κλουβιά, με τον πόλεμο «αναποδογύρισε ο κόσμος». Έτσι, μπλέκεται στην αγωνία της πείνας με τα παιδιά της Γάζας χάνοντας τον χώρο του κλουβιού του. Άνθρωποι και άγρια ζώα συνυπάρχουν, συμπράττουν, συνδιαλέγονται, και κυρίως συμπλέκονται. Το λιοντάρι αναφωνεί, αγανακτεί, απορεί, αγωνιά, σαρκάζει, αλλά κυρίως στοχάζεται.
Το λιοντάρι ειρωνικά, βασανιστικά σαρκαστικά, αλλά και με λανθάνουσα πικρία και αγωνία, προτρέπει: «μην ανησυχείς, θα το ξεχάσεις το βάρος του ρούχου».
Το λιοντάρι περιγράφει έναν δυστοπικό κόσμο, τη Γάζα. Και μόνο αυτό μπορεί να την περιγράψει έξω από το σιδερένιο κλουβί του. Μόνο αυτό μπορεί να την περιγράψει έχοντας υποστεί τον εγκλεισμό και τη βία από τον άνθρωπο. Για το ανθρωπόμορφο λιοντάρι, σε αυτόν τον τόπο κανείς δεν μπορεί να πει ποιος είναι το ζώο και ποιος ο άνθρωπος. Ο τελευταίος χάνει ακόμη και την εξωτερική διαφοροποιό από τα άλλα όντα εικόνα του, αφού ακόμη και τα ρούχα τού φαίνονται κάτι αφύσικο. Το λιοντάρι ειρωνικά, βασανιστικά σαρκαστικά, αλλά και με λανθάνουσα πικρία και αγωνία, προτρέπει: «μην ανησυχείς, θα το ξεχάσεις το βάρος του ρούχου».
Το λιοντάρι στοχάζεται για τον άνθρωπο. Για την αλαζονεία, την αρχομανία, την ιδιοτέλεια και την αποκτήνωσή του, για τα μεγάλα αφηγήματα των φιλοσόφων που ο ανθρώπινος βίος διαψεύδει και επιβεβαιώνει μαζί
Τα κτήνη γίνονται άνθρωποι και αντίστροφα για να γλιτώσουν, μπάζα και οστά κατακλύζουν τον τόπο και γίνονται απομεινάρια του ανθρώπινου πολιτισμού. Η «πανίδα των μπάζων» είναι το νέο τοπίο. Και η «κλεπτοβίωση» η νέα κουλτούρα: «παρασιτείς», κραυγάζει το λιοντάρι. Τα πάντα είναι παρασιτισμός: «το βρέφος γεννιέται με τη μορφή του γύπα». Και ο γύπας είναι εκείνο το είδος αετού που επιδίδεται στον κλεπτοπαρασιτισμό. Ο άνθρωπος γίνεται κτηνώδης. Και το κτηνώδες επιβάλλει τον παρασιτισμό, την κλοπή, τη γύμνια, την εκμετάλλευση, τη βία, την παραίτηση, τη μετέωρη στάση. Θεός, άνθρωπος, ζώο, χρόνος και τάξη του σύμπαντος, κόσμος, όλα υποτάσσονται στον παρασιτισμό: «τη μια παρασιτείς στον Θεό, την άλλη στο κλουβί με τα λιοντάρια, αναλόγως τις περιστάσεις διαλέγεις το πτώμα, ο πόλεμος κι η πείνα σού σπάνε τη μονοκόκαλη σκέψη, εμπνέουν την κλεπτοβίωση, που θέλει φαντασία, θέλει και παραίτηση... ασυσχέτιστες φανερώνονται στιγμές, χωρία άξονα πια να τις οργανώνει…».
Το λιοντάρι στοχάζεται για τον άνθρωπο. Για την αλαζονεία, την αρχομανία, την ιδιοτέλεια και την αποκτήνωσή του, για τα μεγάλα αφηγήματα των φιλοσόφων που ο ανθρώπινος βίος διαψεύδει και επιβεβαιώνει μαζί, για τον κόσμο που θα συνεχίσει να υπάρχει, γιατί ίσως κάποιοι εξακολουθούν να θλίβονται και να αγκαλιάζουν: «ο άντρας άπλωσε τα χέρια του γύρω από τον λαιμό μου, τον άφησα να με αγκαλιάσει, εμένα το λιμασμένο λιοντάρι – η ζωοσύνη είναι το τελευταίο φάρμακο του ανθρώπου».
Τη Γάζα μπορεί να την αντιληφθεί ο σύγχρονος άνθρωπος μόνο από ένα ανθρωπόμορφο ζώο, μόνο μέσα από τη ματιά ενός άλλου ζωικού είδους· από ένα ζώο με μια γλώσσα ορμητική, ασταμάτητη και πυκνή, σκοτεινή, κρυπτική και εναργή μαζί, καταγγελτική, σαρκαστική αλλά και στοχαστική. Έτσι, θα αντικρίσει κατάματα τη νοσηρή του κατάσταση, την ωμότητα που τον έχει κυριεύσει και την κτηνώδη αλλοίωση που έχει υποστεί.
* Ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ είναι φιλόλογος.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Νικήτας Σινιόσογλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια Αθηνών, Μονάχου και Κέμπριτζ (PhD). Διετέλεσε British Academy Postdoctoral Fellow στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ (2008-2011) και Leverhulme Trust Early Career Fellow στο King's College London (2011-2013). Είναι κύριος ερευνητής στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών) και έχει διδάξει σε ελληνικά και βρετανικά πανεπιστήμια.

Έχει εκδώσει τα βιβλία: Plato and Theodoret: The Christian Appropriation of Platonic Philosophy and the Hellenic Intellectual Resistance (Cambridge University Press 2008), Radical Platonism in Byzantium: Illumination and Utopia in Gemistos Plethon (Cambridge University Press 2011), Αλλόκοτος Ελληνισμός. Δοκίμιο για την οριακή εμπειρία των ιδεών (Κίχλη 2016, Βραβείο Δοκιμίου του περιοδικού Ο Αναγνώστης 2017), Μαύρες Διαθήκες. Δοκίμιο για τα όρια της ημερολογιακής γραφής (Κίχλη 2018), Λεωφόρος ΝΑΤΟ (Κίχλη 2019), Ο καρπός της ασθενείας μου (Κίχλη 2021) και Απομονωτήριο λοιμύποπτων ζώων (Κίχλη 2024).
Δοκίμια και αφηγηματικά κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά: Athens Review of Books, Ποιητική, Νέα Εστία, Δευκαλίων, Μανδραγόρας, Οδός Πανός και (δέ)κατα.
























