
«Ο ρόλος της λογοτεχνίας είναι να αφουγκράζεται τους ανθρώπους» λέει η Τεοντόρα Ντίμοβα (Teodora Dimova) που συμμετείχε στην 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης (ΔΕΒΘ). ©Motion Picture/Δήμητρα Μερζιεμεκίδου
Συνέντευξη στη Φανή Χατζή
Στην 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (ΔΕΒΘ), είχαμε τη χαρά και τιμή να συνομιλήσουμε με μία από τις πιο σημαντικές φιγούρες της σύγχρονης βουλγαρικής λογοτεχνίας, την Τεοντόρα Ντίμοβα. Η συγγραφέας είχε παρευρεθεί στη Θεσσαλονίκη σε παλαιότερη έκθεση με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της Μητέρες, ενώ φέτος είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει συνολικά το μεταφρασμένο έργο της στα ελληνικά από τις εκδόσεις Έναστρον σε μετάφραση της Μπλαγορόντνα (Ρόνυ) Φίλεβσκα-Πανάγου, δηλαδή πέρα από τις Μητέρες, τους Λαβωμένους και την άτυπη συνέχειά του Δεν σας γνωρίζω που μόλις κυκλοφόρησε. Μαζί μας καθ’ όλη τη διάρκεια της συνέντευξης ήταν η μεταφράστρια της Ντίμοβα στα ελληνικά, η Ρόνυ Φίλεβσκα-Πανάγου, την οποία ευχαριστούμε προσωπικά καθώς λειτούργησε και ως διερμηνέας στη συνομιλία μας με τη συγγραφέα.
Λίγα λόγια για την Τεοντόρα Ντίμοβα
Η Τεοντόρα Ντίμοβα είναι μια από τις πιο σημαντικές και βραβευμένες συγγραφείς στη σύγχρονη βουλγαρική λογοτεχνία. Κόρη του κλασικού Βούλγαρου συγγραφέα Ντιμιτάρ Ντίμοφ, ήρθε σε επαφή με τη λογοτεχνία από πολύ μικρή ηλικία. Καθιερώθηκε στα βουλγαρικά γράμματα μέσα από τα πολυάριθμα θεατρικά της έργα, πριν την κερδίσει η μυθιστοριογραφία. Έχει, επίσης, εργαστεί ως δημοσιογράφος, κριτικός και δοκιμιογράφος, μια πραγματική διανοούμενη στη χώρα της. Ως ένα τέτοιο πρόσωπο τιμήθηκε από τη φετινή έκθεση, η οποία της έδωσε το βήμα να μιλήσει στα Εγκαίνια για τις βαθιές ρίζες της σχέσης ελληνικής και βουλγαρικής λογοτεχνίας.
Η Ιστορία διατρέχει ποικιλοτρόπως το έργο της Ντίμοβα, με κυρίαρχο στοιχείο τα μελανά σημεία του καθεστώτος της 9ης Σεπτεμβρίου 1944. Στους Λαβωμένους αναμετράται ευθέως και κατόπιν έρευνας με τα εγκλήματα του κομμουνισμού μέσα από την ιδιαίτερη έμφυλη ματιά των συζύγων των θυμάτων. Στην «πνευματική συνέχεια» των Λαβωμένων, στο Δεν σας γνωρίζω, μελετά τις πληγές που επιβιώνουν μέχρι και σήμερα σε μια σύγχρονη Βουλγαρία που ακόμα δεν αναμετράται με το παρελθόν της, ενώ στις Μητέρες εστιάζει συγκεκριμένα στη γενιά της που βρέθηκε έκθετη στη μετακομμουνιστική περίοδο, παραμελώντας τα παιδιά της. Μέσα από την ιδιαίτερη θεατρική γραφή της και την περιορισμένη στίξη που είναι το σήμα κατατεθέν της, η Ντίμοβα ανατέμνει τη σύγχρονη και παλαιότερη ιστορία της χώρας της καταφέρνοντας να μιλήσει για πανανθρώπινες εμπειρίες.
Όλοι οι συγγραφείς από τη Βουλγαρία που έχουμε γνωρίσει τα τελευταία χρόνια είναι αρκετά διαφορετικοί σε ύφος και περιεχόμενο. Θα λέγατε ότι υπάρχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά στη σύγχρονη βουλγαρική λογοτεχνία;
Θεωρώ ότι η βουλγαρική λογοτεχνία αναπτύσσεται με πολύ υγιή τρόπο, σε πολλές και διαφορετικές κατευθύνσεις. Ως εκ τούτου, είναι πάρα πολύ δύσκολο να βρει κανείς τα κοινά σημεία. Αυτή η ετερογένεια, όμως, είναι το υγιές στοιχείο της υπόθεσης.
Με τη Βουλγαρία έχουμε πολλά κοινά στοιχεία, που εντοπίζονται στα βιβλία σας. Από το πιο μικρό, δηλαδή το προληπτικό «φτου φτου φτου», μέχρι βαθύτατα κοινά νοοτροπίας. Θεωρείτε ότι μπορούμε να μιλάμε για μία βαλκανική ταυτότητα που ίσως περιλαμβάνει και εμάς;
Είναι πάρα πολύ δύσκολο να χαρακτηριστεί, να καταγραφεί η βαλκανική ταυτότητα, γιατί όλοι οι βαλκανικοί λαοί είχαμε πολύ διαφορετικές δύσκολες ιστορικές περιόδους. Έχουμε και πολλά κοινά σημεία μεταξύ μας, ίσως για παράδειγμα αυτή η ύπαρξη στην περιφέρεια, αυτή η «περιφεριοποίηση» σε σχέση με την Ευρώπη, είναι ένα τέτοιο. Ταυτόχρονα, είναι και αυτό το στοιχείο που μας χαρακτηρίζει, που ταυτίζεται με τη βαλκανική ταυτότητά μας. Ο ρόλος όμως της λογοτεχνίας είναι να αφουγκραστεί τους ανθρώπους και να μιλήσει γενικά για τον άνθρωπο. Για παράδειγμα, αυτό που συμβαίνει στο μυθιστόρημά μου Μητέρες μπορεί να συμβεί και στη Βουλγαρία, την Αμερική, την Ελλάδα, παντού. Οπότε, ακόμα κι αν τα σύνορα μας χωρίζουν, στην ουσία δεν υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές ανάμεσά μας.
![]() |
|
Η Τεοντόρα Ντίμοβα (αριστερά) με τη μεταφράστριά της στα ελληνικά Μπλαγορόντνα (Ρόνυ) Φίλεβσκα-Πανάγου |
Τα βιβλία σας φωτίζουν το κομμουνιστικό καθεστώς ως μια κηλίδα στην ιστορία της Βουλγαρίας, με παθογένειες που φτάνουν μέχρι σήμερα. Είναι η λογοτεχνία ένα μέρος όπου μια χώρα μπορεί να αναμετρηθεί με τα μελανά της σημεία;
Ναι, θεωρώ ότι μέσω της λογοτεχνίας μπορεί να προκύψει μια αφήγηση γι’ αυτή την περίοδο, γι’ αυτά τα σημεία της ιστορίας, διότι η σύγχρονη βουλγαρική ιστορία αποφεύγει να συζητά για το παρελθόν, για την εποχή του κομμουνισμού. Αναρωτήθηκα κι εγώ γιατί οι συγγραφείς και γενικά οι άνθρωποι της τέχνης αποφεύγουν να γράψουν γι’ αυτή την εποχή και συνειδητοποίησα ότι αποφεύγουν να ασχοληθούν με αυτό το θέμα, διότι περιέχει πάρα πολύ πόνο. Αυτό το κατάλαβα κυρίως όταν έγραφα τους Λαβωμένους και ήταν μια πάρα πολύ οδυνηρή διαδικασία. Τόσο για τη συγγραφέα όσο και για τη μεταφράστρια (γέλια σ.σ: ήταν ένα χαριτωμένο αστείο προς τη μεταφράστρια).
Οι Μητέρες αποτελούνται από διαπλεγμένες ιστορίες που συνδέονται με ένα τραγικό τέλος. Παρακολουθούμε παιδιά ευάλωτα και παραμελημένα σε καταστάσεις ακραίας οικογενειακής βίας να γίνονται στο τέλος τα ίδια φορείς της βίας. Ήταν σκοπός σας να καταδείξετε την διαιώνιση, το κληροδότημα της βίας;
Όλα ξεκίνησαν με ένα τραγικό συμβάν που έλαβε χώρα στο Πλόβντιβ (Φιλιππούπολη), όταν δύο ανήλικα κορίτσια δολοφόνησαν μια συμμαθήτριά τους. Και τα δύο κορίτσια προέρχονταν από τελείως «κανονικές» οικογένειες. Άρχισα, λοιπόν, να μελετάω ακριβώς αυτό το περιστατικό, ήθελα να μάθω το «γιατί;». Πώς είναι δυνατόν, πώς γίνεται ένα κανονικό παιδί να μετατραπεί σε δολοφόνο;
Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι στην ουσία τα παιδιά είναι απλά οι εκτελεστές, οι φυσικοί αυτουργοί του εγκλήματος, αλλά πίσω από αυτά τα παιδιά, οι πραγματικοί δολοφόνοι είναι οι μητέρες, οι μπαμπάδες, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές. Στην πραγματικότητα, όλη η κοινωνία. Διότι αυτά τα παιδιά έχουν στερηθεί την αγάπη από την οικογένεια, οπότε μένουν απολύτως εκτεθειμένα και ευάλωτα. Εμείς οι ενήλικες ξέρουμε πώς να αντιμετωπίσουμε αυτή τη μοναξιά, τα παιδιά ακόμα δεν έχουν δημιουργήσει τους απαραίτητους μηχανισμούς άμυνας. Τα παιδιά απορροφούν αυτή τη βία και μετά την αναπαράγουν, την πολλαπλασιάζουν.
Οι Μητέρες είναι μακράν το πιο σκληρό σας βιβλίο σε σχέση με τα επόμενα. Έχει αλλάξει κάτι από τότε που το γράψατε;
Ναι, φυσικά. Παρ’ όλα αυτά, κάθε νέο περιστατικό παιδικής επιθετικότητας αναπαράγει τον ίδιο μηχανισμό και την ίδια ιστορία συναισθηματικής εγκατάλειψης και αναπαραγωγής της βίας.
Στις Μητέρες οι συγκρούσεις είναι άμεσες, διαλογικές και μετωπικές. Σαν θεατρικό δράμα. Στους Λαβωμένους οι συγκρούσεις είναι πιο εσωτερικές. Εδώ κυριαρχεί ο μονόλογος και πολλές φορές οι αφηγήτριες είναι αντιμέτωπες με τη σιωπή. Θεωρείτε ότι η γραφή σας έγινε πιο ενδοσκοπική με τον χρόνο;
Πιθανόν να υπάρχει μια μετατόπιση αυτού του είδους με τα χρόνια γιατί στην αρχή, όταν ξεκίνησα να γράφω τις Μητέρες, προερχόμουν από το θέατρο. Εκείνη την περίοδο, η δραματουργία, αυτή η θεατρική σύγκρουση ήταν στο προσκήνιο, σε πρώτο πλάνο. Στους Λαβωμένους και στο Δεν σας γνωρίζω αυτή η συνθήκη εξελίσσεται, μεταλλάσσεται. Προκύπτει μια διαφορετική απεύθυνση, αλλά στην ουσία πάντα ο προορισμός της λογοτεχνίας είναι να επικοινωνεί με κάποιον, με τον Άλλον. Πάντα απευθύνεται σε αυτόν.
![]() |
|
Η Τεοντόρα Ντίμοβα (αριστερά) με τη συντάκτρια της Book Press Φανή Χατζή |
Θα μας πείτε δύο λόγια για το Δεν σας γνωρίζω που μόλις κυκλοφόρησε; Πώς θα το συστήνατε στο ελληνικό κοινό;
Είναι ένα είδος συνέχειας των Λαβωμένων, με κάποια γεγονότα που εξελίσσονται στην σύγχρονη εποχή, στο τώρα. Παρακολουθεί κάποιες καταστάσεις στο παρόν, αλλά το Κακό δεν έχει αλλάξει. Το Κακό αλλάζει πρόσωπο, αλλάζει εποχή, αλλά παραμένει το ίδιο. Επίσης, το παρελθόν με το οποίο δεν έχουμε ξεμπερδέψει συνεχίζει να μας καταδιώκει. Έτσι, ξεπηδούν κάποια μυστικά τα οποία καλούνται να διαχειριστούν οι επόμενες γενιές κι έτσι το τραύμα κληρονομείται στους επόμενους και διαιωνίζεται.
Στους Λαβωμένους, ο Νικόλα έχει μειωμένα αντανακλαστικά απέναντι στην απολυταρχία. Θεωρεί ότι δεν κινδυνεύει, μέχρι που διαψεύδεται. Θεωρείτε ότι αυτό ισχύει και σήμερα απέναντι στον σκοταδισμό;
Η γυναίκα του Νικόλα, η Ράινα, διαισθητικά, με τη γυναικεία της διαίσθηση, καταλαβαίνει τι πρόκειται να ακολουθήσει, τι θα συμβεί. Ο ίδιος, με το μυαλό, με την ψυχρή λογική του, δεν μπορεί ούτε καν να το φανταστεί. Δεν επιτρέπει στον εαυτό του να σκεφτεί ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί. Οπότε εδώ μπορώ να σημειώσω αστειευόμενη ότι μπορούμε να εμπιστευόμαστε περισσότερο τις γυναίκες παρά τους άντρες (γέλια).
Συνέκρινα αυτόν τον ήρωα στους Λαβωμένους με τον Ιορντάν στις Μητέρες, δύο φιγούρες του πνευματικού κόσμου, που αντιστέκονται στο καθεστώς. Ο Ιορντάν για την ακρίβεια εναντιώνεται στους συνεχιστές του καθεστώτος. Θεωρείτε ότι ο πνευματικός πλούτος είναι αντίδοτο στην άξεστη εξουσία;
Θεωρώ ότι ο πολιτισμός και η λογοτεχνία είναι το μόνο όπλο απέναντι σε μια εξουσία που είναι βάναυση. Ας μην την πούμε απαραίτητα ολοκληρωτική, αλλά ας την πούμε βίαιη, μπρουτάλ. Η λογοτεχνία και ο πολιτισμός είναι το μοναδικό μας όπλο απέναντι σε μια τέτοια εξουσία.
Το βιβλίο έρχεται με ένα ερώτημα: «Είναι λαβωμένοι πραγματικά οι «λαβωμένοι»;». Αν όχι, τι είναι αυτό που τους απομακρύνει από τον χαρακτηρισμό;
Η έκφραση αυτή προέρχεται από την έκφραση του Απόστολου Παύλου, που μου αρέσει πολύ. «Ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται», δηλαδή «Η δύναμή μου αναδεικνύεται τέλεια μέσα στην αδυναμία». Τα θύματα είναι σαν να είναι υπεράνω από τους δήμιους, έχουν πνευματική απόσταση και υπεροχή σε σχέση με τους δήμιους. Οι Λαβωμένοι, στην ουσία, είναι πιο δυνατοί από αυτούς.
Στις Μητέρες υπάρχει μια Κύπρια ηρωίδα, η Γιώργκα, η οποία υπενθυμίζει στη Λίντια ένα σκοτεινό παρελθόν όπου Βούλγαροι και Έλληνες πολεμούσαν. Εδώ περιγράφετε ένα αφήγημα που έχουμε ακούσει από παλιότερες γενιές, αναμνήσεις των γιαγιάδων μας στις οποίες φώλιαζε η έχθρα. Το τέλος όμως της Γιώργκα, η στενή της σχέση με τη Λίντια και η αγάπη της μιας προς την άλλη, λειτουργεί συμφιλιωτικά. Θεωρείτε ότι η λογοτεχνία μπορεί να παίξει ρόλο στη συμφιλίωση δύο λαών;
Αυτή η ιστορία είναι μια τέλεια μεταφορά για τη συμφιλίωση. Γιατί πρόκειται, αν το σκεφτείτε, για δύο γυναίκες βυθισμένες στη μοναξιά τους, η μία πριν τον θάνατο, η άλλη σε μια σχετικά προχωρημένη ηλικία και όχι μόνο συνυπάρχουν αλλά «ερωτεύονται» η μία την άλλη κατά κάποιον τρόπο. Και να που αυτό είναι εφικτό.
* Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Τεοντόρα Ντίμοβα γεννήθηκε το 1960 στη Σόφια. Αποφοίτησε από το τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Σόφιας «Άγιος Κλήμης της Αχρίδας» (1984), ενώ πραγματοποίησε σπουδές εξειδίκευσης στο Royal Court Theatre του Λονδίνου (2000). Ξεκίνησε τη δημιουργική της πορεία το 1987 στον χώρο του δράματος. Είναι συγγραφέας δεκατεσσάρων θεατρικών έργων, τα οποία έχουν ανέβει σε διάφορα θέατρα της Βουλγαρίας και του εξωτερικού.
Το πλούσιο πεζογραφικό της έργο περιλαμβάνει τα μυθιστορήματα: Έμινε (2001), Οι μητέρες (2006), Αντριάνα (2007), Μάρμα, Μάριαμ (2010), Το τραίνο για το Έμμαους (2013), Οι λαβωμένοι (2019), Δεν σας γνωρίζω (2023), καθώς και τη νουβέλα Τα πρώτα γενέθλια (2016). Έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος, μεταφράστρια και καθηγήτρια αγγλικών ενώ αρθρογραφεί στο Portal Kultura. Τα δοκίμιά της έχουν εκδοθεί στις συλλογές: Τέσσερα είδη αγάπης (2014), Ορότσι (2015), Καλεί τα πρόβατα με το όνομά τους (2018) και Προσευχή για την Ουκρανία (2023). Πολλά έργα της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες.



























