Kiki-Dimoula

H Κική Δημουλά μιλάει στον Κ.Β. Κατσουλάρη για την Ελλάδα, την ποίηση, τη σχέση της με τους άλλους ποιητές, παλιότερους και νεότερους. 

Κ.Κ.: Το 2010 είναι για εσάς χρονιά βραβεύσεων στο εξωτερικό, σημαντικών μεταφράσεων του έργου σας. Αισθάνεστε ότι, με κάποιο τρόπο, «εκπροσωπείτε» την Ελλάδα, ή βλέπετε την ποιητική σας δουλειά ως μια υπόθεση πιο ατομική;

Κ.Δ.: Όχι, δεν αισθάνθηκα τίποτε τόσο μεγάλο, αν και η στιγμή θα το συγχωρούσε. Μπορώ να πω μάλιστα ότι με προέτρεπε να αντιπαρατεθώ σθεναρά με αυτή τη βράβευση στους μύδρους, και στην άγρια δυσφήμιση που εκμηδένιζαν την Ελλάδα. Αν τώρα από τη μεγάλη προσωπική ευχαρίστηση που σαφώς μου έδωσε αυτή τη απροσδόκητη αναγνώριση πήρε αυτόματα το ποσοστό της και η χώρα μου, το εύχομαι, είθε να ήταν και μεγάλο το ποσοστό, και να δρούσε σαν μερική έστω εξάλειψη της ταπεινωτικής βοής που την αμαύρωσε.

Παρασύρθηκα στην όχι ασυνήθιστη και χωρίς κόστος γενναιοδωρία, να αφιερώσω το βραβείο στην Ελλάδα.

Αλλά η ποίηση δεν εξαλείφει. Λειτουργεί απλώς σαν μια αόρατη κάμερα, κρυμμένη κάπου στην οροφή των γεγονότων, ώστε να καταγράφει και να συλλαμβάνει τα ασύλληπτα. Πλην του δράστη. Όπως και να ’ναι, ομολογώ ότι κατά τη στιγμή της βράβευσης, και της αιτιολόγησής της, ακούγοντας τους ξένους ομιλητές να προτάσσουν την υποστηρικτική υπενθύμιση, ότι η Ελλάδα είναι η πρώτη, παμπάλαια πατρίδα του φωτός και του πολιτισμού, κι από αυτήν ηλεκτροφωτίστηκε και είδε ο σκοτεινός κόσμος, ναι μεν συγκρατήθηκα και δεν φώναξα: «Για την Ελλάδα βρε… παιδί μου», όμως το πατριωτικό μου φίλτρο κάπως το ένοιωσα να σκιρτά εντός μου. Γι’ αυτό και παρασύρθηκα στην όχι ασυνήθιστη και χωρίς κόστος γενναιοδωρία, να αφιερώσω το βραβείο στην Ελλάδα, και στον ενάρετο Παρθενώνα της, αυτό τον αιώνιο συνήγορό της και καθημερινό μάρτυρα υπεράσπισής της.

Κ.Κ.: Όταν ξεκινήσατε να γράφετε μεσουρανούσαν οι Σεφέρης και Ελύτης. Αισθανθήκατε ποτέ τη σκιά τους να βαραίνει πάνω σας, την ανάγκη να διαχωρίσετε τη θέση σας από αυτή την, ας την ονομάσουμε, «μεγάλης πνοής» ποίηση;

Κ.Δ.: Όχι, μάλλον ως προστατευτική απολάμβανα τη σκιά τους, καθώς υπήρξα ευρύτατα ευσεβής άνθρωπος, με την έννοια ότι γράφοντας δεν απέβλεπα να εκτοπίσω Θεό ή Θεούς. Εξ ου και ποτέ δεν λάθεψα να με ονομάσω δημιουργό. Ούτε τις αγωνιώδεις προσπάθειές μου να ξεπεράσω, γράφοντας, τερατώδεις δυσκολίες, ούτε το αποτέλεσμα των προσπαθειών μου ονόμασα ποτέ δημιουργία. Ό,τι μπόρεσα, κι όσο ήταν, μου δόθηκε μισοτελειωμένο, μισοέτοιμο, σαν περίσσευμα από κάποια άλλη, ξένη, άφθονη, ανώτερη δημιουργία.

«Μέσα στα πολλά που αμφισβητώ, φρόντισα πρώτη και καλύτερη να περιέχομαι»

Θα πάω αρκετά πίσω, στα παιδικά μου χρόνια, στα παιχνίδια που παίζαμε τα γειτονόπουλα, γύρω από τα σπίτια μας, στους ωραίους δικούς μας χωματόδρομους. Ένα από τα  παιχνίδια αυτά ήταν το Κουτσό: Σχηματίζαμε στον έδαφος με κιμωλία μεγάλα τετράγωνα ενωμένα μεταξύ τους και με το ένα πόδι μας έπρεπε να πηδάμε από το ένα τετράγωνο, στο κενό του, μέσα στο επόμενο, χωρίς να πατήσουμε τη διαχωριστική τους γραμμή. Αν την πάταγες «καιγόσουν», έβγαινες από το παιχνίδι.

Μιμούμενη λοιπόν εκείνη την παλιά ισορροπία μου στο ένα πόδι, ας πούμε ότι ένα παράταιρο παιχνίδι έπαιζα και παίζω γράφοντας. Αλλά με ανάποδο κανόνα: προσπαθώ δηλαδή να πετύχω να πατήσω επάνω στη διαχωριστική γραμμή, για να μην πέφτω στο κενό…

Με λίγο πιο ώριμα λόγια, διαφύλαξα και εμπιστεύτηκα, τη θαρραλέα, φιλόδοξη εκείνη… μικρότητά μου.

Κ.Κ.: Αισθάνεστε μέρος μιας παράδοσης; Επιγόνους έχετε ήδη κάμποσους επίδοξους, ποιους λογίζετε ως «προγόνους» σας – αν υπάρχουν;

Μα είναι δυνατόν να υπάρξουμε χωρίς προγόνους; Γεννηθήκαμε απ’ όλους. Από επιφανείς και αφανείς. Άλλο θέμα σε ποιους μοιάζουμε. Δεν φαίνεται, επειδή αυτά τα κληρονομημένα χαρακτηριστικά υπόκεινται σε αέναους μετασχηματισμούς. Έτσι, ποιος μου κρατάει το χέρι όταν γράφω και μου υπαγορεύει, δεν αναγνωρίζεται. Ένας πάντως δεν είναι. Όπως καλά γνωρίζετε, κάνουν βάρδιες, εναλλάσσονται οι επιρροές, ανάλογα με το σημείο που βρίσκεται το σώμα του γράφοντος, σε σχέση με τη θέση και το μέγεθος του ήλιου, επάνω στο στερέωμα του χρόνου…

Όσο για τους επιγόνους, τέτοιο θέμα δεν ταιριάζει να απασχολεί τη… μικρότητά μου. Πέρα όμως απ’ αυτό, αργεί τόσο να φυτρώσουν και να καρπίσουν οι επίγονοι, που δεν έχει τη χαρά να το πληροφορηθεί ο γεωργός-σπορέας.

Κ.Κ.: Πώς αισθάνεστε όταν διαβάζετε νέες ποιήτριες ή νέους ποιητές που «δημουλίζουν» –  το ύφος τους δηλαδή θυμίζει έντονα το δικό σας; Τι θα τους συμβουλεύατε;

Μια συμβουλή μόνο τόλμησα να δώσω στους νέους: να μην ζητάνε τη γνώμη των φτασμένων.

Κ.Δ.: Μου λένε ότι συμβαίνει. Εγώ η ίδια δεν το αντιλαμβάνομαι. Μειδιώ όταν το ακούω. Στο κάτω κάτω όλοι μας, λίγο πολύ στην αρχή, έτσι, όλο… ίζοντας, πότε Καβαφίζοντας, πότε Παλαμίζοντας, έτσι, μέσα από τους ανοιγμένους δρόμους ψάχναμε να διανοίξουμε τον δικό μας δρόμο. Το περίεργο είναι ότι αυτή η μίμηση δεν μας είναι συνειδητή. Ούτε μας περνάει από το νου ότι υποβασταζόμαστε από τη φωνή κάποιου άλλου. Μια ακόμα άγνοια, που ίσως κι αυτή να υποκρύπτει σαν τις άλλες, τις απώτερες ωφέλειές της ή τις τιμωρίες της, ποιος ξέρει.

Με ρωτάτε τι συμβουλεύω τους νέους ποιητές. Θα χρησιμοποιήσω σαν απάντηση τη ρήση του Νικηφόρου Βρεττάκου που την αγνοούσα. Η Ιωάννα Καρυστιάνη μου την ανέφερε, σε μια συζήτηση που είχαμε πρόσφατα περί του πού οδηγείται το ήθος. Είπε λοιπόν ο Βρεττάκος: «Αρνούμαι να γίνω οδηγός έστω κι ενός ανθρώπου, όταν δεν ξέρω πού πάω…»

Μια συμβουλή μόνο τόλμησα να δώσω στους νέους: να μην ζητάνε τη γνώμη των φτασμένων. Φτασμένοι δεν υπάρχουν. Όλα τα στάδια, μια αρχή είναι. Αν αγαπάνε την ποίηση οφείλουν να πέσουν χωρίς να ξέρουν κολύμπι στα άπατα. Αν ξαναβγούν στην επιφάνεια, αυτό ίσως να είναι ο μόνος αντικειμενικός κριτής, πιθανώς και ευοίωνος.

«Ποίηση, αόρατη κάμερα στην οροφή των γεγονότων»

Κ.Κ.: Εντάσσετε την ποιητική σας δουλειά σε ένα «πρόγραμμα», έχετε κάποιο ποιητικό όραμα, ή δουλεύετε τη μια συλλογή μετά την άλλη σαν μια ξεχωριστή κι αυτοτελή δουλειά;

Κ.Δ.: Κανένα πρόγραμμα, και ένα καθόλου ηχηρό, ήσυχο, ειλικρινές όραμα: Μέσα απ’ αυτά που γράφω, να βρουν τη λυτρωτική λαλιά τους, οι σιωπηλές ανάγκες και οι τυραννίες και κάποιων άλλων ψυχών, όχι μόνο η δική μου. Όχι τόσο διότι «αγαπάτε αλλήλους», αλλά επειδή το χάρισμα ή το ταλέντο, όπως θέλετε πείτε το, δεν μπαίνει στην περιπέτεια να υπάρξει, ούτε στον τρόμο τού να εκδηλωθεί, αν δεν έχει την υποστήριξη του οράματος, ότι θα υπάρξει αναγνώστης, φίλος ή και εχθρός ακόμα. Το διάλογο επιζητούμε γράφοντας, αποφεύγοντας όμως έτσι να έχουμε το εμπόδιο της παρουσίας του συνομιλητή, που εκθέτει σε μόλυνση την ιερότητα και του νεορού. Όσο για το αν δουλεύω με κάποιο πρόγραμμα, όχι. Δεν έχω δεδομένη την ικανότητα να προετοιμάζω τι θα με ενδιαφέρει αύριο, και τι θα μου ανατρέψει τις θέσεις μου. Αυτό το πολύ δύσκολο που λέγεται «σύνθεση» ή μάλλον «ενότητα θεμάτων», δεν το ξέρω. Παρατηρώ τις στενές σχέσεις των πραγμάτων, πάντα μέσω εκείνης της ασύλληπτης στιγμής που έρχεται και που απλώς αγγίζοντάς τα, τα κάνει άσχετα μεταξύ τους.

Το μόνο που προγραμματίζω εντατικά είναι να αγωνιώ αν θα ξαναγράψω, και να προγραμματίζω να φοβάμαι, μήπως απρόσεκτα ή σκόπιμα, προσπεράσω τη δική μου αυστηρή προειδοποίηση –όχι των άλλων– ότι ήρθε η στιγμή να σωπάσω. Μήπως την προσπεράσω και συνεχίσω να γράφω παρακούοντας τη σκληρή συνειδητοποίηση – δεν αντέχεται εύκολα.

dimoula_photoΚ.Κ.: Μια μερίδα της κριτικής σας αντιμετωπίζει, ακόμη, με κάποια επιφύλαξη. Θα συνδέατε αυτή την επιφυλακτικότητα με το γεγονός ότι είστε γυναίκα ή άλλες εξωλογοτεχνικές σας ιδιότητες (π.χ. εμφανίζεστε στην κουζίνα σας, ως γιαγιά, κάπως «συμβατική» στην εμφάνιση για ποιήτρια μεγάλου μεγέθους);

Κ.Δ.: Θα προτάξω εδώ δύο στίχους που έγραψα κάποτε και που θα μπορούσαν να αποτελέσουν πληρέστατη απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις σας: «Ερασιτέχνης άνθρωπος είμαι / πόσο καλύτερα παράπονα να φτιάξω;» Επομένως, αφού αποδέχομαι τον διάχυτο ερασιτεχνισμό μου, καθόλου δεν μου χρειάζεται να δώσω εξωραϊστικές ή παρήγορες ερμηνείες, ούτε στην επιφυλακτικότητα των αρμοδίων ούτε καν στην απόρριψη. Εγώ η ίδια αυτο-τίθεμαι υπό τον έλεγχο μιας ανελέητης αυστηρότητας για ό,τι παράγω. Γιατί όχι οι επαΐοντες. Στη μαλθακότητα της σιγουριάς δεν έχω περιπέσει. Μέσα στα πολλά που αμφισβητώ, φρόντισα πρώτη και καλύτερη να περιέχομαι. Θωρακίζομαι έτσι. Άλλο θέμα αν η αχίλλειος πτέρνα μου ανησυχεί έως και θλίβεται. Δεν με μειώνει που δεν ήμουν ποιήτρια-ψώνιο. Ήμουν χρόνια υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος και δεν ήταν τίποτε τόσο διαφορετικό από το ότι παραμένω κατώτερη υπάλληλος του εαυτού μου, του χαρακτήρα μου και των προθεσμιών. Έγινα μάνα και γιαγιά με τη θέλησή μου αλλά και ως υπάλληλος της φύσης και του σώματός μου. Κι έχω έτσι, σε ποιους φυσικούς δικαιούχους να κληροδοτήσω, το πέρασμα από τη ζωή, της ξέχειλης αγάπης μου για τη ζωή τους και τη ζωή.

Για ένα χόρτασμα αγωνίζεται το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας, η αδικία, η τέχνη και η ποίηση.

Βεβαίως και έπλενα καμιά φορά πιάτα και ευγνωμονώ την ανάμνηση, ότι μέσα από τις λίγδες, αναδύθηκαν κάποιοι πολύ αγαπημένοι σε μένα στίχοι. Ο Άθως Δημουλάς εξ’ άλλου, με ήθελε ποιήτρια. Κι αυτό, έπλενε και λαμπικάριζε κάθε αντιποιητική ασχολία μου και εικόνα. Αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί είναι τόσο αταίριαστη σε μια γυναίκα ποιήτρια αυτή η ασχολία. Το να πλένεις πιάτα είναι ένα απλό συμπέρασμα: ότι έφαγες. Είναι ντροπή αυτό; Μα η πείνα γενικά είναι το βασικό ερέθισμα των ροπών μας, όλων. Για ένα χόρτασμα αγωνίζεται το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας, η αδικία, η τέχνη και η ποίηση.

Όσο για την εμφάνισή μου, διαλέχτηκε να είναι συμβατική, σύμφωνη με την κατασκευή μου και το αντι-επιδεικτικό της γούστο. Σύμφωνο κι αυτό με το χαμηλό μπόι της καμιάς επάρσεως, και με το καθημερινό φθαρτό ανάστημα των εκπλήξεων. Τις σύμφωνες με την ποίησή μου, γέννημα κι αυτή της καθεμέρα δύσκολης πραγματικότητας, της ασουλούπωτης, που όπως κι εγώ, δεν ξέρει κι αυτή πώς να ντυθεί: ξεφωνίζοντας ή πνίγοντας με λέξεις τις χιλιάδες αλήθειες, τις εκατομμύρια αλήθειες: έκαστος κι η αλήθεια του…

Α, ιστορίες γι’ αγρίους, καθημερινούς…

Κ.Κ.: Πώς αισθάνεστε που η σημερινή Ελλάδα εμφανίζεται ως χώρα χρεοκοπημένη, αποτυχημένη, λίκνο απατεώνων και τεμπέληδων; Μας αδικεί αυτή η εικόνα ή μήπως θα ήταν ωφέλιμο ένα ναρκισσιστικό σοκ για να «πάμε μπροστά»;

Κ.Δ.: Πώς να αισθάνομαι; Σαν όλους εκείνους που ναυάγησαν στην ύστατη, συνταξιούχο ξηρά της εντιμότητά τους…

Ας σοβαρευτώ. Απάνθρωποι οι χαρακτηρισμοί που μας λιθοβολούν, ως ακραίοι. Η δε γενίκευσή τους, όχι απλώς είναι άδικη και βάρβαρη αλλά εμπαθώς και επιμελώς, θα έλεγα, απερίσκεπτη. Δεν φτάνει δηλαδή που κοντά στα «ξερά» κάηκαν και τα «χλωρά», πρέπει κι από πάνω να τιμωρούνται τα χλωρά που κάηκαν…

Με τι να «πάμε μπροστά»; Το επίδομα των ψευδαισθήσεων, όπως ξέρετε, κόπηκε κι αυτό. Εκτός πια αν μας δώσει κανένα δάνειο η ελπίδα. Αλλά κι αυτή έχει κατακλέψει την αλήθεια…

* Το ζωγραφισμένο πορτρέτο της Κικής Δημουλά είναι της Έφης Ξένου. 

politeia-link

 

 

 

 

 ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ  

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Χρήστος Τσαγγάλης: «Ομηρικά έπη, ένας κόσμος εν πολλοίς άγνωστος»

Χρήστος Τσαγγάλης: «Ομηρικά έπη, ένας κόσμος εν πολλοίς άγνωστος»

Σε βάθος συζήτηση με τον καθηγητή Χρήστο Κ. Τσαγγάλη, τον Έλληνα μελετητή της ομηρικής ποίησης που παρακολουθεί και συνδιαμορφώνει τις παγκόσμιες τάσεις στο πεδίο των ομηρικών μελετών. 

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

Η πρ...

Μαρία Λαϊνά: «Αυτό το τίποτα που με καταδιώκει»

Μαρία Λαϊνά: «Αυτό το τίποτα που με καταδιώκει»

Η Μαρία Λαϊνά συνομίλησε με την Αργυρώ Μποζώνη, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της «Θυμάσαι τι είναι η ποίηση; Ιστορίες ποδηλασίας» (εκδ. Πατάκη).

Της Αργυρώς Μποζώνη

Πρίν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε ο τόμος «Θυμάσαι τι είναι η ποίηση; Ιστορίες π...

Μάρω Δούκα: «Να δώσουμε νόημα και ρυθμό στην καθημερινότητα που μας αλέθει»

Μάρω Δούκα: «Να δώσουμε νόημα και ρυθμό στην καθημερινότητα που μας αλέθει»

Συζήτηση με τη Μάρω Δούκα με αφορμή το τελευταίο της βιβλίο, τη συλλογή κειμένων Τίποτε δεν χαρίζεται (εκδ. Πατάκη).

Του Κ.Β. Κατσουλάρη 

Πιάνοντας το νήμα...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

Για τη μελέτη του Μορίς Ντομά (Maurice Daumas) «Τι είναι ο μισογυνισμός;» (μτφρ. Κατερίνα Γούλα, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Από τη σειρά του Νέτφλιξ «Εφηβεία».

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

«Είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το...

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

«Την κυρίως πλοκή του αστυνομικού μυθιστορήματος την αντιμετωπίζω ως ένα μέσον για να αφηγηθώ το δράμα των πρωταγωνιστών» μας είπε ο Χάρης Καραθύμιος, με αφορμή το μυθιστόρημά του «Ο Μεσσίας» (εκδ. Μίνωας).

Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου

...
«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

Για την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, που προβάλλεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους. 

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας 

Ο σημαντικός, Άγγλος βιρτουόζος σκηνοθέτης ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

Συναντήσεις με απειλούμενα είδη, καθώς και με άλλα ζώα που μας θυμίζουν τον εαυτό μας. Δύο βιβλία από τις εκδόσεις ΕΠΟΨ μας αποκαλύπτουν τα μυστικά του ζωικού βασιλείου. © Duke Lemur Center

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλωνας Παπαγεωργίου

Η κλιματ...

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

Καταιγιστική δράση αλλά και χαλαρή ατμόσφαιρα, κοινωνικός σχολιασμός και σκοτεινός ρεαλισμός: Είκοσι έξι αστυνομικά, νουάρ και ψυχολογικά θρίλερ, για ένα καλοκαίρι γεμάτο συγκινήσεις. 

Επιλογή-παρουσίαση: Χίλντα Παπαδημητρίου

...
Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Πέντε ποιητικά έργα με πυκνή γραφή, φιλοσοφικούς στοχασμούς και πολιτικό περιεχόμενο.

Επιλογή-παρουσίαση Παναγιώτης Γούτας

Πέντε ποιητικά έργα από τον βορρά, καρποί ώριμης γραφής, που εκφράζουν φιλοσοφικούς αλλά και πολιτικούς προβληματισμούς. 

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ