
Ο Χρήστος Κυριακίδης μας συστήθηκε πρόσφατα με το βιβλίο εκλαϊκευμένης επιστήμης «Το μήλο, η πεταλούδα και ο καθηγητής Σιμωνίδης» (εκδ. Key Books).
Επιμέλεια: Book Press
Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας συγγραφέας; Τι το καινούργιο φέρνει;
Καταλαβαίνω μια τέτοια σκέψη και δεν τη θεωρώ άδικη. Η γραφή, άλλωστε, δεν ξεκινά ποτέ από το μηδέν. Δεν έγραψα αυτό το βιβλίο για να διεκδικήσω κάποια πρωτοτυπία, αλλά για να συμβάλω σε έναν διάλογο που θεωρώ αναγκαίο σήμερα: πώς μπορούμε να μιλήσουμε για την επιστήμη όχι μόνο ως γνώση, αλλά ως εμπειρία σκέψης.
Το βιβλίο πατά πάνω σε επιστημονικές έννοιες που έχουν ειπωθεί ξανά, αλλά επιχειρεί να τις προσεγγίσει με έναν τρόπο που τις επανασυνδέει με την ανθρώπινη ζωή, την αμφιβολία, τον χρόνο, τη μάθηση. Δεν φιλοδοξεί να σταθεί ως αυθεντία, αλλά ούτε και να υποτιμήσει τη γνώση· αντίθετα, προσπαθεί να της δώσει βάθος και χώρο, μέσα από μια αφήγηση που καλεί τον αναγνώστη να συμμετάσχει ενεργά.
Αν υπάρχει κάτι που φέρνει αυτό το βιβλίο, είναι αυτή η πρόθεση: να συνδυάσει επιστημονική ακρίβεια με στοχασμό και αφήγηση, χωρίς εκπτώσεις. Και πιστεύω ότι αυτή η σύνθεση είναι ουσιαστική και επίκαιρη – όχι ως απάντηση, αλλά ως ανοιχτή πρόσκληση για σκέψη.
Με ποια λόγια θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτε γι’ αυτό;
Θα του έλεγα ότι είναι ένα βιβλίο εκλαϊκευμένης επιστήμης που δεν γράφτηκε μόνο για να μεταδώσει γνώση, αλλά για να καλλιεργήσει κατανόηση. Χρησιμοποιεί τη Φυσική -την κβαντική, τη σχετικότητα, την έννοια του χρόνου και της εντροπίας- όχι ως σύνολο πληροφοριών, αλλά ως τρόπο σκέψης και στάσης απέναντι στον κόσμο.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι άφθονη, αλλά η κατανόηση σπάνια. Το βιβλίο αυτό προσπαθεί να σταθεί ακριβώς εκεί: να δείξει ότι η επιστήμη δεν είναι κάτι μακρινό ή τρομακτικό, αλλά ένα ανθρώπινο εργαλείο για να σκεφτούμε τη ζωή, την αβεβαιότητα, τον χρόνο, τη σχέση μας με το άγνωστο. Οι έννοιες δεν παρουσιάζονται αποκομμένες, αλλά ενταγμένες σε μια αφήγηση, σε έναν διάλογο δασκάλου και μαθητή, που λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στη γνώση και την εμπειρία.
Δεν ζητά από τον αναγνώστη να «μάθει» Φυσική με την παραδοσιακή έννοια. Του προτείνει να ξαναθυμηθεί τη σημασία της ερώτησης, να αποδεχτεί ότι δεν χρειάζεται να έχει όλες τις απαντήσεις για να σκέφτεται ουσιαστικά. Αν, κλείνοντας το βιβλίο, αισθανθεί λίγο πιο άνετα με το να ρωτά και λίγο πιο κοντά στο να κατανοεί, τότε το βιβλίο έχει πετύχει τον σκοπό του.
Πείτε μας δυο λόγια για το νεότευκτο «συγγραφικό σας εργαστήρι». (Ακολουθήσατε κάποια «μέθοδο»; Συμβουλευτήκατε κάποιον; Αυτοσχεδιάσατε; Πώς τα καταφέρατε να μην χαθείτε στον κόσμο των λέξεων;)
Δεν θα το έλεγα «εργαστήρι» με τη στενή έννοια. Με βοήθησε πολύ το γεγονός ότι το γνωστικό αντικείμενο του βιβλίου το κατέχω ήδη – είναι η φυσική που διδάσκω χρόνια. Η επαφή μου με τη διδασκαλία έπαιξε καθοριστικό ρόλο: με έχει μάθει να παρατηρώ πού σκοντάφτει η σκέψη, πού γεννιέται η απορία, πού χρειάζεται παύση.
Με ενδιέφερε να μην χαθώ στις λέξεις, αλλά να παραμένω πιστός στην πρόθεση να μην χαθεί η επιστήμη μέσα στη λογοτεχνία, αλλά ούτε και ο άνθρωπος μέσα στη γνώση.
Από εκεί και πέρα, η γραφή ήταν μια συνεχής διαδικασία επιστροφής και διόρθωσης. Δεν αυτοσχεδίασα ανεξέλεγκτα· έγραφα, άφηνα το κείμενο, το ξαναδιάβαζα, αφαιρούσα. Με ενδιέφερε να μην χαθώ στις λέξεις, αλλά να παραμένω πιστός στην πρόθεση να μην χαθεί η επιστήμη μέσα στη λογοτεχνία, αλλά ούτε και ο άνθρωπος μέσα στη γνώση.
Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες -κινηματογράφος, εικαστικά, κόμικς, μουσική κ.ά.- τη συγγραφική σας δουλειά; Αν ναι, με ποιους τρόπους;
Δεν θα έλεγα ότι κάποια συγκεκριμένη τέχνη λειτούργησε άμεσα ως πρότυπο ή σημείο αναφοράς. Περισσότερο πιστεύω ότι το σύνολο των τεχνών -αλλά και ο τρόπος που αφηγούμαστε ιστορίες ως άνθρωποι- διαμορφώνουν σιωπηλά τον τρόπο που σκεφτόμαστε και εκφραζόμαστε.
Ένα βιβλίο που εμπιστεύεται τον αναγνώστη και τον καλεί να συμμετάσχει, όχι απλώς να καταναλώσει.
Η ανάγνωση έπαιξε σίγουρα καθοριστικό ρόλο: βιβλία που δεν βιάζονται να εξηγήσουν τα πάντα, που αντέχουν την παύση, τη σιωπή, την αμφιβολία. Όχι ως ύφος προς μίμηση, αλλά ως στάση απέναντι στον αναγνώστη και στη σκέψη. Με ενδιαφέρει ένα κείμενο που δεν καθοδηγεί αυστηρά, αλλά συνοδεύει, που δεν επιβάλλει νόημα, αλλά αφήνει χώρο να γεννηθεί. Αν υπάρχει, λοιπόν, κάποια επιρροή, είναι αυτή η επιθυμία να γραφτεί ένα βιβλίο που δεν φοβάται να σταθεί ανάμεσα στα είδη και στις γλώσσες -επιστημονική, αφηγηματική, στοχαστική- χωρίς την ανάγκη να απολογηθεί για τη θέση του. Ένα βιβλίο που εμπιστεύεται τον αναγνώστη και τον καλεί να συμμετάσχει, όχι απλώς να καταναλώσει.
Ο δρόμος προς την έκδοση για τους νέους συγγραφείς συνήθως δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα. Ποια είναι η δική σας ιστορία;
Η δική μου εμπειρία ήταν, ομολογώ, εξαιρετικά θετική. Από την πρώτη στιγμή ένιωσα ότι υπήρχε εμπιστοσύνη από τον εκδοτικό οίκο Key Books, από την επιμελήτρια, από όλη την ομάδα. Δεν αντιμετωπίστηκε το βιβλίο ως προϊόν που πρέπει απλώς να «δουλέψει», αλλά ως κείμενο που αξίζει φροντίδα και χρόνο.
Ξέρω ότι αυτό δεν είναι πάντα δεδομένο για έναν νέο συγγραφέα, και ίσως γι’ αυτό το εκτίμησα ακόμη περισσότερο. Η αίσθηση ότι δεν είσαι μόνος στη διαδικασία κάνει τη γραφή λιγότερο μοναχική και πολύ πιο ουσιαστική.























