
«Όσο για τον συγγραφέα, δεν πρέπει να κρατά βέργα. Γιατί δεν είναι ούτε λογιστής των ανθρώπινων πράξεων, για να κάνει ισολογισμούς με χρεωστικά και πιστωτικά, ούτε δικαστής» μας είπε ο Μάνθος Σκαργιώτης με αφορμή το μυθιστόρημά του «Το ποτάμι που επέστρεφε» (εκδ. Ελληνοεκδοτική).
Συνέντευξη στον Λεωνίδα Καλούση
Ένα ταξίδι στον χρόνο, αλλά και μία ιχνηλασία στα μυστήρια της ψυχής και στον αγώνα της για επιβίωση προσφέρει το μυθιστόρημα του Μάνθου Σκαργιώτη Το ποτάμι που επέστρεφε (εκδ. Ελληνοεκδοτική). Η κατάρρευση του γεφυριού της Πλάκας Ιωαννίνων το 2015 γίνεται η αφορμή ώστε να ζωντανέψει ο τόπος και οι άνθρωποι που έζησαν παλαιότερα σε αυτόν: αφηγηματικά, μεταφερόμαστε στο 1881, όταν ο ήρωας Πόρτουλας ερωτεύεται την Αννιώ και περνάει το γεφύρι, στην απέναντι μεριά του Άραχθου ποταμού, για να τη συναντήσει.
Ο συγγραφέας μάς μίλησε για τον κεντρικό ήρωά του, που αναζητά την ταυτότητά του, την εμφάνιση του ποιητή Κώστα Κρυστάλλη στην ιστορία του, την Ιστορία και τη σύγχρονη εποχή.
Πού έχει τις πηγές του Το ποτάμι που επέστρεφε; Συμφωνεί με την ηρακλείτεια ρήση «δὶς ἐς τὸν αὐτὸν ποταμὸν οὐκ ἂν εμβαίης»;
Το ποτάμι που επέστρεφε πηγάζει από ένα... γεφύρι. Πρόκειται για το γεφύρι της Πλάκας που το γκρέμισε η αδιαφορία της Πολιτείας και η θεομηνία της 1ης Φεβρουαρίου 2015. Τα συναισθήματα που γέννησε η κατάρρευση, καθώς και ο κόσμος -φύση και άνθρωποι- που συνδέθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με το γεφύρι επί ενάμισι αιώνα είναι τα νερά που κυλούν στην κοίτη του ποταμού. Αυτά τα νερά δεν τιθασεύονται από τους φυσικούς νόμους και παρακάμπτουν την ηρακλείτεια ρήση. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, γιατί έχουν μέσα τους ανθρώπινη ψυχή. Και η ψυχή του ανθρώπου έχει τη χάρη να είναι ελεύθερη.
Ο κεντρικός ήρωας σε καιρούς ταραγμένους αναζητά την ταυτότητά του. Αποτελεί «διαβατήριο» η ταυτότητα και στην εποχή μας;
Θα έλεγα πως στην εποχή μας η ταυτότητα είναι το ζητούμενο. Εν γνώσει ή εν αγνοία μας, είμαστε όπως μας θέλουν οι ποικιλώνυμοι διαχειριστές της μοίρας μας και όχι όπως θα θέλαμε οι ίδιοι. Έτσι, σε μεγάλο βαθμό, ο καθένας μας είναι μια επανάληψη ενός άλλου ή ένα αλλοπρόσαλλο άθροισμα πολλών άλλων. Και είναι άδικο να περάσουμε τη ζωή μας ως κάτι διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά είμαστε. Γιατί έτσι θα φτάσουμε στον θάνατο έχοντας ζήσει μια ξένη ζωή και όχι τη δική μας. Οφείλουμε λοιπόν να συνειδητοποιήσουμε τη μοναδικότητά μας και να βρούμε τις συντεταγμένες του εαυτού μας πάνω στον χάρτη του σύμπαντος.
Όσο για τον συγγραφέα, δεν πρέπει να κρατά βέργα. Γιατί δεν είναι ούτε λογιστής των ανθρώπινων πράξεων για να κάνει ισολογισμούς με χρεωστικά και πιστωτικά, ούτε δικαστής για να καταδικάζει ή να αθωώνει.
Συνάμα άγγελοι και διάβολοι οι ήρωές σας, αλλά παρόλα αυτά δεν κρίνετε τις πράξεις τους. Μπορείς να μιλήσεις για τα ανθρώπινα πάνω από το καλό και το κακό;
Πάνω από την επιδοκιμασία του καλού και την επίκριση του κακού υπάρχει η κατανόηση, το ενδιαφέρον, η καλοσύνη, η συμπάθεια, ο έρωτας, η αγάπη, ο αλτρουισμός, η φιλία. Αυτές οι αρετές θα σου δώσουν τα εφόδια, ώστε να δείξεις τον τρόπο να καταλάβουν οι άλλοι και το λάθος τους και την αξία τους. Μόνοι τους. Όσο για τον συγγραφέα, δεν πρέπει να κρατά βέργα. Γιατί δεν είναι ούτε λογιστής των ανθρώπινων πράξεων, για να κάνει ισολογισμούς με χρεωστικά και πιστωτικά, ούτε δικαστής για να καταδικάζει ή να αθωώνει.
Εσχάτως εντάθηκε η συζήτηση για το ρόλο της ντοπιολαλιάς στη λογοτεχνία με πρωταγωνιστή το ηπειρώτικο ιδίωμα. Ποια η θέση σας;
Η ντοπιολαλιά διαμορφώνεται από το φυσικό τοπίο, τις ασχολίες των κατοίκων, τις μεταξύ τους σχέσεις, τον ρόλο τους μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, την κουλτούρα τους. Υποδηλώνει, επομένως, τον ψυχισμό των ανθρώπων, το γεωγραφικό ανάγλυφο και την ιστορική μνήμη. Ειδικά το ηπειρώτικο ιδίωμα κουβαλάει την τραχύτητα της πέτρας, μοιρολόγια, ξενιτιές, απομόνωση. Όταν η ντοπιολαλιά εντάσσεται αρμονικά μέσα στο λογοτεχνικό έργο, αυτό αποκτά αυθεντικότητα και αληθοφάνεια, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να νιώθει ότι συνυπάρχει με τα πρόσωπα του έργου και να απολαμβάνει αισθητικά την ιστορία. Γι’ αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή πότε, πού και πώς πρέπει το τοπικό ιδίωμα να επιστρατεύεται.
Στο μυθιστόρημά σας επινοήσατε μία συνάντηση του πρωταγωνιστή με τον ποιητή Κώστα Κρυστάλλη. Δεδομένου ότι έχετε μελετήσει συστηματικά το έργο του, τι κομίζει στον σύγχρονο αναγνώστη;
Ο Κρυστάλλης κομίζει την αγνότητα της φύσης και των απλοϊκών ανθρώπων, την ομορφιά των βουνών και της αγροτικής ζωής, την ψυχή του ποιμενικού πολιτισμού. Έναν κόσμο αφτιασίδωτο, αληθινό. Αν αναλογιστούμε την αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου από το φυσικό περιβάλλον και τον καταιγισμό πληροφοριών που δέχεται ο νέος κυρίως για βίαιες συμπεριφορές, μπορούμε να φανταστούμε τη σημασία που έχουν τα μηνύματα γαλήνης, ηρεμίας και ανθρωπιάς που στέλνει η ποίηση του Ηπειρώτη δημιουργού.
Ψυχή του παρελθόντος είναι η λογοτεχνία, γραπτή και προφορική. Είναι, με άλλα λόγια, το «λάλον ύδωρ» των παλιών κοινωνιών.
Τι είχατε κατά νου όταν αποφασίσατε να αναδείξετε και την ιστορικά «υποφωτισμένη» ρουμανική προπαγάνδα στη Δυτική Μακεδονία και την Ήπειρο;
Η ρουμανική προπαγάνδα λειτουργεί σαν αντίβαρο στον αγώνα του κεντρικού προσώπου του μυθιστορήματος. Συγκεκριμένα, ο ήρωας του έργου αναζητά την ταυτότητά του, ενώ στην περίπτωση της ρουμανικής προπαγάνδας καταβάλλεται σκληρή αλλά άκαρπη προσπάθεια να απαρνηθεί μια μεγάλη κοινωνική ομάδα (οι Βλάχοι) την ταυτότητά της. Έτσι, γεννιέται μια βαθιά αντίφαση: αυτός που ψάχνει τη δική του ταυτότητα στρατεύεται στον αγώνα να χάσουν κάποιοι άλλοι τη δική τους. Παράλληλα, η ρουμανική προπαγάνδα παρέχει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να τονιστεί το δέσιμο του ανθρώπου με το χώμα και τον αέρα που του δίνουν ζωή και με τους προπάτορες που του δείχνουν τον δρόμο και το στασίδι.
Τι έχει απομείνει από τη σοφία των παλιών κοινωνιών; Είναι η λογοτεχνία ο μοναδικός μίτος που συνδέει το χθες με το σήμερα;
Πιστεύω πως κάθε γενιά περνάει από τα δικά της φίλτρα τις παρακαταθήκες των προηγούμενων και τις προσαρμόζει στην καθημερινότητά της. Η ουσία όμως αυτών των παρακαταθηκών παραμένει ίδια. Αλλάζουν μόνο οι «φορεσιές», οι τρόποι. Όσο για την επαφή με το χθες, αρκετά είναι εκείνα που μας συνδέουν, όπως η ιστορία, η λαογραφία, τα παλιά κτήρια. Αυτά όμως αποτελούν το σώμα του παρελθόντος. Ψυχή του παρελθόντος είναι η λογοτεχνία, γραπτή και προφορική. Είναι, με άλλα λόγια, το «λάλον ύδωρ» των παλιών κοινωνιών.
Η γενιά μου πάντως είναι τυχερή. Γράψαμε και σε πλάκα με κοντύλι, αλλά και σε υπολογιστή. Σβήσαμε και με τη δίχρωμη (ροζ-μπλε) γόμα, αλλά και με το πλήκτρο delete.
Αισθάνεστε άνετα στην ψηφιακή εποχή μας; Έχει αλλάξει τον τρόπο που γράφετε ή διαβάζετε;
Προσπαθώ να είμαι ψύχραιμος. Η γενιά μου πάντως είναι τυχερή. Γράψαμε και σε πλάκα με κοντύλι, αλλά και σε υπολογιστή. Σβήσαμε και με τη δίχρωμη (ροζ-μπλε) γόμα, αλλά και με το πλήκτρο delete. Επικοινωνήσαμε σχηματίζοντας στο στόμα χωνί με τα χέρια, αλλά και στέλνοντας ηλεκτρονικά μηνύματα. Είδαμε δηλαδή τη ζωή ένθεν κακείθεν και εκτιμούμε την πρόοδο. Η ψηφιακή επανάσταση με έχει επηρεάσει στο πρακτικό, ας το πούμε, μέρος της γραφής. Για παράδειγμα, αξιοποιώ τις πολλές δυνατότητες που παρέχει ο υπολογιστής (διορθώσεις, προσθήκες, αφαιρέσεις) και, παράλληλα, βρίσκω στο διαδίκτυο εύκολα και γρήγορα τις απαραίτητες πληροφορίες για τη συγγραφή ενός κειμένου. Για το διάβασμα, όμως, προτιμώ το έντυπο βιβλίο.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Μάνθος Σκαργιώτης γεννήθηκε στο χωριό Μονολίθι Ιωαννίνων το 1952. Σπούδασε φιλολογία. Ζει στην Αθήνα.
Έχει δημοσιεύσει τα μυθιστορήματα Το λαθραίο (εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991), Η αλάνα με τις ακονόπετρες (εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1995), Ουδέτερη ζώνη (εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1995), Δώδεκα μήνες, δεκατρία φεγγάρια (Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2001), Το παρελθόν επιστρέφει από τον άλλο δρόμο (Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2004), Ένα κλειδί, τρεις πόρτες (εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2009), Στο δρόμο των αρωμάτων (εκδ. Διόπτρα, Αθήνα 2015), Ουμπούντου (εκδ. Διόπτρα, Αθήνα 2019).

Έχει επίσης δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές Ματωμένοι σάρακες (εκδ. Κριτήριο, Αθήνα 1974), Στο ρυθμό της Κύπρου (εκδ. Γιάννινα 1978). Κείμενά του είναι δημοσιευμένα σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά ή συμπεριλαμβάνονται σε ανθολογίες. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά (Uno Specchio, Santerno Edizioni, Italia 1985).
Έχει βραβευτεί με το Α′ βραβείο για ανέκδοτη συλλογή ποιημάτων από τον Φιλολογικό Παρνασσό το 1987, με το Α′ βραβείο σε ποιητικό διαγωνισμό του Δήμου Καλλιθέας Αττικής το 1983, με το Β′ βραβείο από τον Σύνδεσμο Φιλίας Ελλάς-Κύπρος σε πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό το 1982, με το Α′ βραβείο διηγήματος από τον ίδιο Σύνδεσμο το 1992.
























