
«Το βιβλίο δεν επιχειρεί απλώς να περιγράψει τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης, αλλά να αναζητήσει τις βαθύτερες αιτίες που μας οδήγησαν σε αυτό το οριακό σημείο» είπε ο Δημήτρης Τζιμέας για τη συλλογή διηγημάτων του «Ελπίζω να ξέρεις κολύμπι, είπε η καρύδα» (εκδ. Δίαυλος).
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Στη συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Τζιμέα Ελπίζω να ξέρεις κολύμπι, είπε η καρύδα: Μερικές όχι και τόσο ειρηνικές ιστορίες από τον Ειρηνικό (εκδ. Δίαυλος) πρωταγωνιστούν οι κουκίδες του χάρτη του Ειρηνικού, τα μικροσκοπικά νησιά του ωκεανού, και οι κάτοικοι που ζούνε πάνω τους, μακριά από τα κέντρα του σύγχρονου πολιτισμού.
Μιλήσαμε με τον συγγραφέα για τους ιδιαίτερους τόπους που παρουσιάζει στις αφηγήσεις του, την κλιματική αλλαγή, που απειλεί να εξαφανίσει άμεσα τους επίγειους αυτούς «παραδείσους», το χιούμορ που χρησιμοποιεί γράφοντας, ως άμυνα απέναντι στο παράλογο, αλλά και τις επιρροές του.
Η συλλογή διηγημάτων σας ταξιδεύει τον αναγνώστη σε εξωτικά νησιά και τόπους του αχανούς Ειρηνικού, μέρη την ύπαρξη των οποίων πολλοί θα αγνοούν: Ναουρού, Γουέικ, Κάμπακον κλπ. Στην αρχή κάθε κεφαλαίου βρίσκουμε έναν κωδικό QR και σκανάροντάς τον μεταφερόμαστε στην τοποθεσία του μέρους στο Google Maps. Γιατί επιλέξατε αυτά τα μικρά σημεία του χάρτη, την περιφέρεια, θα έλεγε κανείς, και όχι κάποιο μεγάλο κέντρο; Τι επιδιώκετε να αναδείξετε;
Εδώ και αρκετό καιρό, ζω και εργάζομαι μόνιμα σε μία από αυτές τις μικροσκοπικές κουκκίδες γης του Ειρηνικού. Ερχόμενος από 20.000 χιλιόμετρα μακριά, η πρώτη εντύπωση που χαράσσεται στο μυαλό είναι αναπόφευκτα η μοναδικότητα του τοπίου. Με τον καιρό, όμως, συνειδητοποιείς πως πίσω από την πυκνή βλάστηση υπάρχουν κοινότητες ανθρώπων που έχουν αυτό το μέρος για σπίτι τους εδώ και πολλές δεκάδες χιλιάδες χρόνια. Και τότε έρχεσαι αντιμέτωπος με μια πραγματικότητα που σπάνια συναντά ένας ταξιδιώτης μερικών εβδομάδων: τις παραδόσεις τους, τις μουσικές και τους χορούς τους, τους μυστηριώδεις μύθους τους, αλλά και μια ξεχωριστή ευγένεια και ειλικρίνεια που σε ωθούν να αναζητήσεις την ιστορία που κρύβεται πίσω από όλα αυτά.
Όσο περισσότερο διαβάζεις, τόσο περισσότερο ανακαλύπτεις έναν κόσμο γεμάτο εκπλήξεις, άλλοτε συναρπαστικές και άλλοτε σκοτεινές. Αυτή είναι, χρονικά, και η αφετηρία του βιβλίου: η στιγμή που κάποιος φτάνει σε έναν εξωτικό τόπο και αρχίζει να τον εξερευνά όχι μόνο γεωγραφικά, αλλά και ιστορικά, σχεδόν ερευνητικά, διαβάζοντας και αναζητώντας όσα συνέβησαν σε αυτά τα απομακρυσμένα νησιά.
Τα νησιά στα οποία εκτυλίσσονται οι ιστορίες είναι τόσο απομακρυσμένα, ώστε συχνά αναρωτιέσαι αν υπάρχουν πραγματικά. Αυτή η απόσταση λειτουργεί και αφηγηματικά.
Για τον λόγο αυτό, στην αρχή κάθε κεφαλαίου υπάρχει ένα QR code που οδηγεί τον αναγνώστη στην ακριβή τοποθεσία όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα μέσω του Google Maps. Σε πολλές περιπτώσεις δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να εντοπίσει κανείς αυτά τα μέρη. Τα νησιά στα οποία εκτυλίσσονται οι ιστορίες είναι τόσο απομακρυσμένα, ώστε συχνά αναρωτιέσαι αν υπάρχουν πραγματικά. Αυτή η απόσταση λειτουργεί και αφηγηματικά. Ο αναγνώστης παρασύρεται στην εξέλιξη των γεγονότων χωρίς στερεότυπα, χωρίς να φιλτράρει, και σχεδόν ανεπαίσθητα εισέρχεται σε έναν κόσμο σχεδόν εξωπραγματικό, τόσο ξένο ώστε θα μπορούσε να ανήκει στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Όμως δεν ανήκει εκεί. Και η στιγμή που συνειδητοποιεί ότι όλα αυτά είναι απολύτως πραγματικά είναι ίσως και η πιο σοκαριστική.
Όλα τα μέρη, οι χαρακτήρες και τα γεγονότα του βιβλίου είναι πέρα για πέρα αληθινά. Η εξοντωτική-αυτοκτονική εξόρυξη στο Ναούρου, οι πυρηνικές δοκιμές στα νησιά Μπικίνι, το βούλιαγμα του Τουβάλου, το Deep Sea Mining στα απέραντα βάθη του Ειρηνικού, το One Million Dollar Point στα Βανουάτου και πολλές ακόμη ιστορίες συνέβησαν ή εξακολουθούν να συμβαίνουν. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο: δεν ανήκουν στο παρελθόν ούτε σε κάποιο μακρινό, εξωτικό σύμπαν· σε κάποια γωνιά του πλανήτη εκτυλίσσονται ακόμη και σήμερα.
Έχετε εργαστεί ως ακαδημαϊκός, αλλά για χρόνια κάνατε ταξιδιωτικά ρεπορτάζ. Πόσο βιωματικές είναι οι ιστορίες σας; Πόσο αληθινά είναι τα πολλά πρόσωπα που συναντάμε σε αυτές;
Αυτό το βιβλίο μού έδωσε την ευκαιρία να συνδυάσω δύο διαφορετικές ιδιότητες που με έχουν συνοδεύσει όλα αυτά τα χρόνια. Από τη μία πλευρά, την ακαδημαϊκή έρευνα: τη συστηματική μελέτη των ιστορικών γεγονότων και τη σύνδεσή τους με τις περιβαλλοντικές και κλιματικές επιπτώσεις που εξακολουθούν να διαμορφώνουν τον κόσμο μας. Από την άλλη, τη βιωματική εμπειρία της ζωής στον Ειρηνικό, την επαφή με τις πολυάριθμες κοινότητες και φυλές του, καθώς και με τις ιδιαίτερες παραδόσεις και κοσμοαντιλήψεις τους.
Με αυτή την έννοια, οι ιστορίες του βιβλίου δεν αποτελούν απλώς αφηγήσεις από μακρινούς τόπους, αλλά διαφορετικές όψεις του ίδιου ερωτήματος: πώς φτάσαμε ως εδώ και τι είναι αυτό που συνεχίζει να αναπαραγάγει τις ίδιες κρίσεις.
Υπάρχει, όμως, και μια τρίτη διάσταση. Η δουλειά ενός ερευνητή δεν είναι μόνο να καταγράφει επαναλαμβανόμενα μοτίβα ή να αναδεικνύει τις περιβαλλοντικές τραγωδίες που συνοδεύουν την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Είναι επίσης να αναζητά τα βαθύτερα αίτια που τις γεννούν. Με αυτή την έννοια, οι ιστορίες του βιβλίου δεν αποτελούν απλώς αφηγήσεις από μακρινούς τόπους, αλλά διαφορετικές όψεις του ίδιου ερωτήματος: πώς φτάσαμε ως εδώ και τι είναι αυτό που συνεχίζει να αναπαραγάγει τις ίδιες κρίσεις.
Σε αντίθεση με το προηγούμενο μυθιστόρημά μου, το Γκτανγκ! Όταν ο Tarantino παρακολούθησε τις διαλέξεις του Feynman, όπου όλοι οι χαρακτήρες είναι προϊόν μυθοπλασίας, εδώ οι πρωταγωνιστές είναι απολύτως πραγματικά πρόσωπα. Ο Τζον Φρομ των Βανουάτου, ο Ιεραπόστολος της Καρύδας Αύγουστος Ένγκελχαρτ, ο φύλαρχος Ιούδας των Μπικίνι, ο πλοίαρχος Ρίνναν, ο υπουργός Οικονομικών του Ναούρου, η γιαγιά Σιναλέι, ο Σάιμον Κόφε, ο καπετάνιος Τομπίας του ναυαγίου στο Γουέικς, ο Μαρκήσιος ντε Ρέις δεν είναι λογοτεχνικές επινοήσεις, είναι όλοι τους αληθινοί. Είναι άνθρωποι που έζησαν, έδρασαν και άφησαν το αποτύπωμά τους σε πραγματικά γεγονότα, όσο απίστευτα κι αν μοιάζουν σήμερα οι ιστορίες τους.
Η κλιματική αλλαγή είναι ένα μεγάλο θέμα των καιρών μας, με το οποίο καταπιάνεστε στο βιβλίο σας, ορισμένες φορές με ιδιαίτερα άμεσο τρόπο, όπως στην περίπτωση του διηγήματος «Τουβαλού», για το ομώνυμο νησί που βουλιάζει σιγά σιγά. Με ποιον ιδιαίτερο τρόπο προσεγγίζετε το ζήτημα αυτό;
Η κλιματική κρίση βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της συλλογής διηγημάτων. Ωστόσο, το βιβλίο δεν επιχειρεί απλώς να περιγράψει τις συνέπειές της, προσπαθεί κυρίως να αναζητήσει τις βαθύτερες αιτίες που μας οδήγησαν σε αυτό το οριακό σημείο. Με αυτή την έννοια, η κλιματική αλλαγή δεν παρουσιάζεται μόνο ως περιβαλλοντικό πρόβλημα, αλλά και ως πολιτισμικό, ιστορικό και ηθικό ζήτημα.
Ο Ειρηνικός αποτελεί ίσως το ιδανικό σημείο για να παρατηρήσει κανείς αυτές τις διεργασίες. Οι μικρές νησιωτικές χώρες της περιοχής είναι μία από τις πρώτες πολύ σοβαρά πληττόμενες περιοχές του πλανήτη από την κλιματική αλλαγή – σύντομα θα προστεθούν πολύ περισσότερες σε αυτήν την τραγική λίστα. Για τους κατοίκους αυτών των πολύ μικρών νησιών κάθε εκατοστό που καταπίνει η άνοδος της στάθμης του ωκεανού δεν είναι ένα μικρό κομμάτι παραλίας που χάνεται, είναι κάτι πολύ πιο σπάνιο μέσα στον αχανή ωκεανό. Είναι ένα υπερπολύτιμο κομμάτι γης ζωτικής σημασίας για την επιβίωση των ανθρώπων εκεί.
Τα νερά ανεβαίνουν, αυξάνεται η αλατότητα του χώματος, καταστρέφεται κάθε δυνατότητα καλλιέργειας, μειώνεται το πόσιμο νερό, ανεβαίνει η θερμοκρασία της θάλασσας και το οικοσύστημα διαταράσσεται μην μπορώντας να τους τροφοδοτήσει την απαραίτητη αλιεία για να επιβιώσουν.
Στα 11 διηγήματα του βιβλίου συναντάμε χώρες όπως το Τουβάλου, τo οποίο μετά από χιλιάδες χρόνια συνεχόμενης ανθρώπινης παρουσίας εκεί, μέχρι το τέλος του αιώνα θα εξαφανιστει ολοκληρωτικά, θα το καταπιούν τα κύματα. Μέχρι τότε, για τους κατοίκους αυτών των μαρτυρικών νησιών, η κλιματική κρίση δεν είναι μια είδηση από το μέλλον, μια δακρύβρεχτη αναφορά στo πλαίσιo κάποιου συνεδρίου, είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι μια καθημερινότητα. Τα νερά ανεβαίνουν, αυξάνεται η αλατότητα του χώματος, καταστρέφεται κάθε δυνατότητα καλλιέργειας, μειώνεται το πόσιμο νερό, ανεβαίνει η θερμοκρασία της θάλασσας και το οικοσύστημα διαταράσσεται μην μπορώντας να τους τροφοδοτήσει την απαραίτητη αλιεία για να επιβιώσουν.
Στον Ειρηνικό, αν φύγει ένας γιατρός από το νησί, ο κοντινότερος μπορεί να είναι 4000 χιλιόμετρα μακριά. Κάθε μέλος της κοινότητας είναι επομένως σημαντικό, μοναδικό και απαραίτητο.
Παράλληλα, κάτω από αυτές τις πιέσεις, οι κοινωνίες αδειάζουν πραγματικά από κόσμο. Μαζικά κύματα κλιματικής μετανάστευσης συρρικνώνουν τις μικρές αυτές κοινωνίες ταχύτατα στερεύοντάς τις από εξειδικευμένο προσωπικό. Στον Ειρηνικό, αν φύγει ένας γιατρός από το νησί, ο κοντινότερος μπορεί να είναι 4000 χιλιόμετρα μακριά. Κάθε μέλος της κοινότητας είναι επομένως σημαντικό, μοναδικό και απαραίτητο. Για αυτό τον λόγο στον Ειρηνικό υπάρχει μια ιδιαίτερη ισχυρή κουλτούρα συλλογικότητας με ιδιαίτερη έμφαση στην αρμονική συνύπαρξη όλης της κοινότητας. Είναι τόσο ολιγάριθμες που κάθε απώλεια είναι αυτομάτως αναντικατάστατη, μια σημαντική -ως και μοιραία- απώλεια για όλους τους υπόλοιπους.
Κάτω από το βάρος αυτών των αλλαγών, οι νησιωτικές χώρες του Ειρηνικού δεν παρέμειναν σιωπηλές. Αντίθετα, εδώ και δεκαετίες οργανώνονται και διεκδικούν διεθνώς το δικαίωμά τους να επιβιώσουν. Χαρακτηριστική ήταν η πρόσφατη γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου(ICJ) του ανώτατου δικαστηρίου του ΟΗΕ. Σύμφωνα με αυτήν την γνωμοδότηση αναγνωρίζεται ότι τα κράτη έχουν νομική υποχρέωση, βάσει του διεθνούς δικαίου, να προστατεύουν το κλίμα, να περιορίζουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και να συνεργάζονται για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Επιπλέον, επισημαίνει ότι η παράλειψη εκπλήρωσης αυτών των υποχρεώσεων μπορεί να συνιστά διεθνώς παράνομη πράξη και να θεμελιώνει ευθύνη για αποκατάσταση ή αποζημίωση προς τα κράτη και τους πληθυσμούς που υφίστανται τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Με αυτή την γνωμοδότηση εισάγεται με ιδιαίτερη βαρύτητα η έννοια της κλιματικής δικαιοσύνης στην παγκόσμια συζήτηση για το κλίμα . Δεν μπορεί μια χώρα που επιβαρύνει το κλίμα κατά ποσοστό 0,00002% να επιβαρύνεται με το 100% των συνεπειών της κλιματικής κρίσης. Είναι ένα πολύ πρόσφατο γεγονός-ορόσημο, το οποίο ξεκίνησε έπειτα από την πρωτοβουλία φοιτητών της Νομικής του Πανεπιστημίου του Νότιου Ειρηνικού και τη διπλωματική εκστρατεία του Βανουάτου.
Αυτός είναι και ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο προσεγγίζω το ζήτημα στο βιβλίο. Δεν με ενδιαφέρει μόνο η καταγραφή μιας παγκόσμιας οικολογικής κρίσης, αλλά και η ανάδειξη των ανθρώπων που τη βιώνουν πρώτοι, των κοινωνιών που αντιστέκονται και των πρωτοβουλιών που γεννιούνται στις πιο απομακρυσμένες γωνιές του πλανήτη. Ίσως γιατί εκεί, σε χώρες μερικών χιλιάδων κατοίκων, διακρίνεται συχνά πιο καθαρά τόσο το μέγεθος της απειλής όσο και η δυνατότητα συλλογικής δράσης απέναντί της.
Συχνά στη γραφή σας εντάσσετε κωμικά στοιχεία, όπως στην ιστορία «Anaoero», για το κράτος του Ναούρου, που αναγνωρίζει ανεξάρτητες δημοκρατίες και κράτη προκειμένου να ωφεληθεί, μιλώντας αρχικά με την Ταϊβάν, αμέσως μετά με την Κίνα. Το χιούμορ είναι ένα εργαλείο ώστε να αντέξουμε τον παραλογισμό που φαίνεται να επικρατεί παγκοσμίως, αλλά και το βάρος της Ιστορίας; Γιατί είναι σημαντικό στη λογοτεχνία;
Υπάρχει μια φράση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου που συνοψίζει αρκετά καλά τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται το χιούμορ σε αυτές τις ιστορίες: «Οι ιστορίες του ξετυλίγονται με μαύρο χιούμορ, οργή και μια τρυφερή ειρωνεία για το ανθρώπινο είδος που αγαπά να καταστρέφει ό,τι θαυμάζει. Ιστορίες συχνά αδιανόητα παράλογες, αποτέλεσμα της ακλόνητης πεποίθησης ότι τα πάντα πάνω στη Γη, δάση, θάλασσες, νησιά, είναι απλώς αριθμοί σε έναν (πολλά υποσχόμενο) ισολογισμό». Νομίζω ότι μέσα σε αυτή τη διατύπωση βρίσκονται και οι δύο βασικοί λόγοι για τους οποίους επέλεξα το χιούμορ ως εκφραστικό μέσο απέναντι σε τόσο τραγικές ιστορίες.
Ο πρώτος είναι ότι το χιούμορ αναδεικνύει το μέγεθος του παραλογισμού πίσω από τον αδυσώπητο -χωρίς απολύτως κανένα έλεος- κανιβαλισμό αυτών των επίγειων παραδείσων και των εδώ και αιώνες κατοίκων τους. Μια ακραία κακοποίηση, κυριολεκτικά, για μια χούφτα χρυσάφι στο εδώ και τώρα. Πολλές από τις ιστορίες του βιβλίου είναι τόσο ακραίες, ώστε αν παρουσιάζονταν ως μυθοπλασία θα θεωρούνταν υπερβολικές. Κι όμως, είναι εντελώς πραγματικές. Η καταστροφή ολόκληρων οικοσυστημάτων, η εκμετάλλευση ανθρώπων και τόπων, ακόμη και η εξαφάνιση νησιών και πολιτισμών, συχνά συντελούνται στο όνομα μιας στενής και κοντόπνοης οικονομικής λογικής, η οποία, όταν την παρατηρήσει κανείς από απόσταση, μοιάζει σχεδόν κωμικά παράλογη. Το μαύρο χιούμορ επιτρέπει να φωτιστεί, ίσως με μοναδικό τρόπο, αυτή ακριβώς η αντίφαση.
Γι’ αυτό και στη λογοτεχνία, το χιούμορ δεν βρίσκεται απέναντι από την τραγωδία, συχνά συνυπάρχει μαζί της. Δεν μειώνει τη σοβαρότητα των γεγονότων, αλλά επιτρέπει να τα προσεγγίσουμε χωρίς να αποστρέψουμε το βλέμμα.
Ο δεύτερος λόγος είναι ίσως πιο ουσιαστικός. Το χιούμορ βοηθά τον αναγνώστη να αντέξει να γυρίσει τις σελίδες και να διαβάσει παρακάτω. Σε πολλές περιπτώσεις, η ίδια η Ιστορία αποδεικνύεται πολύ πιο σκληρή από οποιαδήποτε λογοτεχνική επινόηση. Γι’ αυτό και στη λογοτεχνία, το χιούμορ δεν βρίσκεται απέναντι από την τραγωδία, συχνά συνυπάρχει μαζί της. Δεν μειώνει τη σοβαρότητα των γεγονότων, αλλά επιτρέπει να τα προσεγγίσουμε χωρίς να αποστρέψουμε το βλέμμα. Κατά τη συγγραφή του βιβλίου χρειάστηκε πολλές φορές να αφήσω «μια ακόμα» ιστορία του Ειρηνικού γιατί ήταν αφόρητα βίαιη, και αποτρόπαια που ούτε εγώ ο ίδιος δεν άντεχα να προχωρήσω. Η βιαιότητα πάνω στην οποία έχουν χτιστεί ο σύγχρονος πολιτισμός -σε Ανατολή και Δύση- και τα περήφανα τεχνολογικά του επιτεύγματα δεν αντέχεται, όποια ιστορική του γωνιά και να τον μελετήσεις.
Πίσω από αυτές τις ιστορίες αποκαλύπτονται όχι μόνο τα πραγματικά αίτια της κλιματικής κρίσης, αλλά και οι βαθύτερες αιτίες της ευρύτερης κρίσης νοήματος που βιώνουν οι σύγχρονες κοινωνίες. Θα έλεγα, μάλιστα, δανειζόμενος μια σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη, ότι πρόκειται για μια βαθύτερη κρίση των κοινωνικών σημασιών. Μια κρίση που δεν αφορά μόνο το περιβάλλον, αλλά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πρόοδο, την ευημερία και τη θέση μας μέσα στον κόσμο.
Υπό αυτή την έννοια, η κλιματική κρίση δεν είναι παρά το πιο ορατό σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος. Η κρίση των κοινωνικών σημασιών που τη τροφοδοτεί εξακολουθεί να έχει τις ρίζες της στις θεμελιώδεις παραδοχές του σύγχρονου πολιτισμού: στην αντίληψη ότι η φύση αποτελεί απλώς έναν πόρο προς εκμετάλλευση και ότι κάθε τι πολύτιμο μπορεί τελικά να μεταφραστεί σε οικονομικό μέγεθος.
Δεδομένης της πρωτοτυπίας των θεμάτων και του σκηνικού που επιλέξατε, που δεν τα συναντάμε συχνά σε ιστορίες Ελλήνων συγγραφέων, μιλήστε μας για τις επιρροές σας. Ποιοι συγγραφείς σάς διαμόρφωσαν;
Δεν είμαι βέβαιος κατά πόσο οι λογοτεχνικές μου επιρροές αποτυπώνονται άμεσα σε αυτή τη συλλογή διηγημάτων. Άλλωστε, δεν υπήρξα ποτέ από τους δυνατούς βιβλιοφάγους. Είμαι μάλλον ένας αργός αναγνώστης. Όταν, όμως, συναντήσω μια πένα που με αγγίζει πραγματικά, συνηθίζω να κολλάω για χρόνια στο έργο της.
Ίσως γι’ αυτό με ελκύουν τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους συγγραφείς. Δεν αναζητώ μια συγκεκριμένη λογοτεχνική φόρμα, αναζητώ ανθρώπους που προσπαθούν να κατανοήσουν την ανθρώπινη κατάσταση με ειλικρίνεια,
Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι για δύο ή τρία χρόνια διάβαζα σχεδόν αποκλειστικά το Βιβλίο της ανησυχίας του Φερνάντο Πεσσόα. Νομίζω οι φίλοι μου είχαν βαρεθεί να με βλέπουν κάθε καλοκαίρι με το ίδιο βιβλίο στο χέρι και να με ακούν να μιλάω διαρκώς γι’ αυτό. Υπάρχουν βιβλία που δεν τα διαβάζεις απλώς, τα κατοικείς για ένα διάστημα της ζωής σου. Κατά καιρούς έχω περάσει αντίστοιχες περιόδους συγκατοίκησης με συγγραφείς και ποιητές που δεν συνθέτουν απαραίτητα μια συνεκτική σχολή ή παράδοση. Ανάμεσά τους βρίσκονται ο Ζοζέ Σαραμάγκου, ο Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο Γουίλιαμ Μπάροουζ, ο Τζακ Κέρουακ, ο Νιλ Κάσαντι, ο Αλμπέρ Καμύ, ο Φρίντριχ Νίτσε, ο Πάμπλο Νερούδα, ο Έρμαν Έσσε, ο Στανίσουαφ Λεμ, ο Φραντς Κάφκα, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ και ο Τσαρλς Μπουκόφσκι.
Αν υπάρχει κάποιο κοινό νήμα που τους συνδέει, αυτό δεν είναι το ύφος ή η θεματολογία τους, αλλά η προσπάθειά τους να κοιτάξουν τον κόσμο χωρίς ωραιοποιήσεις. Ίσως γι’ αυτό με ελκύουν τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους συγγραφείς. Δεν αναζητώ μια συγκεκριμένη λογοτεχνική φόρμα, αναζητώ ανθρώπους που προσπαθούν να κατανοήσουν την ανθρώπινη κατάσταση με ειλικρίνεια, είτε μέσα από την ποίηση, είτε μέσα από τη φιλοσοφία, είτε μέσα από τη μυθοπλασία.
Όσο για το Ελπίζω να ξέρεις κολύμπι, είπε η καρύδα: Μερικές όχι και τόσο ειρηνικές ιστορίες από τον Ειρηνικό, υποψιάζομαι ότι οι μεγαλύτερες επιρροές τους δεν προέρχονται μόνο από τη λογοτεχνία. Προέρχονται εξίσου από τα ταξίδια, την έρευνα, τις συζητήσεις με ανθρώπους στα νησιά του Ειρηνικού και από την αίσθηση ότι πολλές φορές η πραγματικότητα ξεπερνά σε φαντασία ακόμη και την πιο ευρηματική μυθοπλασία.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Δημήτρης Τζιμέας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Φοίτησε στο τμήμα Φυσικής του ΕΚΠΑ και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές και διδακτορικές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Δουβλίνου, στο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης. Εργάστηκε ως λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης και συνέχισε την ερευνητική του δραστηριότητα στην ομάδα Φασματοσκοπίας του ΕΚΠΑ, στον τομέα της Υπολογιστικής Αστροφυσικής. Έχει δημοσιεύσει πλήθος άρθρων σε επιστημονικά περιοδικά όπως MIT Press, Springer, Oxford Press και Elsevier.

Είναι κάτοχος διπλώματος κλασικής κιθάρας και αντίστιξης, έχει εκδώσει τραγούδια σε δισκογραφικές δουλειές του με Warner, Minos EMI, LYRA και Antelma, ενώ εργάστηκε για χρόνια σε περιοδικό και ημερήσιο τύπο δημοσιεύοντας κείμενα και φωτογραφίες ταξιδιωτικής αρθρογραφίας από όλο τον κόσμο. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στη Νέα Καληδονία. Τα βιβλία του Η αγάπη είναι η μόνη επίθεση (2020) και Γκτανγκ! – Όταν ο Tarantino παρακολούθησε τις διαλέξεις του Feynman (2024) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Δίαυλος.























