
Συνέντευξη με τον Νίκο Ερηνάκη με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο του «Υπερδιαλεκτική της ευτοπίας – Ανθρωπινότητα, τεχνητότητα, ελευθερία» (εκδ. Κείμενα).
Στον Κ.Β. Κατσουλάρη
Με το πρόσφατο βιβλίο του, Υπερδιαλεκτική της ευτοπίας, μια ιδιαίτερα καλαίσθητη έκδοση από τις εκδόσεις Κείμενα, ο Νίκος Ερηνάκης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνικής & Πολιτικής Φιλοσοφίας και Φιλοσοφίας του Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, αλλά και ποιητής, επιχειρεί να αντιμετωπίσει μετωπικά τα κρίσιμα φιλοσοφικά και ανθρωπολογικά ζητήματα που θέτει, με τρόπο επιτακτικό πλέον, η εισβολή της τεχνητής νοημοσύνης στη ζωή και τη συνείδησή μας. Συνέχεια τρόπον τινά του προηγούμενου βιβλίου του, του βραβευμένου από την Ακαδημία Αθηνών Αυθεντικότητα και αυτονομία (εκδ. Κείμενα), η Υπερδιαλεκτική, όπως μαρτυρά κι ο τίτλος, επιχειρεί άλλοτε μια σύζευξη κι άλλοτε μια υπέρβαση, αναζητώντας την ισορροπία ανάμεσα στην πλήρη άρνηση του τεχνολογικού κόσμου και στην άκριτη αποδοχή του.
«Τι είναι και τι σημαίνει να είμαστε άνθρωποι»; Γιατί το ερώτημα αυτό αποκτά σήμερα επείγοντα χαρακτήρα;
Πιστεύω, εν τέλει, ότι ο άνθρωπος δεν είναι το πρόσωπο που σκέφτεται, αλλά το πρόσωπο που δεν χωράει πλήρως στη σκέψη του. Είναι το ον που πάντα του περισσεύει κάτι: ένα συναίσθημα που δεν εξηγείται, μια μνήμη που δεν χρησιμεύει, μια επιθυμία που δεν δικαιολογείται. Το ανθρώπινο είναι αυτό το περίσσευμα. Αυτό που δεν βελτιστοποιείται με όρους εργαλειακής αποτελεσματικότητας αλλά με όρους δημιουργικής αυθεντικότητας.
Το αληθινά ανθρώπινο κινδυνεύει να φανεί ως σφάλμα συστήματος
Το ερώτημα λοιπόν γίνεται επείγον, γιατί δημιουργήσαμε για πρώτη φορά μια τεχνητή οντότητα, που κι ας προσιδιάζει σε εμάς, δεν θα μπορέσει ποτέ να ταυτιστεί με εμάς, δεν έχει εμπειρικό βίωμα, δεν έχει υπαρκτική ενσυναίσθηση, δεν έχει αυτό το περίσσευμα που ανέφερα. Η ΤΝ δεν κουβαλά τραύμα, σώμα, θνητότητα, σιωπή. Παρ’ όλα αυτά, μιλά σαν εμάς, αλλά όχι βεβαίως ως εμάς. Και αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο ενδεχόμενο: να αρχίσουμε να μετράμε τον άνθρωπο με όρους μηχανής. Να θεωρήσουμε ανθρώπινο ό,τι είναι γρήγορο αλλά και επιφανειακό, καθαρό αλλά και αποστειρωμένο, λειτουργικό αλλά και εργαλειοποιημένο, αποτελεσματικό αλλά και αποξενωμένο. Και τότε το αληθινά ανθρώπινο κινδυνεύει να φανεί ως σφάλμα συστήματος.
Το ερώτημα γίνεται επείγον επειδή παύουμε να είμαστε το μοναδικό ον που παράγει λόγο και αναπαραστάσεις. Και όταν χάνεις τη μοναδικότητα, χάνεις και την αυτονόητη ταυτότητα. Αν δεν ξανασκεφτούμε τι σημαίνει άνθρωπος, αν δεν ορίσουμε εμείς τι σημαίνει άνθρωπος, θα το ορίσουν τα συστήματα που μας μιμούνται, θα καταλήξουμε να οριζόμαστε αρνητικά: ως αυτό που δεν είναι μηχανή.
Το ανθρώπινο δεν είναι μια λίστα ιδιοτήτων (λογική, συναίσθημα, ένστικτο)· είναι μια σχέση: με το σώμα, με τον χρόνο, με τον άλλον, με το πηγαία απρόβλεπτο.
Το ανθρώπινο δεν είναι μια λίστα ιδιοτήτων (λογική, συναίσθημα, ένστικτο)· είναι μια σχέση: με το σώμα, με τον χρόνο, με τον άλλον, με το πηγαία απρόβλεπτο. Ο άνθρωπος είναι το ον που δεν εκτυλίσσεται απλώς γραμμικά, αλγοριθμικά και λειτουργικά — κολλάει, μετανιώνει, αμφιβάλλει και αμφισβητεί, νοσταλγεί, αυτοϋπονομεύεται, ξαναρχίζει και μεγαλουργεί, έτσι δεν παράγει απλώς, αλλά δημιουργεί. Είναι το ον που ζει με τη μόνιμη έννοια ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που θα ήθελε να γίνει.
Χαρακτηρίζεις την ΤΝ, μια νέα μορφή ετερότητας. Γιατί η επιλογή αυτής της λέξης; Αυτές οι οντότητες, που έχουν εκπαιδευτεί με τόσο οικεία σε μας υλικά, είναι το μελλοντικό «άλλο», κάτι το ξένο προς εμάς;
Η λέξη ετερότητα είναι βεβαίως φιλοσοφικά φορτισμένη: δεν δηλώνει απλώς κάτι διαφορετικό, αλλά κάτι που μας καθορίζει ακριβώς επειδή μας αντιστέκεται και μας συμπληρώνει. Η ΤΝ δεν είναι το απόλυτα ξένο, ούτε το απόλυτα οικείο. Είναι μια υβριδική ετερότητα: γεννημένη από ανθρώπινα δεδομένα, αλλά χωρίς πηγαία ανθρώπινη εμπειρία. Δεν είναι απλώς εργαλείο, αλλά κάτι που μας μοιάζει χωρίς να είναι εμείς. Είναι μια ετερότητα δημιουργημένη από όσα εν μέρει καθορίζουν κι εμάς: λόγο, επιθυμίες, προκαταλήψεις. Το πιο παράξενο «άλλο» είναι αυτό που γεννιέται από το ίδιο μας το είδωλο. Είναι ο πρώτος «άλλος» που δεν έχει σώμα, βιογραφία, θνητότητα — κι όμως μιλά τη γλώσσα μας. Αυτό είναι βαθιά αποσταθεροποιητικό. Γιατί ιστορικά μαθαίναμε ποιοι είμαστε μέσα από τη σχέση με το διαφορετικό: τον Θεό, το περιβάλλον, τον άλλο πολιτισμό. Τώρα το διαφορετικό είναι ένα είδωλο χωρίς εσωτερικότητα. Ένα «άλλο» χωρίς βάθος.
Αν η γλώσσα μας μπορεί να αναπαραχθεί, τότε τι ήταν τελικά η γλώσσα; Έκφραση ή μηχανισμός; Δρόμος προς το νόημα ή απλώς ένας τρόπος να περνάει η πληροφορία σαν ρεύμα;
Το ξένο εδώ δεν είναι η διαφορά· είναι η ομοιότητα χωρίς ζωή. Η οποία ομοιότητα μάς οδηγεί στην ομογενοποίηση μεταξύ μας, η οποία όσο παράδοξο κι αν ακούγεται εν τέλει μας αποξενώνει πολύ περισσότερο μεταξύ μας, καθώς μας στερεί την αυθεντικότητά μας. Και αυτό μας αναγκάζει να κάνουμε μια σκληρή ερώτηση: αν η γλώσσα μας μπορεί να αναπαραχθεί, τότε τι ήταν τελικά η γλώσσα; Έκφραση ή μηχανισμός; Δρόμος προς το νόημα ή απλώς ένας τρόπος να περνάει η πληροφορία σαν ρεύμα; Μεταξύ άλλων ερωτημάτων, προσπαθώ να απαντήσω και αυτό στο βιβλίο μέσω μιας μεγάλης κατάφασης υπέρ της γλώσσας, μιας ιδέας περί ενοποιημένου δημιουργικού λόγου ως σύζευξης ποίησης και στοχασμού.
Ο άνθρωπος είναι πάντα πρόσωπο σε σχέση και καθ’ οδόν προς την συν-πραγμάτωση της ελευθερίας-ως-αυθεντικότητάς του μαζί με, και όχι πέρα από, τους άλλους. Σε αυτό έγκειται και η ενδυνάμωση του σεβασμού προς τη φύση, ως ένα συνανοίκειν σε μια (υπερ)τοπικότητα, αλλά πέραν της ψευδαίσθησης της ατοπικότητας. Αντιστεκόμενοι στον κίνδυνο να υπάρξουμε χρήστες-ως-προϊόντα, βορά εκμετάλλευσης των προσωπικοτήτων μας μέσω των δεδομένων μας από κερδοσκοπικά ιδιοτελή συμφέροντα, να υπερβούμε ακόμα και τη πιο ενστικτώδη ηθική της πεποίθησης προς μια οραματική ηθική της ευθύνης και της δημιουργίας.

Προτείνεις επίσης τη λέξη «ευφυία» αντί της λέξης «νοημοσύνη», μέχρι να βρεθεί κάτι καλύτερο. Γιατί;
Η «νοημοσύνη» προϋποθέτει συνείδηση, κατανόηση, βίωμα. Η ΤΝ, αντίθετα, λειτουργεί χωρίς εμπειρία του κόσμου. Δεν γνωρίζει, υπολογίζει. Δεν κατανοεί, συσχετίζει. Η «ευφυία» δηλώνει ικανότητα επίλυσης προβλημάτων, όχι νοητικό βίο. Αν μιλάμε για νοημοσύνη, κινδυνεύουμε να προσδώσουμε στις μηχανές εσωτερικότητα που δεν υπάρχει. Και ταυτόχρονα να απογυμνώσουμε τον άνθρωπο από τη δική του: να μετατρέψουμε και τη δική μας σκέψη σε απλό αλγόριθμο.
Η νοημοσύνη είναι δεμένη με το διακύβευμα, γιατί η νοημοσύνη έχει μέσα της ένα στοιχείο κινδύνου, και μόνο μέσα στον κίνδυνο μπορούμε να ανακαλύψουμε αυτό που σώζει.
Το να σκέφτεσαι δεν είναι μόνο να επιλύεις, είναι να πληρώνεις κόστος: να έχεις μνήμη που σε πονάει, σώμα που κουράζεται, φόβο που σε ωθεί, θνητότητα που σε συγκρατεί. Η νοημοσύνη είναι δεμένη με το διακύβευμα, γιατί η νοημοσύνη έχει μέσα της ένα στοιχείο κινδύνου, και μόνο μέσα στον κίνδυνο μπορούμε να ανακαλύψουμε αυτό που σώζει. Σκέφτομαι σημαίνει εκτίθεμαι: μπορώ να κάνω λάθος, να πονέσω, να αλλάξω. Η ΤΝ δεν εκτίθεται. Δεν έχει τίποτα να χάσει. Δεν διακυβεύει τίποτα όταν απαντά.
Η «ευφυία» είναι μια λειτουργική λέξη. Περιγράφει καλά αυτό που κάνει: εντοπίζει συσχετίσεις, συνδυάζει, προβλέπει. Αλλά δεν ζει καμία από αυτές τις σχέσεις. Είναι σαν να έχεις έναν τέλειο χάρτη μιας πόλης όπου δεν έχεις περπατήσει ποτέ. Ξέρεις όλες τις διαδρομές, αλλά δεν μυρίζεις τίποτα. Το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι να αποδώσουμε νοημοσύνη στις μηχανές, αλλά να αρχίσουμε να φανταζόμαστε και τη δική μας σκέψη σαν κάτι που θα έπρεπε να λειτουργεί έτσι: χωρίς αμφισβήτηση, χωρίς εσωτερική τριβή, χωρίς οραματισμό. Μέχρι να βρούμε καλύτερη λέξη, ας μην χαρίζουμε στην ΤΝ ιδιότητες που δεν ξέρουμε καν αν δύναται ποτέ να έχει.
Αυθεντικότητα. Μια έννοια κεντρική στη σκέψη σου. Στην εποχή μας, όπου όλα είναι «Ομοιώματα και προσομοιώσεις», γιατί η επιμονή σε αυτή την έννοια;
Επιμένω γιατί η αυθεντικότητα είναι η ύστατη πράξη αντίστασης. Δεν σημαίνει αναγκαστικά «είμαι ο εαυτός μου», αλλά σίγουρα σημαίνει «δεν αφήνω τα συστήματα να αποφασίζουν ποιος είμαι». Είναι ηθικοπολιτική στάση απελευθέρωσης και αλήθειας εν μέσω ενός κόσμου προσομοιώσεων.
Σε μια πραγματικότητα ομοιωμάτων, αγωνίζεσαι να μην γίνεις προϊόν.
Όλα μοιάζουν πιθανά, όλα εναλλάξιμα, όλα αναστρέψιμα. Μπορείς να είσαι τα πάντα — άρα τελικά δεν είσαι τίποτα.
Όταν οι ταυτότητες γίνονται προφίλ, όταν οι επιθυμίες προβλέπονται, όταν οι επιλογές σου είναι ήδη προτεινόμενες, τότε η αυθεντικότητα είναι μια μορφή τόσο οντολογικής αντίστασης όσο και υπαρκτικής δημιουργικότητας απέναντι στη λογική μιας εργαλειακής βελτιστοποίησης. Σήμερα κινδυνεύουμε να χάσουμε την συσχέτιση αλήθειας και πραγματικότητας – ό,τι είναι πραγματικό δεν είναι αναγκαστικά και αληθινό και ό,τι είναι αληθινό δεν είναι αναγκαστικά και πραγματικό. Όλα μοιάζουν πιθανά, όλα εναλλάξιμα, όλα αναστρέψιμα. Μπορείς να είσαι τα πάντα — άρα τελικά δεν είσαι τίποτα.
Η αυθεντικότητα δεν είναι να βρεις ποιος «πραγματικά» είσαι, «να είσαι ο εαυτός σου» — αυτό το λένε και κάθε είδους ανόητες διαφημίσεις. Είναι, μεταξύ άλλων, να συνδημιουργήσεις τα πιστεύω, τις επιθυμίες και τις επιλογές σου με τόση πηγαιότητα και τιμιότητα που δεν θα μπορούσες να αναιρέσεις χωρίς καθοριστικό κόστος του είναι σου. Είναι να αναλάβεις την πορεία και τις συνέπειες της προσωπική και συλλογικής ιστορίας σου. Σε έναν κόσμο προσομοιώσεων, όπου όλα είναι επεξεργάσιμα, η αυθεντικότητα είναι η επιμονή στο μη-επεξεργάσιμο: σε αυτό που σε έχει σημαδέψει. Και γι’ αυτό είναι πολιτική έννοια· γιατί λέει: δεν είμαι απλώς χρήστης προκαθορισμένων ταυτοτήτων, είμαι φορέας απελευθερωτικής βιογραφίας.
Η ΤΝ μπορεί να παράγει αμέτρητες εκδοχές «εαυτού». Η αυθεντικότητα είναι να επιλέξεις μία — όχι επειδή είναι η καλύτερη, αλλά επειδή είσαι έτοιμος να σταθείς μέσα της και να την υπερασπιστείς μέχρι τέλους.
Η επιμονή στην αυθεντικότητα είναι επιμονή στο ίχνος που δεν αντιγράφεται επειδή δεν είναι μορφή αλλά διαδρομή: πώς έφτασες κάπου, τι έχασες, τι αρνήθηκες, τι συνάντησες, τι εμπλούτισες και σε εμπλούτισε. Η ΤΝ μπορεί να παράγει αμέτρητες εκδοχές «εαυτού». Η αυθεντικότητα είναι να επιλέξεις μία — όχι επειδή είναι η καλύτερη, αλλά επειδή είσαι έτοιμος να σταθείς μέσα της και να την υπερασπιστείς μέχρι τέλους.
Από την ΤΝ θα θέλαμε να μας βοηθήσει να πετύχουμε δύο στόχους, γράφεις: α. Να μας βοηθήσει να καταλάβουμε αυτό που είμαστε, β. Να μας βοηθήσει να γίνουμε αυτό που θα θέλαμε να είμαστε. Μας εξηγείς λίγο αυτή την β’ προοπτική; Και ποιο είναι εδώ το υποκείμενο; Η ανθρωπότητα, γενικά;
Το υποκείμενο είναι συλλογικό αλλά όχι αφηρημένο: κοινωνίες, όχι ανθρωπότητα γενικά, και μάλιστα συγκεκριμένες κοινωνίες που κάνουν συγκεκριμένες επιλογές. Η ΤΝ μπορεί να λειτουργήσει ως καθρέφτης αξιών: να μας δείξει τι ενισχύουμε, τι αυτοματοποιούμε, τι εγκαταλείπουμε. Και έτσι να μας αναγκάσει να αποφασίσουμε συνειδητά ποιοι θέλουμε να είμαστε. Η δεύτερη προοπτική δεν είναι τεχνολογική, είναι πολιτισμική, ηθικοπολιτική και αισθητικοκαλλιτεχνική. Η ΤΝ μπορεί να μας δείξει όχι τι μπορούμε να κάνουμε, αλλά τι ήδη κάνουμε ασυνείδητα: ποιες αξίες κωδικοποιούμε, ποιες συμπεριφορές αυτοματοποιούμε, ποιες σχέσεις αντικαθιστούμε.
Το «εμείς» εδώ λοιπόν δεν είναι ουδέτερο. Είναι πεδίο σύγκρουσης. Τάξεις, θεσμοί, κοινότητες, κράτη, εταιρείες. Άλλοι θέλουν έναν άνθρωπο πιο αυθεντικό, άλλοι πιο παραγωγικό. Άλλοι πιο ελεύθερο, άλλοι πιο προβλέψιμο. Η ΤΝ δεν θα απαντήσει σε αυτό. Θα απαντήσει μόνο στην ερώτηση: «τι ενισχύουμε ήδη;». Εμείς πρέπει να απαντήσουμε και μετά να δώσουμε τις μάχες για να υπερασπιστούμε μέχρι τέλους το περιεχόμενο της απάντησής μας.
Η ΤΝ δεν μας αλλάζει, μας μεγεθύνει· δεν είναι πυξίδα, είναι επιταχυντής.
Η ΤΝ λειτουργεί σαν επιταχυντής των αξιών μας. Αν μια κοινωνία προτάσσει την αποδοτικότητα, θα πάρει αποδοτικότερη ανισότητα. Αν προτάσσει την επιτήρηση, θα πάρει πιο κομψό έλεγχο. Αν προτάσσει τη ελευθερία-ως-ισοαυτονομία και την αυθεντικότητα-ως-δημιουργικότητα με όρους χειραφέτησης, ίσως πάρει εργαλεία που διανοίγουν ευτοπικές δυνατότητες. Η ΤΝ δεν μας αλλάζει, μας μεγεθύνει· δεν είναι πυξίδα, είναι επιταχυντής. Το α’ πληθυντικό είναι επικίνδυνο και γι’ αυτό πολύτιμο. Γιατί ανοίγει το ζήτημα της κανονιστικότητας: ποιος αποφασίζει τι σημαίνει «καλύτερο»; Η ΤΝ μπορεί να γίνει καθρέφτης που μας δείχνει τι πραγματικά προωθούμε όταν λέμε «πρόοδος»: Περισσότερη άνεση ή περισσότερη ελευθερία; Περισσότερη αποδοτικότητα ή περισσότερη δικαιοσύνη; Περισσότερη ασφάλεια ή περισσότερη αξιοπρέπεια;
Κάνεις λόγο για Νοόκαινο εποχή, ως συνέχεια της ανθωπόκαινου εποχής. Πώς έφτασες σε αυτήν τη λέξη; Μετάφραση ή δική σου επινόηση;
Δική μου επινόηση, από τον «νου», όχι με την έννοια της σοφίας, αλλά της γνωστικής διαμεσολάβησης. Είναι η εποχή όπου η σκέψη παύει να είναι αποκλειστικά ανθρώπινη δραστηριότητα. Δεν αλλάζουμε μόνο το περιβάλλον, αλλά το γνωστικό οικοσύστημα: πώς παράγεται η γνώση, ποιος τη φιλτράρει, ποιος τη διαμεσολαβεί, επικοινωνεί και αναπτύσσει. Είναι η πρώτη εποχή όπου ο νους παύει να είναι αποκλειστικά ανθρώπινο φαινόμενο και γίνεται διαδραστικό πεδίο.
Εκεί θα δοθεί η μάχη: ποιος θα ελέγχει τις ροές που ορίζουν τι είναι αληθές, τι είναι πραγματικό, τι είναι σημαντικό, τι είναι ορατό.
Είναι μια επινόηση λόγω ιστορικής ανάγκης. Κατά την ανθρωπόκαινο εποχή αλλάξαμε τη γη, τώρα σε αυτό που αντιλαμβάνομαι ως νοόκαινο αλλάζουμε τους όρους με τους οποίους νοηματοδοτούμε και νοηματοποιούμε τη γη. Δεν είναι απλώς ότι επηρεάζουμε το κλίμα· είναι ότι επηρεάζουμε τις κατηγορίες σκέψης. Δεν είναι απλώς νέα τεχνολογία. Είναι νέα μορφή μεσολάβησης της πραγματικότητας. Πλέον το ερώτημα δεν είναι μόνο «τι συμβαίνει;», αλλά «ποιος αποφασίζει τι και πώς φαίνεται ότι συμβαίνει;». Γιατί αυτός που ελέγχει το ορατό, ελέγχει πλέον σιωπηλά και το νοητό. Στη νοόκαινο εποχή, το κρίσιμο οικοσύστημα είναι η προσοχή και η κρίσιμη πρώτη ύλη είναι η εμπιστοσύνη. Εκεί θα δοθεί η μάχη: ποιος θα ελέγχει τις ροές που ορίζουν τι είναι αληθές, τι είναι πραγματικό, τι είναι σημαντικό, τι είναι ορατό.
Καθώς προσεγγίζουμε το όριο της ανθρωπόκαινου εποχής, θα πρέπει να φροντίσουμε να πάρει τη μορφή μιας συμβιόκαινου εποχής, όπου άνθρωπος, φύση και μηχανή συμβιώνουν και συναναπτύσσονται προς την πραγμάτωση μιας αρμονικής συζευκτικής υπερευτοπίας, βάσει των θεμελιωδών αξιών της δυνητικής ανθρωπινότητάς μας που επιθυμούμε να αναπτύξουμε. Ονοματίζω την εποχή που θα ακολουθήσει νοόκαινο εποχή, ως μια συν-ποιητική διάσταση φυσικών και τεχνητών νόων με διαφορετικές μορφές νοημοσύνης που δημιουργούν και αναπτύσσουν ποικίλες αλλά και ενοποιημένες (υπερ)πραγματικοτήτες. Το μεγάλο υπαρκτικό στοίχημα λοιπόν είναι να θεμελιωθεί η νοόκαινος εποχή στις πυρηνικές αξίες της ανθρωπινότητας που θα επιθυμούσαμε να οικοδομήσουμε, δηλαδή κατά την άποψή μου, στην ελευθερία-ως-ισοαυτονομία, στην αυθεντικότητα-ως-δημιουργικότητα και στην ομορφιά-ως-σωτηρία.
Ο Μποντριγιάρ, στον οποίο συχνά αναφέρεσαι (ανάμεσα σε άλλους), έχει γράψει το περίφημο: Στην εποχή μας έχουμε όλο και περισσότερη πληροφορία, αλλά όλο και λιγότερο νόημα. Τι είναι το νόημα και γιατί είναι σημαντικό για την ανθρωπινότητά μας (αν όντως πιστεύεις ότι είναι);
Νόημα είναι η ικανότητα να συνδέεις γεγονότα με αξίες. Όχι απλώς τι συμβαίνει, αλλά γιατί μας αφορά. Χωρίς νόημα έχουμε δεδομένα, όχι κόσμο. Και χωρίς κόσμο, δεν έχουμε ανθρώπινη εμπειρία, μόνο ροές. Η πληροφορία απαντά στο τι, το νόημα απαντά στο γιατί.
Μπορείς να ξέρεις τα πάντα και να μην καταλαβαίνεις τίποτα. Να έχεις άπειρα δεδομένα για τον κόσμο, αλλά καμία σχέση μαζί του. Το νόημα είναι αυτό που μετατρέπει την πληροφορία σε εμπειρία και τη γνώση σε προσανατολισμό. Χωρίς νόημα, ο άνθρωπος δεν ζει σε κόσμο, αλλά σε ροή. Και η ροή δεν έχει παρελθόν, μέλλον ή βάθος — μόνο παρόν χωρίς προοπτική.
Το νόημα δεν είναι απλώς ερμηνεία, είναι προσανατολισμός. Είναι αυτό που κάνει την πληροφορία να μη σε πνίγει, αλλά να σε οδηγεί. Η πληροφορία είναι ποσότητα· το νόημα είναι σχέση: πώς συνδέεται κάτι με τη ζωή σου, με την κοινότητά σου, με το καλό, με το δίκαιο, με το όμορφο. Χωρίς νόημα, έχεις γνώση ως αποθήκη· με νόημα, έχεις γνώση ως δρόμο.
Σήμερα ζούμε σε ένα περιβάλλον όπου όλα εξηγούνται πριν προλάβουν να βιωθούν. Δεν προλαβαίνεις να αναρωτηθείς, να αμφισβητήσεις, να ανακαλύψεις, γιατί βομβαρδίζεσαι διαρκώς από (ψευδο)απαντήσεις.
Η πληροφορία απαντά γρήγορα, ενώ το νόημα απαντά αργά. Η πληροφορία απλώς γεμίζει τον χρόνο, ενώ το νόημα τον διανοίγει. Σήμερα ζούμε σε ένα περιβάλλον όπου όλα εξηγούνται πριν προλάβουν να βιωθούν. Δεν προλαβαίνεις να αναρωτηθείς, να αμφισβητήσεις, να ανακαλύψεις, γιατί βομβαρδίζεσαι διαρκώς από (ψευδο)απαντήσεις. Κι όμως, ο άνθρωπος δεν χρειάζεται πρώτα απαντήσεις. Χρειάζεται ερωτήματα που αντέχουν. Το νόημα δεν είναι να ξέρεις περισσότερα. Είναι να ξέρεις γιατί σε νοιάζει κάτι. Και αυτό δεν παράγεται από αλγόριθμους. Παράγεται από σχέσεις, απώλειες, δεσμεύσεις, δημιουργίες. Από το γεγονός ότι κάτι μπορεί να γεννηθεί, κάτι να χαθεί και κάτι να αναγεννηθεί.
Κάνεις επίσης λόγο για «δημοκρατικά προωθητική τεχνοφιλία». Δυο λόγια;
Αντιτίθεμαι συνειδητά τόσο στην τεχνοφοβία όσο και στην τεχνολατρεία, πιστεύω βαθιά σε μια εκδημοκρατιστική και εξανθρωπιστική τεχνοφιλία. Φιλία για την τεχνολογία υπό όρους: πλήρη διαφάνεια, ίση προσβασιμότητα, λογοδοσία, αμοιβαιότητα, κοινωνικός έλεγχος αλγορίθμων, ψηφιακά κοινά και πολλά ακόμη που αναλύω και στο βιβλίο· εν ολίγοις, τεχνολογία ως δημόσιο αγαθό, όχι ως ιδιωτικό πεπρωμένο. Σημαίνει να λες «ναι» στην τεχνολογία, αλλά όχι «ναι σε όποιον την κατέχει». Να τη θέλεις δυνατή, αλλά όχι ανεξέλεγκτη. Να τη θεωρείς εργαλείο χειραφέτησης, όχι φυσικό νόμο.
Η πραγματική τεχνοφοβία σήμερα δεν είναι να φοβάσαι την ΤΝ. Είναι να φοβάσαι να τη συζητήσεις πολιτικά. Να τη θεωρείς τεχνικό θέμα ειδικών.
Η τεχνοφιλία γίνεται δημοκρατική όταν δεν περιορίζεται στους ειδικούς και στις εταιρείες, αλλά ενσωματώνεται στη δημόσια σφαίρα: παιδεία, διαφάνεια, συμμετοχή. Διαφορετικά, η τεχνολογία δεν απελευθερώνει, απλώς αναδιανέμει την εξουσία, με όρους εργαλειακούς και κερδοσκοπικούς, όπως και συμβαίνει σήμερα. Η πραγματική τεχνοφοβία σήμερα δεν είναι να φοβάσαι την ΤΝ. Είναι να φοβάσαι να τη συζητήσεις πολιτικά. Να τη θεωρείς τεχνικό θέμα ειδικών. Γιατί τότε παραδίδεις το μέλλον σε λίγους μη εκλεγμένους σχεδιαστές πραγματικότητας.
Εκδημοκρατιστική τεχνοφιλία σημαίνει να μην αντιμετωπίζουμε την τεχνολογία ως μοίρα, αλλά ως διαπραγμάτευση. Να μπορούμε συλλογικά να πούμε: αυτό το αυτοματοποιούμε, αυτό όχι. Αυτό το επιτρέπουμε, αυτό το απαγορεύουμε. Αυτό το ανοίγουμε, αυτό το κρατάμε δημόσιο. Η τεχνολογία μπορεί μας εκδημοκρατίσει προς διαδρομές ψηφιακής ισχυρής άμεσης δημοκρατίας και ψηφιακής ισχυρής αυτοθεσμοθέτησης — δεν νοείται να συνεχίζουμε να αποκαλούμε δημοκρατία μονάχα τις εκλογές αντιπροσώπευσης (που πλέον δεν μπορούμε να βρούμε καν ποιο πρόσωπο θέλουμε να μας εκπροσωπήσει)· δημοκρατία είναι το δικαίωμα να ορίζεις τους όρους της καθημερινής σου πραγματικότητας.
Το πραγματικό πρόβλημα με τις σύγχρονες ψηφιακές πλατφόρμες, τα social media και την ΤΝ εν γένει, δεν είναι μόνο η ελευθερία του λόγου, αλλά κυρίως η ελευθερία της βούλησης — τι νόημα έχει να μπορούμε να εκφράζουμε ό,τι νομίζουμε πως είμαστε ή επιθυμούμε, όταν επί της ουσίας αυτό είναι μια ασημαντότητα και α-νοησία που απλώς αναπαράγουμε μετά από χειραγώγηση, χωρίς καν να το επιθυμούμε αυθεντικά ή να το βουλόμαστε η ελεύθερα; Οι αλγόριθμοι συστάσεων διαμορφώνουν σιωπηλά αυτό που βλέπουν και πιστεύουν οι χρήστες, κατευθύνοντας την προσοχή μας στο παρασκήνιο.
Πιστεύω στην ανάπτυξη αλγορίθμων που επιτρέπουν μεγαλύτερη αυτονομία στους χρήστες, αντί να βελτιστοποιούν απλώς την κερδοσκοπική αφοσίωση και εθισμό.
Ωστόσο, ακόμα και αν οι αλγόριθμοι είναι τεχνικά ανοιχτού κώδικα, λειτουργούν ως «μαύρα κουτιά» που είναι δύσκολο να προβλεφθούν, αλλάζουν συνεχώς και μπορούν να τροποποιηθούν ανά πάσα στιγμή, γεγονός που μειώνει την ικανότητα δράσης των χρηστών. Ποια είναι η λύση; Ένα μοντέλο όπου τα πρόσωπα μπορούν να επιλέξουν από μια ποικιλία αλγορίθμων που παρέχονται από πηγές που εμπιστεύονται ή/και να δημιουργήσουν τον δικό τους για χρήση στην όποια πλατφόρμα, αντί να αναγκάζονται να χρησιμοποιούν έναν μόνο αλγόριθμο που ελέγχεται εξ ολοκλήρου από την πλατφόρμα και τις εταιρείες που κερδοσκοπούν μέσω αυτής. Πιστεύω στην ανάπτυξη αλγορίθμων που επιτρέπουν μεγαλύτερη αυτονομία στους χρήστες, αντί να βελτιστοποιούν απλώς την κερδοσκοπική αφοσίωση και εθισμό.
Μια ακόμη αναφορά, ανάμεσα σε πολλές άλλες, είναι ο κορεατικής καταγωγής φιλόσοφος Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, και οι σκέψεις του για τις τελετουργίες και το ιερό, την απώλειά τους στον σύγχρονο κόσμο. Μέσα στη δική σου θετική προοπτική για την ΤΝ, υπάρχει κάποια στιγμή που ο άνθρωπος μπορεί να βρει ξανά το ιερό;
Το ιερό δεν θα επιστρέψει ως αναχρονιστική ιεραρχική θρησκεία, αλλά ως οντολογική και υπαρκτική θέση και στάση. Θα αναδυθεί ως σιωπή, προσοχή, μέριμνα και δημιουργία ενάντια στην αποπροσανατολιστική υπερπαραγωγή, την καταναλωτική ματαιότητα και το ασήμαντο θέαμα. Ας σκεφτούμε πόσο εύκολα χάνουμε την εμπειρία όταν τα πάντα γίνονται άμεσα διαθέσιμα, ας σκεφτούμε πως αυτό που απουσίαζει από το σήμερα, και δη από την ΤΝ, είναι το ιερό, είναι η πίστη εν συνόλω. Εκεί λοιπόν θα βρούμε πολλαπλές απαντήσεις για τις διαχωριστικές μας γραμμές με κάθε είδους τεχνητότητα, εκεί θα εντοπίσουμε εκ νέου την ανθρωπινότητά μας και κυρίως πώς θέλουμε να την αναπτύξουμε περαιτέρω.
Σε έναν κόσμο άμεσης ικανοποίησης, το ιερό επιστρέφει ως νοσταλγία για βάθος. Για εμπειρίες που δεν μπορείς να συμπυκνώσεις σε μια περίληψη.
Το ιερό αποτελεί εμπειρία του (μη-)ορίου: κάτι που δεν είναι άμεσα διαθέσιμο, δεν είναι εργαλειακά χρηστικό, είναι σχέση και σύνδεση με τον σκοπό καθεαυτόν. Σε έναν κόσμο όπου τα πάντα είναι προσβάσιμα, αναζητήσιμα, παραγώγιμα, το ιερό είναι η δυνατότητα να συναντήσεις και να σιωπήσεις, να σχετιστείς αλλά να μην απαντήσεις, να συλλάβεις αλλά να μην βελτιστοποιήσεις, και γι’ αυτό αυθεντικά να δημιουργήσεις. Δεν είναι ο δρόμος που είναι δύσκολος, είναι το δύσκολο που είναι δρόμος. Σε έναν κόσμο άμεσης ικανοποίησης, το ιερό επιστρέφει ως νοσταλγία για βάθος. Για εμπειρίες που δεν μπορείς να συμπυκνώσεις σε μια περίληψη. Η τελετουργία, ως δομή εμπειρίας που αναπτύσσει τη σχέση μεταξύ προσώπων, και όχι τη δικτύωση μεταξύ χρηστών, είναι η τεχνολογία του ιερού: οργανώνει τον χρόνο ώστε να μην είναι απλώς παραγωγή και κατανάλωση, αλλά αυθεντική κατοίκηση εν τω κόσμω.
Μπορεί όμως η ΤΝ και να βοηθήσει; Παραδόξως, ναι — όχι επειδή θα μας προσφέρει το ιερό, αλλά επειδή θα μας κάνει να νοσταλγήσουμε αυτό που απουσιάζει από αυτήν: τη σιωπή και την προσοχή. Η στιγμή που δεν ζητάς απάντηση, αλλά αφήνεις το ερώτημα να λειτουργεί μέσα σου γεμίζοντάς σε πάθος για ανακάλυψη. Αν η ΤΝ επιταχύνει τα πάντα, τότε το ιερό επιστρέφει ως αντίσταση στον επιταχυντισμό: ως δικαίωμα στην ελεύθερη βούληση για τη φύση και τον ρυθμό του συν-βίου μας.

Κάνεις λόγο για «επαναμάγευση του πραγματικού». Ακούγεται όμορφο και ποιητικό. Ποιο είναι όμως το περιεχόμενο αυτής της επαναμάγευσης; Οι άνθρωποι μοιάζουν να ρέπουν περισσότερο σήμερα προς μια προνεοτερική κατάσταση όπου κυριαρχούν προλήψεις, συνωμοσιολογίες. Πώς μπορεί η επαναμάγευση να συνδεθεί με το πρόταγμα της ελευθερίας και την αυθεντικότητας;
Δεν ενυπάρχει τίποτα το αναχρονιστικό στην επαναμάγευση, καμία επιστροφή, αλλά μια εκ νέου οικοδόμηση, μια δυνατότητα θαυματοποίησης χωρίς απώλεια κρίσης, άλλωστε η μόνη μυθική εποχή είναι το μέλλον. Να βλέπεις τον κόσμο όχι σαν σύστημα προς κατανάλωση, αλλά ως ερώτημα προς κατοίκηση. Οι συνωμοσιολογίες, οι προλήψεις, οι μαζικές μόδες και υστερίες αποτελούν φτηνή μυθοποίηση: παράγουν σύγχυση, μυστήριο χωρίς ευθύνη. Η επαναμάγευση είναι ουσιώδης, απαιτητική και μετασχηματιστική: σου δίνει μυστήριο μαζί με ελευθερία. Δηλαδή σου λέει: δεν τα γνωρίζεις όλα, υπάρχει ακόμα ένα πεδίο σιωπής, άρα με την δημιουργική προσοχή έχεις χώρο να πράξεις.
Η επαναμάγευση δεν καταργεί την ορθολογική κριτική σκέψη, τη αναπτύσσει συμπληρώνοντάς τη με δημιουργικό θαυμασμό ριζικής φαντασίας. Να μπορείς να αισθανθείς το θαύμα χωρίς να παραδώθεις σε αυτό, να το βιώσεις, να του επιτρέψεις να σε φωτίσει και να σου επιτρέψει να το καθοδηγήσεις.
Όχι επιστροφή σε προλήψεις, αλλά επανεύρεση της έκπληξης. Να βλέπουμε ξανά τον κόσμο όχι ως δεδομένο interface, αλλά ως ανοιχτό ερώτημα. Μια στρεβλή ανάγνωση της νεωτερικότητας απομάγευσε τον κόσμο, αλλά δεν πρόσφερε νόημα. Άφησε ένα αμήχανο κενό. Κι όπου υπάρχει ανασφαλές κενό, συνήθως εισχωρεί κάτι σκοτεινό. Εποχές κενού σαν τη δική μας απαιτούν αυτοπεποίθηση, τόλμη, πίστη και πάθος για τη διάνοιξη του δρόμου προς το νέο ξέφωτο. Η επαναμάγευση δεν καταργεί την ορθολογική κριτική σκέψη, τη αναπτύσσει συμπληρώνοντάς τη με δημιουργικό θαυμασμό ριζικής φαντασίας. Να μπορείς να αισθανθείς το θαύμα χωρίς να παραδώθεις σε αυτό, να το βιώσεις, να του επιτρέψεις να σε φωτίσει και να σου επιτρέψει να το καθοδηγήσεις.
Η επαναμάγευση στην οποία αναφέρομαι είναι υπαρκτική, πολιτική και αισθητική: είναι η επιστροφή της ελευθερίας ως εμπειρίας. Να μη ζεις σε έναν κόσμο πλήρως εξηγημένο από αλγορίθμους, όπου όλα είναι προβλέψιμα, άρα όλα είναι και χειραγωγήσιμα. Αποτελεί επιστροφή στην απορία, στο να βλέπεις τον κόσμο όχι ως πλήρως χαρτογραφημένο σύστημα, αλλά ως ανοιχτό πεδίο εμπειρίας. Η επαναμάγευση δεν είναι άρνηση της λογικής, αλλά άρνηση του κυνισμού. Απελευθερώνει τη δημιουργική και κριτική σκέψη (ό,τι δηλαδή μιας διαχωρίζει από την ΤΝ), από τον μηχανιστικό ρεαλισμό που τα εξηγεί όλα και εν τέλει δεν βιώνει τίποτα. Αυθεντικότητα και ελευθερία σημαίνουν: να υπάρχει χώρος για το απρόβλεπτο που γεννά πρωτοβουλία· να μπορείς να αλλάξεις, ειδικά πριν σε αλλάξουν.
Υπάρχει τέλος και ένα πολιτικό ζήτημα, το ζήτημα του ελέγχου της ΤΝ, μιλώντας πρωτίστως εδώ για τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα, και την κατεύθυνση που δίνεται από τις μεγάλες εταιρείες (big tech) που επενδύουν σε αυτά και που τα ελέγχουν. Ποιες είναι οι διαπιστώσεις μέχρι τώρα και τι μπορούμε να κάνουμε;
Σήμερα η ΤΝ είναι υπερσυγκεντρωτική, αδιαφανής, ιδιωτική και κερδοσκοπική. Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα. Η απάντηση δεν είναι μόνο ρυθμιστική, αλλά πολιτισμική: ανοιχτά μοντέλα, δημόσια έρευνα, δημιουργική και κριτική παιδεία γύρω από το πώς λειτουργούν τα συστήματα. Αλλιώς, δεν θα μας αντικαταστήσουν οι μηχανές· θα μας διαχειρίζονται. Η ΤΝ ανήκει σε επικίνδυνα λίγους: σε εταιρείες που κατέχουν δεδομένα, υποδομές και αλγορίθμους. Αυτό δημιουργεί μια νέα μορφή εξουσίας: γνωστική και συμβολική. Το πρόβλημα δεν είναι αν η ΤΝ θα αποκτήσει συνείδηση. Το πρόβλημα είναι ότι εμείς παραδίδουμε τη δική μας. Ότι οι άνθρωποι χάνουν την κυριαρχία πάνω στα μέσα κατανόησης του κόσμου. Όταν λίγες εταιρείες ελέγχουν τις μηχανές που παράγουν λόγο, εικόνα και γνώση, τότε δεν ελέγχουν μόνο την αγορά — ελέγχουν το φαντασιακό.
Όταν λίγοι ελέγχουν τα μοντέλα που μεσολαβούν τη γνώση, τη γλώσσα, την πληροφορία, τότε δεν ελέγχουν μόνο τι αγοράζεις — επηρεάζουν το πώς σκέφτεσαι, τι θεωρείς έγκυρο, ποια ερώτηση σου φαίνεται λογική.
Αν δεν δημιουργηθούν δημόσιες, ανοικτές, ελέγξιμες υποδομές, τότε η ΤΝ θα γίνει το νέο περιβάλλον της σκέψης μας — χωρίς δημοκρατία. Και τότε η ελευθερία δεν θα χαθεί λόγω βίας. Θα χαθεί λόγω άνεσης, λόγω βολής. Με τη μορφή μιας υπηρεσίας που δουλεύει τόσο καλά, ώστε δεν θα μας περνά καν από το μυαλό να ρωτήσουμε ποιος την σχεδίασε και γιατί. Η βασική διαπίστωση: έχουμε μια νέα μορφή εξουσίας που δεν είναι μόνο οικονομική, είναι γνωστική. Όταν λίγοι ελέγχουν τα μοντέλα που μεσολαβούν τη γνώση, τη γλώσσα, την πληροφορία, τότε δεν ελέγχουν μόνο τι αγοράζεις — επηρεάζουν το πώς σκέφτεσαι, τι θεωρείς έγκυρο, ποια ερώτηση σου φαίνεται λογική. Η ιδιωτικοποίηση του γνωστικού είναι ίσως το πιο υποτιμημένο πολιτικό πρόβλημα του αιώνα.
Οικειοποιούνται πόρους που δεν τους ανήκουν. Αυτό περιλαμβάνει τα δεδομένα δισεκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, την πνευματική ιδιοκτησία συγγραφέων, καλλιτεχνών και δημιουργών. Εκμεταλλεύονται τεράστιο όγκο εργασίας, πληρώνοντας ελάχιστα σε εργαζομένους που συμβάλλουν στην ανάπτυξη των τεχνολογιών τους, ενώ ταυτόχρονα προωθούν την αυτοματοποίηση μέσω της χρήσης τους. Μονοπωλούν την παραγωγή γνώσης. Οι δημοκρατίες μπορούν να ανταπεξέλθουν στην ταχύτητα της AI, ακόμη και αν οι κυβερνήσεις υστερούν, οι πολίτες μπορούν να αντιδράσουν από τα κάτω. Αυτή η bottom-up διακυβέρνηση είναι πιο γρήγορη από τις αργές διαδικασίες των νόμων και των κανονισμών. Και μόνο οι (έστω και ελλειμματικά) δημοκρατικές χώρες έχουν αυτήν τη δυνατότητα.
Δημοκρατική αμφισβήτηση λοιπόν και εκδημοκρατιστική δημιουργία, δικαίωμα στην αντίσταση των πολιτών έναντι των από τα πάνω επιβαλλόμενων αποφάσεων και δημόσιων πολιτικών των κολοσσών και δημιουργία δικών τους από τα κάτω.
Τι να κάνουμε όμως; Προτείνω διάφορες κατευθύνσεις στο βιβλίο, όχι μόνο νόμους (αν και προφανώς χρειάζονται επειγόντως), προτάσεις όπως αυτές που αναφέραμε παραπάνω, αλλά και αντι-υποδομές: δημόσια χρηματοδότηση έρευνας και ανοικτών μοντέλων, πρόσβαση σε υπολογιστική ισχύ για πανεπιστήμια/κοινότητες, υποχρεωτική λογοδοσία για δεδομένα, αξιολογήσεις, μεροληψίες, δικαίωμα ενημέρωσης (πότε μιλάς με μηχανή, πώς χρησιμοποιείται το περιεχόμενό σου), και κυρίως δημιουργική και κριτική παιδεία, όχι απλώς «μαθαίνω prompts», αλλά μαθαίνω να αντιλαμβάνομαι τι είναι αλήθεια, τι είναι γνώση, πού τελειώνει η πληροφορία και πού αρχίζει η χειραγώγηση. Χρειαζόμαστε διεθνείς κανόνες και ρυθμίσεις, πραγματικά διεθνείς, για την ΤΝ, ξεκινώντας από την πλήρη διαφάνεια. Να γνωρίζουμε ακριβώς τι υπάρχει και αφορά στα μοντέλα: δεδομένα, ενέργεια, νερό, εργασία κ.ά. Κάποιες συλλογικότητες ψηφιακής αυτονομίας έχουν προτείνει κάτι σαν υποχρεωτική «διατροφική ετικέτα» για κάθε ΤΝ — μου αρέσει ως ιδέα. Δημοκρατική αμφισβήτηση λοιπόν και εκδημοκρατιστική δημιουργία, δικαίωμα στην αντίσταση των πολιτών έναντι των από τα πάνω επιβαλλόμενων αποφάσεων και δημόσιων πολιτικών των κολοσσών και δημιουργία δικών τους από τα κάτω. Άρα αμοιβαία αναγνώριση και αμοιβαίος έλεγχος, ώστε να νοηματοποιηθεί εκ νέου η ανθρώπινη δημιουργικότητα έναντι της βίας των καθετοποιημένων εξουσιαστικών πρακτικών.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Νίκος Ερηνάκης [Αθήνα, 1988] είναι Επίκουρος Καθηγητής κοινωνικής & πολιτικής φιλοσοφίας και φιλοσοφίας του πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ενώ παράλληλα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Ε.Α.Π. Είναι διδάκτωρ φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, όπου ξεκίνησε τη διατριβή του ενώ τη συνέχισε και ολοκλήρωσε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης [πλήρη υποτροφία ΙΚΥ]. Έχει σπουδάσει οικονομικά [ΟΠΑ], φιλοσοφία & λογοτεχνία [Warwick] και φιλοσοφία των κοινωνικών επιστημών [LSE], και είναι απόφοιτος του Κολλεγίου Αθηνών [‘05]. Δραστηριοποιείται επίσης ως επιστημονικός διευθυντής και αντιπρόεδρος Δ.Σ. του think tank ENA, ενώ έχει διατελέσει μέλος του Δ.Σ. του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και του Διεθνούς Φεστιβάλ Κέρκυρας. Είναι μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Συγγραφέων και του Δ.Σ. της Ελληνικής Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων. Για το πρώτο του βιβλίο φιλοσοφίας με τίτλο Αυθεντικότητα και Αυτονομία: από τη Δημιουργικότητα στην Ελευθερία (Κείμενα, 2020) τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Έχουν εκδοθεί τρία βιβλία ποίησής του [Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου, Ροές 2009· Ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά, Γαβριηλίδης 2013, Κείμενα 2021· Ακόμα Βαφτιζόμαστε, Κείμενα 2022· δύο εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στη Γαλλία], δύο βιβλία καθοριστικών Ευρωπαίων ποιητών σε μετάφρασή του [Georg Trakl, Σκοτεινή αγάπη μιας άγριας γενιάς, Γαβριηλίδης 2011, Κείμενα 2021 και Paul Celan, Βόρεια του μέλλοντος, Γαβριηλίδης 2017] και τρεις συλλογικοί τόμοι φιλοσοφικών δοκιμίων σε επιμέλειά του. Δοκίμια, άρθρα και ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε ποικίλα διεθνή περιοδικά, συλλογικούς τόμους, ανθολογίες και πρακτικά συνεδρίων με κριτές. Αυτήν την περίοδο διδάσκει και αρθρογραφεί εκτενώς αναφορικά με ζητήματα φιλοσοφίας της τεχνητής νοημοσύνης και της ψηφιακότητας και προσφάτως κυκλοφόρησε το νέο φιλοσοφικό βιβλίο του Υπερδιαλεκτική της Ευτοπίας: Ανθρωπινότητα, Τεχνητότητα, Ελευθερία (Κείμενα, 2025).
* Ο Κ.Β. ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και βιβλιοκριτικός.
Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Συγγραφέων
Ο Νίκος Ερηνάκης, μέλος του ΔΣ της Εταιρείας Συγγραφέων, συμμετείχε στον σχεδιασμό και την υλοποίηση του διεθνούς συνεδρίου που θα πραγματοποιηθεί στις 27-28/2, στο Ινστιτούτο Γκαίτε, όπου και συντονίζει το τραπέζι της πρώτης μέρας.
























