
«Το στοιχείο που χαρακτηρίζει αυτόν το ζωγράφο, που είχε μια ενεργή διαδρομή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘90, είναι η αποσιώπηση που ακολούθησε τον πρόωρο θάνατό του. Η λήθη και η σχεδόν «εξαφάνισή» του είναι ακριβώς το σημείο που επιχείρησα να εξερευνήσω με τη γραφή μου: εκεί ακριβώς που ένας δημιουργός κυριολεκτικά χάνεται, δημιουργείται πολύτιμο υλικό για κάποιον άλλον» μας είπε μεταξύ άλλων ο Βασίλης Τσιμπούκης, μιλώντας για την πρόσφατη νουβέλα του «Μέσα χρώμα» (εκδ. Loggia).
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Η πρόσφατη νουβέλα του Βασίλη Τσιμπούκη θέτει στο επίκεντρο τον Μάνο Μαρκαντωνάκη, ένα υπαρκτό πρόσωπο, ζωγράφο που δραστηριοποιήθηκε καλλιτεχνικά ως τα τέλη της δεκαετίας του '90, αλλά μετά τον πρόωρο θάνατό του έπαψε να μνημονεύεται τόσο συχνά. Στο Μέσα χρώμα, η μορφή του ζωντανεύει ξανά, και το πορτραίτο του φιλοτεχνείται μέσα από μια σπονδυλωτή αφήγηση, που περιλαμβάνει συνεντεύξεις του, επιστολές, εξομολογήσεις οικείων προσώπων του, με την αδερφή του να διαδραματίζει καίριο ρόλο - όπως δήλωσε ο συγγραφέας, ρόλο ισότιμο με αυτόν του Μάνου.
Μιλήσαμε με τον Βασίλη Τσιμπούκη για τη δομή του έργου του, τα πραγματικά και τα επινοημένα γεγονότα, το συγγραφικό του «εργαστήρι».
Η πρόσφατη νουβέλα σας παρουσιάζει μια μυθοπλασία με θέμα την πορεία του ζωγράφου Μάνου Μαρκαντωνάκη, ο οποίος είναι υπαρκτό πρόσωπο – σε σημείωμά σας, παραθέτετε ένα σύντομο βιογραφικό του, αλιευμένο από το Λεξικό Ελλήνων καλλιτεχνών. Γιατί τον κάνατε «ήρωά» σας, τι ιδιαίτερο πάνω του τράβηξε το ενδιαφέρον σας;
Η γνωριμία μου με τον Μάνο Μαρκαντωνάκη ξεκίνησε από τα νεανικά μας χρόνια. Παρακολούθησα τη δημιουργική του πορεία ως ένα πρόσωπο από το άμεσα φιλικό και οικογενειακό του περιβάλλον. Και αυτό σχεδόν σε όλα τα στάδια του εικαστικού του έργου, με το ενδιαφέρον του φιλότεχνου και όχι του ειδικού. Το στοιχείο που χαρακτηρίζει αυτόν το ζωγράφο, που είχε μια ενεργή διαδρομή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘90, είναι η αποσιώπηση που ακολούθησε τον πρόωρο θάνατό του. Η λήθη και η σχεδόν «εξαφάνισή» του είναι ακριβώς το σημείο που επιχείρησα να εξερευνήσω με τη γραφή μου: εκεί ακριβώς που ένας δημιουργός κυριολεκτικά χάνεται, δημιουργείται πολύτιμο υλικό για κάποιον άλλον. Υλικό σε άμεση σχέση με την πραγματικότητα, που μεταπλάθεται και γίνεται το βασικό θέμα της νουβέλας, ακυρώνοντας την εξαφάνιση.
Σημαντικό ρόλο, επίσης, διαδραματίζει η αδερφή του Μαρκαντωνάκη, η Λένα. Ποιο στοιχείο στη σχέση του Μάνου και της Λένας την ανέδειξε δεύτερο κεντρικό πρόσωπο της νουβέλας σας; Και γιατί οι αφηγήσεις από την πλευρά της παρατίθενται με μη χρονολογική σειρά (στην πρώτη είναι τριάντα δύο ετών, στη δεύτερη δεκαοκτώ, μετά πενήντα εννέα κ.ο.κ.);
Η Λένα Μαρκαντωνάκη μοιράζεται ισότιμα με τον αδελφό της τη θέση των δυο κεντρικών προσώπων. Δεν της εκχωρώ τη δεύτερη ή άλλη θέση. Ο λόγος για αυτό είναι πως η δική της δραματοποιημένη συμμετοχή στη δομή του κειμένου με μια σειρά μονολόγων φωτίζει και συμπληρώνει πτυχές και πλευρές της ζωής του ζωγράφου. Αυτές άλλοτε πλάγια, άλλοτε ευθέως αφορούν και τις δυο ζωές με τη σημασία και τη μοναδικότητα που τους αναλογεί στην κάθε χρονική συγκυρία που έχω επιλέξει. Η μη γραμμική χρονική σειρά των μονολόγων της Λένας είναι ο δικός μου τρόπος να εκφράσω την σημασία που έχει το αποτύπωμα του χρόνου και όχι το συμβατικό του πέρασμα.
Το απόσπασμα, το μέρος, το στιγμιότυπο, το θραύσμα απηχούν τη ζωή και τον τρόπο που τη βιώνουμε. Η γραφή είναι δύσκολο να μην ανταποκρίνεται σε αυτή την πραγματικότητα.
Η δομή του έργου σας είναι σπονδυλωτή, μια αφήγηση με «τεκμήρια», δηλαδή συνεντεύξεις, επιστολές, εξομολογήσεις... Τι εξυπηρετεί αυτή η θραυσματική δομή;
Απόλυτα σωστή επισήμανση. Το τεκμήριο με ενδιαφέρει για την πιστότητα αλλά και τη δημιουργική παραποίηση ή ανακατασκευή του, με άλλα λόγια για την εν δυνάμει λογοτεχνικότητα του. Είναι ένας τρόπος να «διαβάζεις» το περιεχόμενο μιας επιστολής ή ενός ημερολογιακού αποσπάσματος και να εξερευνάς τα όρια μιας θεμιτής επεξεργασίας τους με συγκεκριμένο σκοπό και στόχο. Η ενσωμάτωσή τους και η λειτουργικότητά τους σε μια αφήγηση είναι στοιχεία που με ενδιαφέρουν να χρησιμοποιώ ενισχύοντας την αίσθηση του πολύτροπου και θραυσματικού. Το απόσπασμα, το μέρος, το στιγμιότυπο, το θραύσμα απηχούν τη ζωή και τον τρόπο που τη βιώνουμε. Η γραφή είναι δύσκολο να μην ανταποκρίνεται σε αυτή την πραγματικότητα. Όχι πως δεν υπάρχει και άλλος τρόπος να την εκφράσεις. Ευτυχώς, παραμένει τρόπος επιλογής και εστίασης.

Αναφέρετε πως κάποια από τα τεκμήρια είναι πραγματικά και άλλα κατασκευασμένα. Στη νουβέλα σας, ανάμεσα στην πραγματικότητα και την επινόηση, πού γέρνει η πλάστιγγα; Κατά πόσο το έργο σας προσεγγίζει τη «βιογραφία»;
Αν και αντιφατικό, θεωρώ την επινόηση έναν απόλυτα οργανικό τρόπο να παρουσιάζεις την πραγματικότητα. Επινοείς και κατασκευάζεις, σκοπεύοντας να πετύχεις την αντανάκλαση του πραγματικού στη γραφή σου. Την αποτύπωση της αποσιώπησης ενός ζωγράφου που έζησε και χάθηκε από τα ραντάρ, δηλαδή ένα πραγματικό γεγονός, αυτό μετέγραψα και ανακατασκεύασα χωρίς την παραμικρή διάθεση να παρουσιάσω τη βιογραφία ενός Έλληνα ζωγράφου.
Ο Σκαλκώτας υπήρξε ένας παραγνωρισμένος συνθέτης που καταξιώθηκε χρόνια μετά τον θάνατο του. Ο Μαρκαντωνάκης δημιούργησε για δύο δεκαετίες, για να χαθεί το στίγμα του στην ελληνική ζωγραφική αλλά και το σύνολο του έργου του.
Στο προηγούμενο έργο σας, Συγκάτοικος (εκδ. Loggia), στο επίκεντρο τοποθετείται η φιγούρα του συνθέτη Νίκου Σκαλκώτα, ενώ σε αυτό, έχουμε το πορτραίτο ενός ζωγράφου. Λογοτεχνία, λοιπόν, αλλά και μουσική και ζωγραφική… Πώς εξηγείτε αυτή τη «διακαλλιτεχνικότητα», τη συνομιλία μεταξύ των τεχνών;
Ουσιαστικά, το Μέσα χρώμα και ο Συγκάτοικος είναι ένα δίπτυχο. Και η σχέση είναι μια σχέση αντίστιξης αλλά και αναλογίας.΄Ηταν και οι δυο καλλιτέχνες και η ζωή τους κράτησε λίγο. Ο Σκαλκώτας υπήρξε ένας παραγνωρισμένος συνθέτης που καταξιώθηκε χρόνια μετά τον θάνατο του. Ο Μαρκαντωνάκης δημιούργησε για δύο δεκαετίες, για να χαθεί το στίγμα του στην ελληνική ζωγραφική αλλά και το σύνολο του έργου του. Τελειώνοντας τον Συγκάτοικο, η ιδέα να γράψω για τον χαμένο φίλο και ζωγράφο ήταν ήδη στο μυαλό μου και ολοκληρώθηκε. Η έλξη που μου προκαλεί η δημιουργία σαν φαινόμενο ζωής αφορά και στις δυο νουβέλες. Μέχρι εκεί μπορώ να μοιραστώ μαζί σας τις σκέψεις μου.
Περίτεχνο ύφος, διακειμενικότητα, πολυφωνία… Κάτω από τις σας με τα ελληνικά γράμματα. Υπάρχει λέξεις σας, φαίνεται η ενασχόλησή κάποιος συγγραφέας που να θεωρείτε δάσκαλό σας; Πόσο καιρό δουλεύατε την ιστορία στο «εργαστήρι» σας;
Θα έλεγα πως οι μεταφράσεις, οι επιμέλειες, η φροντίδα για τη σειρά της αγγλόφωνης λογοτεχνίας των πάλαι ποτέ εκδόσεων Οδυσσέας για αρκετά χρόνια αλλά και η συμμετοχή μου στη διοργάνωση σεμιναρίων Αμερικανικής λογοτεχνίας ήταν ο προθάλαμος για τη σχέση μου με το γράψιμο. Παράλληλα, το διάβασμα και η αγαπημένη συνήθεια να ανακαλύπτω αξιοσύστατες γραφές από αυτό το πολύ ευρύ φάσμα κλασσικών και σύγχρονων συγγραφέων διαμόρφωσαν το προσωπικό μου γούστο. Η δοκιμή για τη συγγραφή μπήκε στην τελική της φάση με το πρώτο εργαστήρι δημιουργικής γραφής που παρακολούθησα. Η μαθητεία σε άξιους δασκάλους συνέτεινε να ασχοληθώ και να ολοκληρώσω το δίπτυχο Συγκάτοικος-Μέσα χρώμα, το τελευταίο, μετά από δυο χρόνια.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Βασίλης Τσιμπούκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1958 και σπούδασε πολιτικές επιστήμες. Το 1983 εκδόθηκε η ποιητική του συλλογή Γεώργιος Δερμών, εκδόσεις Πρόσπερος.
Από το 1994 μέχρι το 2002 επιμελήθηκε την αγγλοσαξονική και αμερικανική λογοτεχνική σειρά των εκδόσεων Οδυσσέας. Στις ίδιες εκδόσεις μετέφρασε έργα του Ρέιμοντ Κάρβερ (Καθεδρικός ναός, 1992), Θίοντορ Ντράιζερ (Η μικρή μας Κάρυ, 1988), Ντέιβιντ Λίβιτ (Ερωτικός χορός, 1988) και Τίμοθι Μο (Γλυκόξινο, 1982). Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα.
























