spyros250

Στον Κώστα Αγοραστό

Πριν από τρία χρόνια, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο του Σπύρου Γιανναρά, Ο Λοξίας (εκδ. Ίνδικτος), είχε κάνει αίσθηση για τη γραφή του και τα θέματά του. Μόλις πρόσφατα επανήλθε με τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Ζωή Χαρισάμενη (εκδ. Πόλις). Ευκαιρία λοιπόν να μιλήσουμε μαζί του και να κουβεντιάσουμε για τη διαδικασία συγγραφής. 
Σε κάποιον που δεν γνωρίζει τα διηγήματά σας και τον τρόπο γραφής σας, πώς θα αυτοσυστηνόσασταν συγγραφικά;

Μόνο ως αναγνώστης. Θέλω να πω ότι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο συστήνονται οι συγγραφείς –αν και δεν θα χρησιμοποιούσα ποτέ αυτό το ρήμα που κρύβει μέσα του ένα αναπόφευκτο στήσιμο, δηλαδή μια έμφαση στο φαίνεσθαι, στην υποκρισία με όλες τις δυνατές συμπαραδηλώσεις– είναι το έργο που παράγουν.

Ο συγγραφέας και νομίζω κάθε καλλιτέχνης δεν μπορεί να τοποθετείται ούτε μπροστά, προπορευόμενος, αλλά ούτε να κρύβεται πίσω από το έργο του, γιατί απλούστατα βρίσκεται αναπόδραστα εντός του. Στην καρδιά ή στο κέντρο του. Το έργο είναι πάντοτε το πιο αυθεντικό δείγμα του εαυτού του. Η τέχνη είναι το αέναο κυνήγι του καλλιτέχνη να φτάσει τον εαυτό του: ό,τι καλύτερο μπορεί να βγάλει από αυτό το απίθανο αμάλγαμα μικροτήτων, αστοχιών και μεγαλείου που είναι κάθε εαυτός.

Κι αυτή η διαδικασία δεν αφορά καθόλου την ποιότητα του έργου που είναι ένα εντελώς διαφορετικό κεφάλαιο. Εννοώ ότι ένα αποτυχημένο, μέτριο ή και κακό από κάθε πλευρά (φόρμας ή/και περιεχομένου) καλλιτεχνικό έργο μπορεί να αποτελεί ένα βήμα προσωπικής προόδου για τον δημιουργό του. Η δημιουργία (ενός έργου τέχνης) είναι η πιο οριακή κατάσταση στην οποία μπορεί να κινηθεί πνευματικά ένας άνθρωπος. Αφήνοντας έξω την προσευχή και την μοναστική άσκηση. Γι’ αυτό άλλωστε ο Γάλλος συγγραφέας Πιερ Μισόν υποστηρίζει ότι «η λογοτεχνία είναι μια ξεπεσμένη μορφή προσευχής».

Και τη δημιουργία αυτή θα την ορίζαμε μόνο ως την μη ολοκληρωμένη κατασκευή ενός έργου που ξεπερνάει, που βρίσκεται πάντα πάνω και πέρα από τον δημιουργό του. Εξ ου και κουβαλάει ό,τι καλύτερο έχει –μέχρι εκείνη τη στιγμή– κατορθώσει. Γι’ αυτό (κι αυτό δεν αφορά την καλή ή κακή ποιότητα των διηγημάτων μου) και δεν μπορώ να «αυτοσυστηθώ». Γι’ αυτό και τα κείμενα των οπισθόφυλλων των δύο συλλογών μου, τα οποία υποχρεώθηκα να γράψω ο ίδιος αδικούν βάναυσα τα διηγήματά μου.

Ζωή Χαρισάμενη ο τίτλος του νέου σας βιβλίου, και μονάχα σαν λεπτή ειρωνεία προς την καθημερινότητα των ηρώων σας θα μπορούσα να το «διαβάσω». Μιλήστε μου για το πώς προέκυψαν αυτά τα διηγήματα.

Πράγματι ο τίτλος σε μια πρώτη ανάγνωση ξεχειλίζει ειρωνεία. Όπως και η προφορική αυτή έκφραση από μόνη της. Μόνο στα παραμύθια γίνεται αποδεκτή ως κυριολεξία. Κι όχι σε όλα, παρά μόνο σε εκείνα που εικονίζουν έναν αρμονικό και τέλειο, έναν παραδεισένιο κόσμο. Από την άλλη, αν η λογοτεχνία πασχίζει να φέρει στο φως κάτι από την ιδιοσυγκρασία ή τη βαθύτερη ουσία του ανθρώπου, και δη από τον συγκαιρινό της άνθρωπο, τότε τα διηγήματα αυτά αποπειρώνται να αποτυπώσουν κάτι από τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται σήμερα ο άνθρωπος το δώρο που του χαρίστηκε, αυτό το τεράστιο και συγχρόνως ελάχιστο που είναι η ζωή του.

Δεν μπορώ να σας πω, πώς προέκυψε το κάθε διήγημα γιατί απλούστατα δεν ξέρω. Μόλις για τρία από το έξι μπορώ να αναφερθώ σε συγκεκριμένα εναύσματα, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν ερμηνεύουν, μήτε εξαντλούν τη μυστηριώδη διαδικασία της κυοφορίας τους. Το τεφτέρι και το μαχαίρι προέκυψε από την ανάγνωση του εξαίσιου θεατρικού, τον Δον Ζουάν, του φίλου μου Κωνσταντίνου Πουλή στον οποίο είναι και αφιερωμένο. Ο Πουλής παίρνει την κλασική θεατρική πλοκή και της αφαιρεί το σχεδόν εξαρχής (από την εκδοχή του Μολιέρου κι έπειτα) αναχρονιστικό τέλος του: την τιμωρία του Δον Ζουάν, ο οποίος καίγεται στην κόλαση. Ο Δον Ζουάν, μια από τις πιο μεστές εκδοχές του νεωτερικού ανθρώπου μαζί με τον Φάουστ, δραστηριοποιείται σε έναν κόσμο «μετά τον θάνατο του Θεού» και κατά συνέπεια είναι αδύνατο να τιμωρηθεί. Τα στίφη των (αρσενικών και θηλυκών) Δον Ζουάν που γεμίζουν σήμερα τους δρόμους δεν αμαρτάνουν, απλώς συναγωνίζονται γεμίζοντας τα τεφτέρια τους με κατακτήσεις. Ξεκινούν κυνηγώντας την ηδονή και καταλήγουν κυνηγώντας να σκοτώσουν την ανία τους. Από το θεατρικό του Πουλή προέκυψε κι αυτή η εναλλακτική εκδοχή του δονζουανισμού ως ξέφρενου κοινωνικού φαινομένου.

Ο Δημητράκης, δηλαδή ολόκληρη η πρώτη, η πρωτόλεια μορφή του προέκυψε από το απόσπασμα του Ελίας Κανέττι το οποίο έβαλα ως μότο: «Θα ήταν ωραίο μετά τη συμπλήρωση μιας ορισμένης ηλικίας, να μικραίναμε και πάλι κάθε χρόνο και να κατεβαίναμε τα ίδια σκαλοπάτια, τα οποία κάποτε ανεβήκαμε με τόσο μεγάλη οίηση». Βέβαια νομίζω ότι η τελική εκδοχή απομακρύνεται πολύ από την ρήση του Κανέττι, η οποία αποτέλεσε μονάχα μια αφορμή, δίνοντάς μου στο χέρι έναν σκελετό.

Το Γύρω από το τραπέζι ήταν παραγγελία. Ο Γιώργος Κορδομενίδης μου ζήτησε να γράψω ένα κείμενο με το οποίο θα συμμετείχα σε ένα τεύχος του περιοδικού Εντευκτήριο με το ίδιο ακριβώς θέμα. Το ίδιο συνέβη και με το ομώνυμο διήγημα της συλλογής, το οποίο γράφτηκε για να αποτελέσει το πασχαλιάτικο διήγημα της «Καθημερινής».

Διαβάζοντας τα έξι διηγήματα της συλλογής παρατήρησα αισθητά λιγότερες λογοτεχνικές αναφορές σε σχέση με τον Λοξία. Σαν να αντλείτε τη μυθοπλασία σας από δημοσιογραφικές πηγές χωρίς να καταφεύγετε σε αυτό που λέμε «δημοσιογραφική γραφή». Συμφωνείτε;

Νομίζω ότι το μονοπάτι αυτό, εννοώ το πού μας βγάζει η συλλογή λογοτεχνικών παραθεμάτων που αφήνει ή δεν αφήνει πίσω του ο συγγραφέας όταν σαν άλλος κοντορεβυθούλης εισέρχεται στη selva oscura, στο σκοτεινό δάσος της λογοτεχνίας, οδηγεί πάντοτε σε κακοτοπιές ή αδιέξοδα. Ο συγγραφέας κουβαλάει μέσα του τα διαβάσματά του χωρίς να έχει διαρκώς αίσθηση του καθενός από αυτά ξεχωριστά. Σίγουρα βάζει μέσα στα κείμενά του λέξεις ή και φράσεις που του εντυπώθηκαν χωρίς να συνειδητοποιεί ότι τις έχει πάρει από κάπου. Ταυτόχρονα παίζει και το, άλλοτε φανερό κι άλλοτε κρυφό, παιχνίδι της κλοπής. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν και κατά πόσο θα κατορθώσει να κάνει δικά του, να αφομοιώσει στον λόγο του τα υφαρπαγμένα. Άλλοτε πάλι συνομιλεί ανοιχτά με συγκεκριμένα λογοτεχνικά ή άλλα κείμενα.

Η εξαίρετη κριτικός μας Μάρη Θεοδοσοπούλου έγραψε μια εμβριθή και διαφωτιστική κριτική για τον Λοξία. Εκεί αποπειράθηκε να απαριθμήσει τα βιβλία από τα οποία επηρεάστηκε ή δανείστηκε το βιβλίο. Έπεσε σε πολλά μέσα, αλλά ανέφερε και μια σειρά τίτλων των οποίων την ύπαρξη αγνοούσα παντελώς. Δεν καταλαβαίνω τι και κυρίως πώς εννοείτε τις «δημοσιογραφικές πηγές». Αν πηγή της δημοσιογραφίας είναι τα γεγονότα που απαρτίζουν την καθημερινή πραγματικότητα, τότε το πεδίο απ’ όπου αντλεί η δημοσιογραφία, η λογοτεχνία και η τέχνη είναι το αχανές εκείνο της ζωής. Αν εννοείτε ότι αντλώ όπως πολλοί συγγραφείς όπως ο Σταντάλ και ο Ντοστογιέφκσι από τα faits divers, το αστυνομικό, δηλαδή δελτίο, τότε θα σας έλεγα ότι όχι δεν είναι κάτι που κάνω συστηματικά.

Θα ήθελα τέλος να σημειώσω ότι αυτό που ονομάζετε μάλλον υποτιμητικά «δημοσιογραφική γραφή», από το οποίο και βιοπορίζομαι, δεν συνεπάγεται το γράψιμο στο πόδι. Στις εφημερίδες θα βρείτε πένες με λογοτεχνικό ύφος το οποίο θα ζήλευαν –όπως κι εγώ– πάμπολλοι γραφιάδες που περιφέρουν με έπαρση τον τίτλο του λογοτέχνη.

alt

Η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι ήρωές σας είναι σαφώς άνω του μέσου όρου της καθομιλουμένης. Πόσο σας απασχολεί το θέμα της γλώσσας και της χρήσης των λέξεων μέσα από τους ήρωές σας;

Η ερώτησή σας μου φέρνει στο νου τον στίχο από το «Ελσα σε φοβάμαι» του Σαββόπουλου: «Και όλα τ' άλλα φήμες και ψευτιές και ανοησίες και στατιστικές». Δεν ασχολούμαι καθόλου με μέσους όρους ή μέσους αναγνώστες. Με αφορά ο παραλήπτης του μπουκαλιού που ρίχνω στη θάλασσα, ο πιθανός συνομιλητής μου, ο αποδέκτης της φωνής μου, αλλά μόνο ως πρόσωπο στο οποίο αναφέρομαι. Ως ο άλλος πόλος μιας σχέσης τον οποίο θέλω να τιμήσω δίνοντάς του το καλύτερο του εαυτού μου, αλλά επ’ ουδενί να ζυγίσω ή να κατηγοριοποιήσω. Νομίζω ότι παλεύοντας να χτίσω ένα προσωπικό ύφος, επιλέγοντας να αντλώ λέξεις από όλα τα στρώματα της ελληνικής γλώσσας, κερδίζοντας σε ακρίβεια και ποιητικότητα, δεν αδιαφορώ, αλλά αντίθετα υπολήπτομαι βαθιά τον αναγνώστη μου. Δεν νομίζω –και αντλώ αναπόφευκτα παραδείγματα από τα μεγάλα και ιερά τέρατα της λογοτεχνίας με τα οποία δεν έχω καμία σχέση– ότι ο Μέλβιλ θα έπρεπε να αφαιρέσει την ναυτική ορολογία από τα έργα του για να γίνει πιο κατανοητός. Ούτε ο Σελίν να περιορίσει την αργκό του. Θεωρώ όχι μόνο δόκιμο να διαβάζει κανείς λογοτεχνία παρέα με το λεξικό, αλλά ότι δεν μπορεί κανείς να αγαπάει τη λογοτεχνία και να μην λατρεύει τα λεξικά. Το ζήτημα είναι αν κατορθώνεις να σώσεις την φράση σου ή αν καμιά φορά η χρήση μιας λόγιας ή μιας λέξης αργκό, μια περίεργη σύνταξη τη βαραίνει τόσο που χάνει την ισορροπία της και κινδυνεύει να καταποντιστεί. Αυτή είναι μια πτυχή της πάλης με τις φυσικές και υπερφυσικές δυνάμεις που ονομάζουμε συγγραφή.

Σε πολλά σημεία των διηγημάτων σας δράττεστε της ευκαιρίας να κάνετε ένα κοινωνικό σχόλιο. Πόσο θεωρείτε ότι εξυπηρετεί αυτό τη μυθοπλασία;

Το ζήτημα είναι τι εξυπηρετεί –αν πρέπει να εξυπηρετήσει κάτι– η μυθοπλασία. Ποιος δηλαδή είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας. Στο βαθμό που η λογοτεχνία παλεύει να αποκαλύψει κάτι από τον άνθρωπο και τον κόσμο, από το αιώνιο και το εφήμερο θα είναι πάντα και ένα κοινωνικό σχόλιο.

Ποιο είναι το σημείο από το οποίο ξεκινάτε να γράψετε ένα διήγημα; Ο ήρωας ή το θέμα;

Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα μεθοδολογικά εργαλεία από τα οποία διαλέγει κανείς εκείνο που του ταιριάζει καλύτερα για να γράψει. Νομίζω ότι αυτό που οι παλαιότεροι αποκαλούσαν μούσα και οι μεταγενέστεροι έμπνευση, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός που θέτει σε λειτουργία το (λογοτεχνικό) γράψιμο «δώσε κλώτσο να γυρίσει παραμύθι να αρχινίσει» που έλεγαν κάποτε, παραμένει άγνωστος και στον ίδιο τον συγγραφέα.

Πολλές φορές μου σφηνώνεται στο μυαλό μια ιδέα, ένα περιστατικό, ένα πρόσωπο. Άλλες πάλι είναι σαν να μου υπαγορεύει κάποιος την πρώτη πρόταση ενός κειμένου. Πολλά διηγήματα έχουν από νωρίς ξεκάθαρη ιστορία, πλοκή, αρχή-μέση-τέλος και άλλα προχωρούν μέχρι ένα σημείο κολλάνε και ξαναπαίρνουν μπρος αργότερα. Αλλά και ολοκληρωμένες εκδοχές ενδέχεται κάποια στιγμή να γίνουν αγνώριστες λες κι έμπλεξαν σε άσχημο καβγά.

Ανέκαθεν στη χώρα μας είχαμε αρκετούς και καλούς διηγηματογράφους. Ποιους ξεχωρίζετε εσείς, τόσο από το παρελθόν όσο και από τους καινούργιους συναδέλφους σας;

Αναγκαστικά –δεν μπορώ να το αποφύγω– θα παραθέσω, κουράζοντάς σας, αρκετά ονόματα. Ξεκινώντας από τους πολύ μεγάλους, Παπαδιαμάντη, Βιζυηνό, Ροϊδη, Μωραϊτίδη περνάμε έπειτα στον Μητσάκη, τον Θεοτόκη και στη συνέχεια ξεχωρίζουμε επιλεκτικά διηγήματα του Βουτηρά, του Παπαντωνίου και του Καρκαβίτσα. Λίγα, με προεξάρχουσα τη Δοκιμασία, του Γονατά. Πολύ μεγάλο για μένα κεφάλαιο (το μεγαλύτερο μετά την πρώτη τετράδα) είναι ο Δημήτρης Χατζής. Στους νεώτερους αγαπημένους καταχωρίζω τον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο, τον Θανάση Βαλτινό και τον Αργύρη Χιόνη. Θαυμάζω απεριόριστα τις Ιστορίες που άρεσαν σε μερικούς ανθρώπους που ξέρω, του Αρανίτση και εξίσου τις Αθηναϊκές ιστορίες του Χρήστου Βακαλόπουλου. Μου άρεσαν πολύ οι ιστορίες της Θεοφανώς Καλογιάννη και θαυμάζω τα διηγήματα του Σκαμπαρδώνη. Από συνομηλίκους ξεχωρίζω τον Ηλία Παπαμόσχο, τον εξαφανισμένο μετά την καλή συλλογή διηγημάτων Οι Συνεπιβάτες, Παντελή Κοντογιάννη, τον Πάνο Τσίρο, τον Χρήστο Οικονόμου, τον Πέτρο Κουτσιαμπασάκο, την Κάλλια Παπαδάκη. Ξεχωρίζω την νουβέλα Η θύελλα του Γιάννη Αστερή, τις δυο νουβέλες του Γιάννη Μακριδάκη και απολαμβάνω εδώ και χρόνια τα υποβλητικά μικρά κείμενα του Αριστείδη Αντονά. Σίγουρα ξεχνάω αρκετούς και δεν αγγίζω το τεράστιο κεφάλαιο των ξένων διηγηματογράφων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Κωνσταντίνος Π. Βλαχογιάννης: «H λογοτεχνία είναι ένας τόπος και η περιδιάβαση σε αυτόν τον τόπο προϋποθέτει το ταξίδι»

Κωνσταντίνος Π. Βλαχογιάννης: «H λογοτεχνία είναι ένας τόπος και η περιδιάβαση σε αυτόν τον τόπο προϋποθέτει το ταξίδι»

Με αφορμή το νέο του λογοτεχνικό έργο «Επικράτειες» (εκδ. Περικείμενο) συζητάμε με τον συγγραφέα Κωνσταντίνο Π. Βλαχογιάννη για τα ψυχικά και λογοτεχνικά τοπία, την αδυναμία να ορίσουμε το σώμα μας και τη γλώσσα ως πρωταρχικό δοχείο για την κατασκευή της πραγματικότητας. 

Συ...

Νόρα Πυλόρωφ: «Το κυνήγι της αγάπης θέτει συχνά μη ρεαλιστικές προσδοκίες»

Νόρα Πυλόρωφ: «Το κυνήγι της αγάπης θέτει συχνά μη ρεαλιστικές προσδοκίες»

Με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα «Το Νεραϊδάκι» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα), η συγγραφέας και μεταφράστρια Νόρα Πυλόρωφ απάντησε σε ερωτήσεις μας.

Συνέντευξη στον Λεωνίδα Καλούση

«Το Νεραϊδάκι», όπως και σχεδόν όλα τα βιβλία σας, είναι ένα πο...

Ασπασία Καμπύλη, εκδόσεις Carnivora: «Το μέλλον βρίσκεται στο εδώ και τώρα»

Ασπασία Καμπύλη, εκδόσεις Carnivora: «Το μέλλον βρίσκεται στο εδώ και τώρα»

Οι εκδόσεις Carnívora είναι ένας από τους νέους εκδοτικούς οίκους που διαθέτει ξεκάθαρο όραμα και το οποίο έχει επικοινωνήσει με απόλυτη επιτυχία στους αναγνώστες. Μοναδική και βραβευμένη αισθητική μαζί με προσεκτικές επιλογές τίτλων, φροντισμένα κείμενα και άρτιο τυπογραφικό αποτέλεσμα είναι τα επιμέρους στοιχ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Υπάρχουν βιβλία που τυχαίνει να συμπίπτουν με πολυαναμενόμενες εκδόσεις, δεν μπαίνουν στο οπτικό πεδίο του κοινού ή πολλές φορές μένουν στη σκιά πολύ δημοφιλών τίτλων με παρόμοια θεματική. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κουίρ βιβλία. Κάποια ακούγονται και διαβάζονται περισσότερο από άλλα. Σήμερα, λοιπόν, ημέρα εορτασμο...

«Τηρούμενες αναλογίες» της Πόπης Φιρτινίδου (κριτική) – Ζωντανές ανταποκρίσεις από την ηλικία της ήττας

«Τηρούμενες αναλογίες» της Πόπης Φιρτινίδου (κριτική) – Ζωντανές ανταποκρίσεις από την ηλικία της ήττας

Για τη συλλογή διηγημάτων της Πόπης Φιρτινίδου «Τηρούμενες αναλογίες» (Εκδόσεις των Συναδέλφων). Κεντρική εικόνα: Πίνακας από τον Αργυρό Ουμβέρτο (1884 - 1963) με τίτλο «Ο παππούς» (1912) / Εθνική Πινακοθήκη.

Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης

Η ψυχολογί...

«Respublica»: μια κοινότητα χαράς απέναντι σ’ ένα σύμπαν καταναλωτισμού και στρες

«Respublica»: μια κοινότητα χαράς απέναντι σ’ ένα σύμπαν καταναλωτισμού και στρες

Για την multi παράσταση «Respublika» του Λούκας Τβαρκόβσκι [Lukasz Twarkowski], σε παραγωγή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, η οποία παρουσιάστηκε στο Terra Vibe Park στη Μαλακάσα. Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Ο Πολωνός σκηνοθέτ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μηνά Στραβοπόδη «Συμπληγάδες αξιών» το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ναι, το ξέρω! Δεν έπρεπε να σκοτώσω. Μα έπρεπε να σκοτώσω. Ξέρω, δεν είνα...

«Μικρές δοκιμές» του Αντώνη Μακρυδημήτρη (προδημοσίευση)

«Μικρές δοκιμές» του Αντώνη Μακρυδημήτρη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του ομότιμου καθηγητή ΕΚΠΑ Αντώνη Μακρυδημήτρη «Μικρές δοκιμές», το οποίο θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Το μείζον πρόβλημα στην εποχή μας έχει ...

«Αποστολή στο Βερολίνο» του Λεν Ντέιτον (προδημοσίευση)

«Αποστολή στο Βερολίνο» του Λεν Ντέιτον (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το κατασκοπικό μυθιστόρημα του Λεν Ντέιτον [Len Deighton] «Αποστολή στο Βερολίνο» (μτφρ. Αντώνης Καλοκύρης), το οποίο κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«Μάλλον φέρνουν κ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Υπάρχουν βιβλία που τυχαίνει να συμπίπτουν με πολυαναμενόμενες εκδόσεις, δεν μπαίνουν στο οπτικό πεδίο του κοινού ή πολλές φορές μένουν στη σκιά πολύ δημοφιλών τίτλων με παρόμοια θεματική. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κουίρ βιβλία. Κάποια ακούγονται και διαβάζονται περισσότερο από άλλα. Σήμερα, λοιπόν, ημέρα εορτασμο...

Πατέρας και γιος: 5 σπουδαία μυθιστορήματα για μια δύσκολη σχέση

Πατέρας και γιος: 5 σπουδαία μυθιστορήματα για μια δύσκολη σχέση

Σύμμαχοι, ενίοτε κι αντίπαλοι. Αγαπημένοι, μα κάποιες φορές σε άλλο μήκος κύματος. Με αφορμή την Ημέρα του Πατέρα (16 Ιουνίου) επιλέξαμε πέντε βιβλία που βρίσκονται σε κυκλοφορία και αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα και την ουσιαστική δύναμη που φέρει ο πατέρας ως ρόλος και ως υπόσταση. Κεντρική εικόνα: ο Φίλιπ Ροθ με...

10 κλασικά λογοτεχνικά έργα που έφεραν στο φως τη ΛΟΑΤΚΙ+ εμπειρία

10 κλασικά λογοτεχνικά έργα που έφεραν στο φως τη ΛΟΑΤΚΙ+ εμπειρία

Τα τελευταία χρόνια, η κουίρ λογοτεχνία έχει ανανεωθεί με σύγχρονους εκπροσώπους όπως ο Όσεαν Βουόνγκ ή η Κάρμεν Μαρία Ματσάδο. Εάν αναζητούσαμε, όμως, τις βάσεις ενός κουίρ λογοτεχνικού Κανόνα θα έπρεπε να πάμε πιο πίσω, σε κάποια βιβλία καθοριστικά για την ομοερωτική λογοτεχνία αλλά και για τη λογοτεχνία γενικότερ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

15 Δεκεμβρίου 2023 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2023

Mυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποιήματα: Επιλογή 100 βιβλίων, ελληνικών και μεταφρασμένων, από τη βιβλιοπαραγωγή του 2023. Επιλογή: Συντακτική ομάδα της Book

ΦΑΚΕΛΟΙ