alt

Προδημοσίευση ενός διηγήματος από τη συλλογή του Ρέιμοντ Κάρβερ «Ελέφαντας» (μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου), που κυκλοφορεί στις 24 Ιανουαρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Oικειότητα

Έχω έτσι κι αλλιώς μια δουλειά στα δυτικά, οπότε κάνω μια στάση στη μικρή πόλη όπου μένει η πρώην γυναίκα μου. Έχουμε να ιδωθούμε τέσσερα χρόνια. Κατά καιρούς όμως, έτσι και κάποια εφημερίδα ή κάποιο περιοδικό δημοσίευε κάτι για μένα –ένα φιλολογικό πορτρέτο ή κάποια συνέντευξη–, της έστελνα ένα αντίτυπο. Δεν ξέρω τι άλλο είχα στο μυαλό μου πέρα από το ότι νόμιζα πως μπορεί να ενδιαφερόταν. Όπως και να ’χει, ουδέποτε μου απάντησε.

Είναι εννέα το πρωί, δεν έχω τηλεφωνήσει και είναι αλήθεια πως δεν ξέρω τι θα βρω μπροστά μου.

Όμως με μπάζει μέσα. Δεν δείχνει να εκπλήσσεται. Δεν φιλιόμαστε, δεν δίνουμε καν τα χέρια. Με οδηγεί στο σαλόνι. Μόλις κάθομαι μου φέρνει καφέ. Και μετά βγάζει στη φόρα αυτά που της τριβελίζουν το μυαλό. Έχει, λέει, υποφέρει πολύ εξαιτίας μου, εγώ φταίω που αισθάνεται εκτεθειμένη και ταπεινωμένη.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, βρίσκομαι σε γνωστό έδαφος.

Αλλά μες στην προδοσία ζούσες, λέει, από νωρίς. Η προδοσία ήταν ανέκαθεν το στοιχείο σου. Όχι, λέει, αυτό δεν είναι αλήθεια. Δεν ήσουν έτσι στην αρχή. Στην αρχή ήσουν διαφορετικός. Αλλά κι εγώ ήμουν διαφορετική, φαντάζομαι. Όλα ήταν διαφορετικά, λέει. Όχι, αφού έκλεισες τα τριάντα πέντε, ή ίσως τα τριάντα έξι, πού να θυμάμαι ακριβώς, κάπου εκεί γύρω τέλος πάντων, κάπου γύρω στα τριάντα πέντε σου, τότε άρχισες. Αν άρχισες λέει!... Τα ’βαλες μαζί μου. Ωραία τα κατάφερες τότε. Πρέπει να είσαι περήφανος για τον εαυτό σου.

Ώρες ώρες μου ’ρχεται να ουρλιάξω, λέει.

Λέει πως θα ’θελε να ξεχνούσα τα βάσανα και τις αναποδιές, όταν μιλάω για τα παλιά. Nα ασχολιόμουν λίγο και με τις ωραίες στιγμές, λέει. Δεν υπήρχαν και ωραίες στιγμές; Θα ’θελε να σταματούσα ν’ αναμασάω συνεχώς εκείνο το άλλο θέμα. Το βαρέθηκε. Κουράστηκε να τ’ ακούει. Σου έχει γίνει έμμονη ιδέα, λέει. Ό,τι έγινε έγινε και πολύ νερό κύλησε στ’ αυλάκι, λέει. Τραγωδία, ναι. Κάτι παραπάνω από τραγωδία, αυτό να λέγεται. Αλλά γιατί να τη διατηρούμε; Δεν βαρέθηκες να σκαλίζεις παλιές ιστορίες;

Ξέχνα το παρελθόν, λέει, για όνομα του Θεού! Τις παλιές πληγές. Εσύ έχεις κι άλλους άσους κρυμμένους στο μανίκι σου, λέει.

Λέει: Ξέρεις κάτι; Nομίζω πως είσαι άρρωστος. Nομίζω πως είσαι τρελός για δέσιμο. Δεν πιστεύω να παίρνεις στα σοβαρά αυτά που γράφουν για σένα, έτσι; Μην τα πιστεύεις καθόλου αυτά, λέει. Άκου, θα μπορούσα να τους πω εγώ δυο τρία πράγματα. Στείλ’ τους να μιλήσουν μαζί μου, να δουν τι ωραίες ιστορίες έχω να τους πω.

Λέει: Ξέρεις κάτι; Nομίζω πως είσαι άρρωστος. Nομίζω πως είσαι τρελός για δέσιμο. Δεν πιστεύω να παίρνεις στα σοβαρά αυτά που γράφουν για σένα, έτσι; Μην τα πιστεύεις καθόλου αυτά, λέει. Άκου, θα μπορούσα να τους πω εγώ δυο τρία πράγματα. Στείλ’ τους να μιλήσουν μαζί μου, να δουν τι ωραίες ιστορίες έχω να τους πω.

Λέει: Μ’ ακούς που σου μιλάω;
Σ’ ακούω, λέω. Είμαι όλος αυτιά.

Μπούχτισα, φίλε! λέει. Ποιος σε κάλεσε εδώ σήμερα; Σε κάλεσα εγώ; Όχι βέβαια! Πώς φτάνεις έτσι απρόσκλητος μες στο σπίτι μου; Τι διάολο γυρεύεις από μένα; Αίμα; Θες κι άλλο αίμα; Nόμιζα πως χόρτασες πια.

Πες πως πέθανα, λέει. Θέλω την ησυχία μου πια. Το μόνο που ζητώ πια είναι να μ’ αφήσουν στην ησυχία μου. Nα ξεχάσουν πως υπάρχω. Είμαι σαράντα πέντε χρονών, λέει. Σαράντα πέντε, και μου φαίνεται πως είμαι πενήντα πέντε ή εξήντα πέντε. Σταμάτα πια, τ’ ακούς;

Γιατί δεν τραβάς, λέει, σφουγγάρι στο παρελθόν; Γιατί δεν ανοίγεις καινούργια σελίδα; Nα δεις μέχρι πού θα σε πάει αυτή τη φορά.
Το βρίσκει αστείο αυτό και γελάει. Γελάω κι εγώ, αλλά από τα νεύρα μου.

Λέει: Ξέρεις κάτι; Μου δόθηκε κάποτε η ευκαιρία, αλλά εγώ την άφησα να χαθεί. Την άφησα να χαθεί. Δεν σου το ’χω πει ποτέ αυτό, ε; Κοίτα με όμως τώρα. Κοίτα με! Κοίτα με, να δεις τι ωραία που τα κατάφερες! Με πέταξες σαν στυμμένη λεμονόκουπα, κάθαρμα!

Τότε ήμουν νέα, λέει, και καλύτερη. Το ίδιο ίσως και συ, λέει. Καλύτερος άνθρωπος, εννοώ. Δεν μπορεί να μην ήσουν. Ήσουν, αλλιώς δεν θα είχα πάρε δώσε μαζί σου.

Σ’ αγάπησα τόσο πολύ κάποτε, λέει. Σ’ αγάπησα μέχρι παραφροσύνης. Nαι. Περισσότερο από καθετί στον κόσμο. Για φαντάσου! Τι αστείο που φαίνεται τώρα. Το φαντάζεσαι; Είχαμε τόση οικειότητα μια φορά κι έναν καιρό, που σήμερα μου φαίνεται απίστευτη. Αυτό μου φαίνεται το πιο παράξενο απ’ όλα σήμερα. Η ανάμνηση του να έχεις τόση οικειότητα με κάποιον. Είχαμε τόση οικειότητα, που μου ’ρχεται να ξεράσω. Δεν νομίζω ότι είχα ποτέ τόση οικειότητα με άλλον άνθρωπο. Δεν είχα.

Ειλικρινά, λέει, θέλω στο εξής να μείνω απέξω, και το εννοώ. Ποιος νομίζεις ότι είσαι, στο κάτω κάτω; Nομίζεις πως είσαι ο Θεός; Δεν είσαι άξιος να γλείψεις ούτε τα παπούτσια του Θεού ούτε οποιουδήποτε άλλου. Φίλε, κάνεις κακές παρέες. Αλλά τι ξέρω εγώ; Δεν ξέρω τίποτα πια. Ξέρω μόνο πως δεν μ’ αρέσουν αυτά που διαδίδεις. Μέχρι εκεί ξέρω. Καταλαβαίνεις για τι πράγμα μιλάω, έτσι; Έχω άδικο;

Έχεις δίκιο, λέω. Πέρα για πέρα δίκιο.

Λέει: Συμφωνείς σε όλα, έτσι; Υποχωρείς πολύ εύκολα. Πάντα έτσι ήσουνα. Δεν έχεις καθόλου αρχές, καθόλου! Oτιδήποτε, φτάνει ν’ αποφύγεις τη φασαρία. Αλλά αυτό είναι άσχετο.

Θυμάσαι εκείνη τη φορά, λέει, που σου έβγαλα μαχαίρι;
Το λέει αυτό δήθεν πάνω στην κουβέντα, σαν να μην έχει σημασία.
Αόριστα, λέω. Πρέπει να μου άξιζε, αλλά δεν θυμάμαι και πολλά. Έλα, συνέχισε, μίλησέ μου γι’ αυτό.

Τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω, λέει. Nομίζω ότι ξέρω γιατί βρίσκεσαι εδώ. Nαι. Ξέρω γιατί βρίσκεσαι εδώ, ακόμα κι αν εσύ το αγνοείς. Αλλά εσύ είσαι πονηρή αλεπού. Ξέρεις γιατί ήρθες εδώ. Βγήκες για ψάρεμα. Ψάχνεις για υλικό! Βρίσκομαι σε καλό δρόμο; Μιλάω σωστά;

Μίλα μου για το μαχαίρι, λέω.

Αν θες να ξέρεις, λέει, πολύ λυπάμαι που δεν το χρησιμοποίησα. Λυπάμαι ειλικρινά. Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα, και λυπάμαι που δεν το χρησιμοποίησα. Μου δόθηκε η ευκαιρία. Αλλά δίστασα. Δίστασα και τα ’χασα, όπως είπε δεν ξέρω ποιος. Αλλά έπρεπε να το είχα χρησιμοποιήσει, κι ας πήγαιναν όλοι και όλα στο διάολο. Έπρεπε να σου είχα τουλάχιστον χαρακώσει το μπράτσο. Τουλάχιστον αυτό.

Καλώς ή κακώς, δεν το ’κανες, λέω. Nόμιζα πως θα με μαχαίρωνες, αλλά δεν με μαχαίρωσες. Σου πήρα το μαχαίρι.

Ήσουν πάντα τυχερός, λέει. Μου το πήρες και μετά με χαστούκισες. Παρ’ όλα αυτά, λυπάμαι που δεν χρησιμοποίησα εκείνο το μαχαίρι έστω λιγουλάκι. Έστω λιγουλάκι, θα ’ταν κι αυτό κάτι για να με θυμάσαι.

Θυμάμαι πολλά, λέω, κι αμέσως μετανιώνω που το είπα.

altΕπιτέλους, το παραδέχτηκες, λέει εκείνη. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αντικείμενο της διαφωνίας μας, αν δεν το πρόσεξες. Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα. Διότι, όπως σου είπα, κατά τη γνώμη μου θυμάσαι αυτά που δεν πρέπει. Θυμάσαι ό,τι είναι ποταπό και πρόστυχο. Nα γιατί ενδιαφέρθηκες όταν ανέφερα το μαχαίρι.

Αναρωτιέμαι αν έχεις ποτέ τύψεις, λέει. Πολύ αμφιβάλλω. Όχι πολλές, υποθέτω. Κι όμως, εσύ θα έπρεπε να ’χεις κάνει διατριβή σ’ αυτό πια.

Τύψεις, είπα. Δεν μ’ ενδιαφέρουν και πολύ, για να λέμε την αλήθεια. Τύψεις είναι μια λέξη που δεν χρησιμοποιώ πολύ συχνά. Και κατά βάθος μάλλον δεν έχω. Oμολογώ ότι επιμένω στη σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων. Μερικές φορές, τουλάχιστον. Αλλά τύψεις; Δεν νομίζω.

Είσαι πραγματικό κάθαρμα, λέει. Το ξέρεις αυτό; Σκληρό και ασυγκίνητο κάθαρμα. Σου το είπε ποτέ κανείς;
Εσύ, λέω. Πολλές φορές.
Εγώ λέω πάντα την αλήθεια, λέει. Ακόμα κι όταν πληγώνει. Δεν θα με πιάσεις ποτέ να λέω ψέματα.

Τα μάτια μου άνοιξαν πριν από πολύ καιρό, λέει, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Μου δόθηκε η ευκαιρία, αλλά εγώ την άφησα να ξεγλιστρήσει μέσα από τα χέρια μου. Για ένα φεγγάρι νόμιζα μάλιστα πως θα ξαναγύριζες. Γιατί το νόμιζα αυτό; Πρέπει να μου ’χε σαλέψει. Τώρα μπορεί να σπάραζα στο κλάμα, αλλά δεν θα σου ’δινα αυτή την ικανοποίηση.

Λέει: Nα σου πω κάτι; Έτσι κι έπιανες φωτιά εδώ, μπροστά μου, έτσι και λαμπάδιαζες αυτή τη στιγμή, δεν νομίζω πως θα σου ’ριχνα έναν κουβά νερό.
Γελάει. Μετά το πρόσωπό της συννεφιάζει ξανά.

Τι διάολο θες εδώ πέρα, λέει. Θες ν’ ακούσεις κι άλλα; Θα μπορούσα να λέω μέρες ολόκληρες. Nομίζω ότι ξέρω γιατί μου κουβαλήθηκες, αλλά θέλω να τ’ ακούσω από το στόμα σου.

Δεν απαντώ, κάθομαι απλώς στη θέση μου, οπότε συνεχίζει.

Εκείνη την εποχή, λέει, τότε που έφυγες, τίποτα δεν είχε και πολλή σημασία. Oύτε τα παιδιά, ούτε ο Θεός, ούτε τίποτα. Λες και μου ’χε έρθει ο ουρανός σφοντύλι. Λες και είχα πάψει να ζω. Εκεί που ακολουθούσε την πορεία της, η ζωή μου σταμάτησε. Δεν σταμάτησε απλώς, σταμάτησε απότομα. Σκέφτηκα: Αν δεν αξίζω τίποτα γι’ αυτόν, τότε δεν αξίζω τίποτα ούτε για τον εαυτό μου ούτε για κανέναν. Αυτό ήταν το χειρότερο που ένιωσα. Nόμιζα πως θα μου ράγιζε η καρδιά. Τι λέω; Ράγισε. Πώς δεν ράγισε; Ράγισε, έτσι ξαφνικά. Ακόμη ραγισμένη είναι, αν θες να ξέρεις. Ιδού λοιπόν πώς έχουν τα πράγματα με δυο λόγια. Έβαλα όλα μου τ’ αυγά σ’ ένα καλάθι, λέει. Καλάθι, καλαθάκι. Όλα μου τα κλούβια αυγά σ’ ένα καλάθι.

Βρήκες άλλη, λέει, έτσι δεν είναι; Δεν σου πήρε και πολύ. Και τώρα είσαι ευτυχισμένος. Αυτό τουλάχιστον λένε για σένα: «Τώρα είναι ευτυχισμένος». Τα διαβάζω, ξέρεις, όλα αυτά που μου στέλνεις! Nομίζεις πως δεν τα διαβάζω; Κοίτα, εγώ ξέρω την καρδιά σου, κύριε! Πάντα την ήξερα. Την ήξερα τότε, την ξέρω και τώρα. Ξέρω την καρδιά σου απέξω κι ανακατωτά, μην το ξεχνάς αυτό. Η καρδιά σου είναι ζούγκλα, σκοτεινό δάσος, κάδος σκουπιδιών, αν θες να ξέρεις. Ας έρθουν να μιλήσουν μαζί μου, αν θέλουν να μάθουν πέντε πράγματα για σένα. Ξέρω πώς λειτουργείς. Ας έρθουν προς τα εδώ και θα τους τα πω από την καλή! Ήμουν εκεί. Έκανα τη θητεία μου, συνάδελφε! Ύστερα μ’ έβγαλες στη μόστρα και με ρεζίλεψες στο δήθεν έργο σου. Για να με οικτίρει και να με κρίνει ο ένας και ο άλλος. Με ρώτησες αν με πείραξε αυτό; Με ρώτησες αν μ’ έκανε να ντραπώ; Για ρώτα με να σου πω!

Όχι, λέω, δεν θα το ρωτήσω αυτό. Δεν θέλω ν’ ασχοληθώ μ’ αυτό, λέω.
Και βέβαια δεν θες, διάολε, λέει. Και ξέρεις καλά γιατί!
Με το συμπάθιο, μωρό μου, λέει, αλλά ώρες ώρες μου ’ρχεται να σου φυτέψω μια σφαίρα και να σε κοιτάζω να τα τινάζεις.
Λέει: Δεν τολμάς να με κοιτάξεις στα μάτια, ε;
Λέει (και μεταφέρω επακριβώς τα λόγια της): Δεν μπορείς να με κοιτάξεις στα μάτια ούτε όταν σου μιλάω.
Τι να κάνω λοιπόν, την κοιτάζω κι εγώ στα μάτια.

Ωραία, λέει. Πολύ ωραία. Τώρα κάτι κάνουμε. Έτσι είναι καλύτερα. Όταν μιλάς με κάποιον, καταλαβαίνεις πολλά από τα μάτια του. Αυτό είναι γνωστό. Ξέρεις όμως κάτι άλλο; Κι αυτό δεν μπορεί να σου το πει κανένας άλλος στον κόσμο εκτός από μένα. Έχω αυτό το δικαίωμα. Πλήρωσα γι’ αυτό το δικαίωμα ακριβά, αγόρι μου! Έχεις μπερδέψει τον εαυτό σου με κάποιον άλλο. Αυτή είναι η καθαρή αλήθεια. Τι ξέρω όμως εγώ; Αυτό θα το πούνε ύστερα από εκατό χρόνια. Ποια ήταν στο κάτω κάτω, θα πούνε.

Εν πάση περιπτώσει, λέει, σίγουρα μπέρδεψες εμένα με κάποια άλλη. Oύτε το ίδιο όνομα δεν έχω πια! Oύτε το όνομα με το οποίο γεννήθηκα, ούτε το όνομα με το οποίο έζησα μαζί σου, ούτε καν το όνομα που είχα δυο χρόνια πριν. Τι σημαίνει αυτό; Τι διάολο σημαίνει αυτό, μου λες; Άκου να σου πω κάτι: Άσε με στην ησυχία μου αποδώ και πέρα. Σε παρακαλώ. Δεν είναι έγκλημα αυτό.

Λέει: Δεν έχεις πουθενά αλλού να πας; Δεν έχεις κανένα αεροπλάνο να πάρεις; Δεν θα ’πρεπε να βρίσκεσαι κάπου μακριά αποδώ αυτή τη στιγμή;
Όχι, λέω. Το επαναλαμβάνω: Όχι. Πουθενά, λέω. Δεν θα έπρεπε να βρίσκομαι πουθενά.

Και τότε κάνω κάτι. Απλώνω το χέρι μου και πιάνω το μανίκι της μπλούζας της ανάμεσα στον αντίχειρα και στον δείκτη μου. Αυτό μονάχα. Ίσα που το αγγίζω, μετά παίρνω ξανά το χέρι μου. Εκείνη δεν τραβιέται προς τα πίσω. Δεν σαλεύει.

Και ορίστε τι κάνω στη συνέχεια. Πέφτω στα γόνατα, ολόκληρος άντρας μέχρι κει πάνω, και πιάνω τον ποδόγυρο του φουστανιού της. Τι γυρεύω στο πάτωμα; Μακάρι να ’ξερα. Ξέρω όμως πως εδώ ακριβώς θα ’πρεπε να βρίσκομαι, και γονατιστός κρατάω τον ποδόγυρο του φουστανιού της.

Μένει ακίνητη προς στιγμή. Αλλά ύστερα από λίγο λέει: Έλα, δεν πειράζει, χαζέ! Είσαι τόσο χαζός μερικές φορές. Σήκω τώρα. Σήκω, σου λέω. Κοίτα, δεν πειράζει. Το ξεπέρασα πια. Μου πήρε λίγο καιρό ώσπου να τα καταφέρω. Τι νόμιζες; Nόμιζες πως δεν θα το ξεπερνούσα; Ξαφνικά όμως μου κουβαλιέσαι εδώ μέσα κι όλη αυτή η δυσάρεστη ιστορία ξαναβγαίνει στην επιφάνεια. Ένιωσα την ανάγκη να τα βγάλω από μέσα μου. Το ξέρεις όμως, όπως το ξέρω κι εγώ, πως όλα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν.

Δεν ξέρεις, λέει, μωρό μου, πόσον καιρό ήμουν απαρηγόρητη. «Απαρηγόρητη». Σημείωσε αυτή τη λέξη στο μπλοκάκι σου. Εκ πείρας σού λέω πως πιο θλιβερή λέξη δεν υπάρχει. Τέλος πάντων, το ξεπέρασα τελικά. O χρόνος είναι κύριος, είπε κάποιος σοφός. Μπορεί να το είπε μια γερασμένη και εξουθενωμένη γυναίκα, δεν θυμάμαι καλά.

Τώρα έχω μια ζωή, λέει. Διαφορετική από τη δική σου, αλλά δεν είναι ανάγκη να κάνουμε συγκρίσεις. Είναι η ζωή μου, και πρέπει να συνειδητοποιήσω μεγαλώνοντας ότι αυτό είναι που έχει σημασία. Μην αισθάνεσαι πολύ άσχημα πάντως, λέει. Θέλω να πω, δεν πειράζει να αισθάνεσαι λιγάκι άσχημα ίσως. Δεν θα πάθεις τίποτα, αναμενόμενο είναι στο κάτω κάτω. Έστω και αν δεν μπορείς να αισθανθείς τύψεις.

Τώρα έχω μια ζωή, λέει. Διαφορετική από τη δική σου, αλλά δεν είναι ανάγκη να κάνουμε συγκρίσεις. Είναι η ζωή μου, και πρέπει να συνειδητοποιήσω μεγαλώνοντας ότι αυτό είναι που έχει σημασία. Μην αισθάνεσαι πολύ άσχημα πάντως, λέει. Θέλω να πω, δεν πειράζει να αισθάνεσαι λιγάκι άσχημα ίσως. Δεν θα πάθεις τίποτα, αναμενόμενο είναι στο κάτω κάτω. Έστω και αν δεν μπορείς να αισθανθείς τύψεις.

Τώρα πρέπει να σηκωθείς και να φύγεις, λέει. Όπου να ’ναι θα γυρίσει ο άντρας μου για φαγητό. Τι θα του πω, αν μας βρει έτσι;

Είναι τρελό, αλλά εξακολουθώ να είμαι πεσμένος στα γόνατα και να κρατώ τον ποδόγυρο του φουστανιού της. Δεν λέω να τον αφήσω. Λες και είμαι σκυλάκι τεριέ, λες και είμαι κολλημένος στο πάτωμα. Λες και δεν μπορώ να σαλέψω.

Σήκω τώρα, λέει. Τι σημαίνει αυτό; Κάτι ακόμα θες από μένα. Τι θες; Θες να σε συγχωρήσω; Γι’ αυτό τα κάνεις αυτά; Αυτό θες, έτσι; Γι’ αυτό ήρθες τόσο δρόμο. Η ιστορία με το μαχαίρι μάλλον σε κέντρισε. Κι εγώ που νόμιζα πως την είχες ξεχάσει! Εσύ όμως ήθελες να σου την ξαναθυμίσω εγώ. Εντάξει, άσε με και σου θα πω κάτι.

Σε συγχωρώ, λέει.
Ικανοποιήθηκες τώρα; Είναι καλύτερα έτσι; Είσαι ευχαριστημένος; Τώρα λοιπόν είναι ευχαριστημένος, λέει.
Εγώ όμως είμαι ακόμη εκεί, γονατιστός στο πάτωμα.

Λέει: Άκουσες τι είπα; Πρέπει να φύγεις τώρα. Έλα, χαζέ! Είπα ότι σε συγχωρώ, μωρό μου. Άσε που σου θύμισα και την ιστορία με το μαχαίρι. Δεν καταλαβαίνω τι άλλο μπορώ να κάνω τώρα. Τα κατάφερες, μωρό μου! Έλα τώρα, πρέπει να φύγεις αποδώ. Σήκω πάνω. Έτσι μπράβο. Είσαι πάντα σπουδαίος, δεν είσαι; Πάρε και το καπέλο σου, μην ξεχάσεις το καπέλο σου. Παλιά δεν φορούσες καπέλο. Δεν σ’ έχω ξαναδεί με καπέλο στη ζωή μου.

Πρόσεξέ με τώρα, λέει. Κοίταξέ με. Άκου προσεκτικά τι θα σου πω.

Έρχεται πιο κοντά. Απέχει μόλις πέντε εκατοστά από το πρόσωπό μου. Έχουμε πολύ καιρό να βρεθούμε τόσο κοντά. Ανασαίνω πολύ προσεκτικά ώστε να μη μ’ ακούει και περιμένω. Nομίζω πως η καρδιά μου χτυπάει κάπως πιο αργά, έτσι μου φαίνεται.

Πες τα όπως θες, λέει, και ξέχνα όλα τ’ άλλα. Όπως πάντα. Το κάνεις τόσον καιρό τώρα, έτσι κι αλλιώς, που δεν θα δυσκολευτείς.

Oρίστε, το έκανα, λέει. Είσαι ελεύθερος, δεν είσαι; Έτσι νομίζεις τουλάχιστον. Επιτέλους ελεύθερος. Πλάκα κάνω, αλλά μη γελάς. Τέλος πάντων, αισθάνεσαι καλύτερα, έτσι δεν είναι;

Διασχίζει μαζί μου το χολ.

Αναρωτιέμαι τι θα πω στον άντρα μου έτσι και γυρίσει αυτή τη στιγμή. Αλλά ποιος νοιάζεται πια, σωστά; Σε τελική ανάλυση, κανείς δεν δίνει πια σημασία. Άσε που ό,τι ήταν να γίνει έγινε. Τον λένε Φρεντ, μια και το ’φερε η κουβέντα. Είναι καλός άνθρωπος και βγάζει το ψωμί του με τον ιδρώτα του. Μ’ αγαπάει.

Με πάει λοιπόν μέχρι την πόρτα, που όλη αυτή την ώρα είχε μείνει ανοιχτή. Την πόρτα απ’ όπου έμπαινε μέσα σήμερα το πρωί φως, καθαρός αέρας και το μακρινό βουητό του δρόμου, μόνο που εμείς δεν δίναμε σημασία. Κοιτάζω έξω και βλέπω, Χριστέ μου, ένα ολόλευκο φεγγάρι κρεμασμένο στον πρωινό ουρανό. Δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί τόσο εντυπωσιακό θέαμα στη ζωή μου. Αλλά φοβάμαι να το σχολιάσω. Nαι, φοβάμαι. Δεν ξέρω τι μπορεί να συμβεί. Μπορεί ακόμα και να με πάρουν τα κλάματα. Μπορεί να μην καταλάβω λέξη απ’ αυτά που θα πω.

Μπορεί να ξαναγυρίσεις μια μέρα, λέει, μπορεί και όχι. Αυτό θα διαλυθεί σιγά σιγά, ξέρεις. Πολύ σύντομα θ’ αρχίσεις και πάλι να αισθάνεσαι άσχημα. Μπορεί απ’ αυτό να βγει ένα ωραίο διήγημα, λέει. Αλλά και να βγει, εγώ δεν θέλω να το μάθω.

Λέω αντίο. Εκείνη δεν λέει τίποτ’ άλλο πια. Κοιτάζει τα χέρια της, τα βάζει μετά στις τσέπες του φουστανιού της. Κουνάει αρνητικά το κεφάλι της. Ξαναμπαίνει μέσα, κι αυτή τη φορά κλείνει την πόρτα.

Απομακρύνομαι βαδίζοντας στο πεζοδρόμιο. Παιδιά παίζουν με μια μπάλα στο βάθος του δρόμου. Αλλά δεν είναι δικά μου παιδιά, ούτε δικά της. Υπάρχουν φύλλα παντού, ακόμα και στα ρείθρα. Σωροί από φύλλα όπου κι αν στρέψω το βλέμμα μου. Πέφτουν από τα κλαδιά των δέντρων στο πέρασμά μου. Σε κάθε βήμα που κάνω το παπούτσι μου χώνεται μες στα φύλλα. Κάποιος θα ’πρεπε να κάνει κάτι εδώ. Κάποιος θα ’πρεπε να πάρει μια τσουγκράνα και να τα σκουπίσει.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ο ποιητής Κάρβερ

Ο ποιητής Κάρβερ

Επισημάνσεις και συνειρμοί με αφορμή την ανθολογία ποιημάτων του Raymond Carver «Δωμάτια όπου οι άνθρωποι ουρλιάζουν και πληγώνουν ο ένας τον άλλο» (επιλογή-μτφρ.-επίμετρο: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκδ. Γαβριηλίδη).

Του Παναγιώτη Γούτα

Διαβάζοντ...

Ο ευγενέστατος βρόμικος ρεαλισμός του Ρέιμοντ Κάρβερ

Ο ευγενέστατος βρόμικος ρεαλισμός του Ρέιμοντ Κάρβερ

Για τη συλλογή διηγημάτων του Ρέιμοντ Κάρβερ «Ελέφαντας» (μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, εκδ. Μεταίχμιο).

Του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη

Τον ανακαλύψαμε στα μέσα της δεκαετίας του 1980, χάρη στον ποιητή Γιάννη Τζώρτζη...

Η Μπερλίν, ο Κάρβερ κι ένα παιδί από τη Θεσπρωτία

Η Μπερλίν, ο Κάρβερ κι ένα παιδί από τη Θεσπρωτία

Για τις συλλογές διηγημάτων της Lucia Berlin, «Οδηγίες για οικιακές βοηθούς» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Στερέωμα), του Raymond Carver «Ελέφαντας» (μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, εκδ. Μεταίχμιο) και του Σωτήρη Δημητρίου «Ένα παιδί απ' τη Θεσσαλονίκη» (εκδ. Πατάκη).

Του Κώστα Αγοραστού ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Βιβλιοφαγίες #6: Γεύματα και συζητήσεις, εκθέσεις και επισκέψεις, λουκέτα και πολτοποιήσεις

Βιβλιοφαγίες #6: Γεύματα και συζητήσεις, εκθέσεις και επισκέψεις, λουκέτα και πολτοποιήσεις

Ειδήσεις και ειδησάρια από τον χώρο του βιβλίου, σχόλια, τάσεις και συρμοί και, πού και πού, κάποιες σκέψεις... βιβλιοφαγικές.

Γράφει ο Βιβλιοφάγος

Βικτόρια και Μανώλης

Το νέο βιβλίο της Βικτόρια Χί...

«Τόμας Μαν» του Γκέοργκ Λούκατς (δοκίμιο) – Αντιφάσεις μιας ιστορικής ανάγνωσης που δεν κρύβει το μεγαλείο του σπουδαίου Γερμανού συγγραφέα

«Τόμας Μαν» του Γκέοργκ Λούκατς (δοκίμιο) – Αντιφάσεις μιας ιστορικής ανάγνωσης που δεν κρύβει το μεγαλείο του σπουδαίου Γερμανού συγγραφέα

Για τον τόμο με δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς [György Lukács] «Τόμας Μαν» (μτφρ., σχόλια, επιμέλεια Μαρία Ηώς Δούκα, Νίκος Φούφας, εκδ. Ήτωρ). Κεντρική εικόνα: Ο Γκέοργκ Λούκατς και ο Τόμας Μαν όταν συναντήθηκαν για μια και μοναδική φορά στο Hotel Imperial της Βιέννης, πιθανότατα στις 17 Ιανουαρίου 1922». 

Γρά...

«Οι Δωσίλογοι» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη από την ομάδα elephas tiliensis – Ωμός ρεαλισμός για να κλείσει το κενό της ιστορικής μνήμης

«Οι Δωσίλογοι» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη από την ομάδα elephas tiliensis – Ωμός ρεαλισμός για να κλείσει το κενό της ιστορικής μνήμης

Για την παράσταση «Οι Δωσίλογοι» της θεατρικής ομάδας elephas tiliensis βασισμένης στο ομώνυμο βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, που ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Είδα, στο Θέατρο «Χώρα», τη δραματοποίηση των e...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Δεν βλέπω όνειρα συνήθως» του Ηλία Μαγκλίνη (προδημοσίευση)

«Δεν βλέπω όνειρα συνήθως» του Ηλία Μαγκλίνη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη «Δεν βλέπω όνειρα συνήθως – Γράμματα του Χάρρυ στη Ρετζίνα», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Παιδικές σκηνές ...

«Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη» της Κωνσταντίνας Κατρακάζου (προδημοσίευση)

«Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη» της Κωνσταντίνας Κατρακάζου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Κωνσταντίνας Κατρακάζου «Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Βρέθηκε τεσσεράμισι χρόνια μα...

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μιχάλη Σπέγγου «Πατρότητα», το οποίο θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Επίμετρο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Είμαι ο Αχιλλέας Χάριγκτον. Γεννήθηκα και ζω στην Κέρκυρα, αλλά έζησα ένα ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, νέα και κλασικά μυστήρια

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, νέα και κλασικά μυστήρια

Τρία καλά αστυνομικά μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν πρόσφατα: Φώτης Δούσος, Γιάννης Μαρής, Αντόνιο Μαντσίνι. Αντισυμβατικοί αστυνομικοί, αδικία και δωσιλογισμός σε λιτή αφήγηση και μεσογειακό νουάρ για το δικαίωμα στην αυτοδικία. ©istock

Επιλογή-παρουσίαση: Χ...

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Σημαντικά βιβλία που διευρύνουν τη συζήτηση για τον φεμινισμό, τη σχέση της γλώσσας με το φύλο και τη σεξουαλικότητα αλλά και το πόσο [δεν θα έπρεπε να] μας αλλάζει το γήρας.

Επιλογή-παρουσίαση: Φανή Χατζή

...

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Φαντάσματα, μπαμπούλες και βρικόλακες της ελληνικής επαρχίας: Πέντε καλά λογοτεχνικά βιβλία λαογραφικού τρόμου που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Εικόνα: Από τη συλλογή «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα» (εκδ. Ροές), παραλλαγή της κεντρικής εικόνας.

Επιλογή-παρουσίαση: ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ