alt

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Min Jin Lee «Πατσίνκο» (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη), που κυκλοφορεί στις 12 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Γιόνγκντο, Πουσάν, Κορέα

Η Ιστορία μάς έχει απογοητεύσει, αλλά δεν έχει σημασία. Στην αλλαγή του αιώνα, ένας ηλικιωμένος ψαράς και η γυναίκα του αποφάσισαν να βάλουν νοικάρηδες για επιπλέον χρήματα. Και οι δύο ήταν γεννημένοι και μεγαλωμένοι στο ψαροχώρι του Γιόνγκντο – μια νησίδα πλάτους οχτώ χιλιομέτρων, δίπλα στην πόλη και το λιμάνι του Πουσάν. Κατά τη διάρκεια του μακροχρόνιου γάμου τους, η γυναίκα γέννησε τρεις γιους, αλλά μόνο ο Χούνι, ο μεγαλύτερος και πιο αδύναμος, επιβίωσε. Ο Χούνι γεννήθηκε με λυκόστομα και στρεβλό πόδι· ήταν όμως προικισμένος με μεγάλους ώμους, γεροδεμένο σώμα και χρυσαφένιο δέρμα. Ακόμη κι όταν έγινε νέος άντρας, διατήρησε την ήπια, ευγενική ιδιοσυγκρασία που είχε ως παιδί. Όταν ο Χούνι έκρυβε με τα χέρια το δύσμορφο στόμα του, κάτι που έκανε ασυναίσθητα όταν συναντούσε αγνώστους, έμοιαζε με τον ωραίο πατέρα του, καθώς είχαν τα ίδια μεγάλα, γελαστά μάτια. Σκούρα φρύδια κοσμούσαν το πλατύ μέτωπό του, που ήταν μονίμως ηλιοκαμένο από τη δουλειά στο ύπαιθρο. Όπως οι γονείς του, ο Χούνι δεν μιλούσε γρήγορα, και κάποιοι έκαναν το λάθος να θεωρούν πως είχε πρόβλημα στο μυαλό, αυτό όμως δεν ήταν αλήθεια. 

Ο ψαράς και η γυναίκα του, χωρικοί οικονόμοι και σκληραγωγημένοι, αρνήθηκαν να παρασυρθούν από τους ανίκανους αριστοκράτες και τους διεφθαρμένους κυβερνώντες της χώρας τους, που έχασαν το κράτος τους από ένα μάτσο κλέφτες. Όταν το νοίκι του σπιτιού τους ανέβηκε ξανά, άφησαν το υπνοδωμάτιό τους και άρχισαν να κοιμούνται στο χολ κοντά στην κουζίνα για να αυξήσουν τον αριθμό των νοικάρηδων.

Το 1910, όταν ο Χούνι ήταν είκοσι εφτά χρόνων, η Ιαπωνία προσάρτησε την Κορέα. Ο ψαράς και η γυναίκα του, χωρικοί οικονόμοι και σκληραγωγημένοι, αρνήθηκαν να παρασυρθούν από τους ανίκανους αριστοκράτες και τους διεφθαρμένους κυβερνώντες της χώρας τους, που έχασαν το κράτος τους από ένα μάτσο κλέφτες. Όταν το νοίκι του σπιτιού τους ανέβηκε ξανά, άφησαν το υπνοδωμάτιό τους και άρχισαν να κοιμούνται στο χολ κοντά στην κουζίνα για να αυξήσουν τον αριθμό των νοικάρηδων.

Το ξύλινο σπίτι που νοίκιαζαν πάνω από τρεις δεκαετίες δεν ήταν μεγάλο, λίγο μικρότερο από σαράντα πέντε τετραγωνικά. Το εσωτερικό χωριζόταν σε τρία μικρά δωμάτια με χάρτινες συρόμενες πόρτες, κι ο ψαράς είχε αντικαταστήσει μόνος του τη στέγη από χορτάρι, που έσταζε, με κοκκινωπά κεραμίδια από πηλό, προς όφελος του σπιτονοικοκύρη του, – ο οποίος ζούσε πολυτελώς σε ένα αρχοντικό στο Πουσάν. H κουζίνα κατέληξε στον λαχανόκηπο για ν’ ανοίξει χώρος για τα πιο μεγάλα καζάνια και τα ολοένα περισσότερα φορητά τραπεζάκια φαγητού, τα οποία κρέμονταν από καρφιά στον σοβατισμένο πέτρινο τοίχο.

Έπειτα από επιμονή του πατέρα του, ο Χούνι έμαθε να διαβάζει και να γράφει κορεάτικα και ιαπωνικά από τον δάσκαλο του χωριού, αρκετά καλά ώστε να κρατάει τα λογιστικά βιβλία μιας πανσιόν και να κάνει προσθέσεις από μέσα του ώστε να μην τον κλέβουν στην αγορά. Όταν έμαθε πώς να τα κάνει αυτά, οι γονείς του τον σταμάτησαν από το σχολείο. Ως έφηβος δούλευε σχεδόν όπως θα δούλευε ένας δυνατός άντρας με τα διπλά του χρόνια και δύο γερά πόδια· είχε επιδέξια χέρια και μπορούσε να κουβαλήσει βαριά φορτία, αλλά δεν μπορούσε να τρέξει ή να περπατήσει γρήγορα. Ήταν γνωστό στο χωριό ότι ο Χούνι κι ο πατέρας του δεν έβαζαν κρασί στο στόμα τους. Ο ψαράς και η γυναίκα του έκαναν τον γιο τους που κατάφερε να επιζήσει, τον σακάτη της γειτονιάς, έξυπνο και προκομμένο, επειδή δεν ήξεραν ποιος θα τον φρόντιζε όταν εκείνοι θα πέθαιναν.

Αν ένας άντρας και η γυναίκα του μπορούσαν να μοιράζονται μια καρδιά, τότε αυτό το σταθερό παλλόμενο όργανο ήταν ο Χούνι. Τους άλλους γιους τους τους είχαν χάσει – τον μικρότερο από ιλαρά και τον μεσαίο, έναν άχρηστο, όταν τον ξεκοίλιασε ένας ταύρος σε ένα ανόητο ατύχημα. Με εξαίρεση το σχολείο και την αγορά, το ηλικιωμένο ζευγάρι κρατούσε τον μικρό Χούνι στο σπίτι κι όταν εκείνος μεγάλωσε κι έγινε νέος άντρας, έμεινε σπίτι για να βοηθάει τους γονείς του. Δεν τους πήγαινε η καρδιά να τον απογοητεύουν μα συνάμα τον αγαπούσαν αρκετά ώστε να μην τον κακομαθαίνουν. Οι χωρικοί ήξεραν ότι ένας κακομαθημένος γιος έκανε μεγαλύτερη ζημιά στην οικογένεια κι από νεκρό, έτσι προσπαθούσαν να μην του κάνουν υπερβολικά χατίρια.

Άλλες οικογένειες δεν είχαν την τύχη να έχουν δύο τόσο συνετούς γονιούς και όπως συμβαίνει σε χώρες που λεηλατούνται από εχθρoύς ή απ’ τη φύση, οι αδύναμοι αυτής της αποικιοκρατούμενης χερσονήσου –ηλικιωμένοι, χήρες κι ορφανά– ήταν, φυσικά, σε απελπιστική κατάσταση. Για κάθε νοικοκυριό που μπορούσε να ταΐσει ένα στόμα παραπάνω, υπήρχαν ορδές ανθρώπων που ήταν πρόθυμοι να δουλεύουν ολόκληρη μέρα για μια κούπα ρύζι με κριθάρι.

Την άνοιξη του 1911, δύο εβδομάδες αφότου ο Χούνι έκλεισε τα τριάντα οχτώ, η ροδομάγουλη προξενήτρα από την πόλη επισκέφτηκε τη μητέρα του.

Η μητέρα του Χούνι την οδήγησε στην κουζίνα· έπρεπε να μιλάνε χαμηλόφωνα καθώς στα μπροστινά δωμάτια κοιμούνταν οι νοικάρηδες. Ήταν αργά το πρωί και οι νοικάρηδες που ψάρευαν όλο το βράδυ είχαν φάει το ζεστό φαγητό τους, είχαν πλυθεί κι είχαν πέσει για ύπνο. Η μητέρα του Χούνι έβαλε στην προξενήτρα ένα φλιτζάνι κρύο τσάι κριθαριού αλλά συνέχισε τη δουλειά της.

Μάντευε βέβαια, τι ήθελε η προξενήτρα αλλά δεν ήξερε τι να πει. Ο Χούνι δεν είχε ζητήσει ποτέ νύφη από τους γονείς του. Ήταν αδιανόητο μια αξιοπρεπής οικογένεια να αφήσει την κόρη της να παντρευτεί κάποιον με δυσμορφίες, μιας και τέτοια πράγματα αναπόφευκτα περνούσαν στην επόμενη γενιά. Ποτέ δεν είχε δει τον γιο της να μιλάει με κοπέλα· τα περισσότερα κορίτσια του χωριού απέφευγαν να τον κοιτάξουν και ο Χούνι ήξερε ότι δεν έπρεπε να επιθυμεί κάτι που δεν μπορούσε να έχει – αυτή η στωικότητα ήταν κάτι που ακόμα και ένας φυσιολογικός χωρικός θα δεχόταν για τη ζωή του και τις επιθυμίες που του επιτρέπονταν να έχει.

Το αστείο μικροκαμωμένο πρόσωπο της προξενήτρας ήταν πρησμένο και ροδαλό· είχε μαύρα σκληρά μάτια, έξυπνα, πήγαιναν πέρα δώθε, και πρόσεχε να λέει μόνο ευγενικές κουβέντες. Έγλειψε τα χείλια της σαν να διψούσε· η μητέρα του Χούνι αισθάνθηκε τη γυναίκα να παρατηρεί την ίδια και κάθε λεπτομέρεια του σπιτιού, να υπολογίζει με το αυστηρό βλέμμα της το μέγεθος της κουζίνας.

Όμως η προξενήτρα από την πλευρά της θα δυσκολευόταν πολύ να ερμηνεύσει τη μητέρα του Χούνι, μια ήσυχη γυναίκα που δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ, κάνοντας ό,τι ήταν απαραίτητο κάθε μέρα. Σπάνια πήγαινε στην αγορά επειδή δεν είχε χρόνο για φλυαρίες που θα την παράσερναν· έστελνε τον Χούνι για ψώνια. Όσο η προξενήτρα μιλούσε, τα χείλια της μητέρας του Χούνι παρέμεναν ασάλευτα, σαν το βαρύ τραπέζι από πεύκο όπου έκοβε τα ραπανάκια της.

altΠρώτη το ανέφερε η προξενήτρα. Εντάξει, υπήρχε η ατυχία του ποδιού και του σκισμένου στόματος, αλλά ο Χούνι ήταν εμφανώς καλό παιδί – μορφωμένος, και δυνατός σαν δύο βόδια! Ήταν ευλογημένη που είχε έναν τόσο καλό γιο, είπε η προξενήτρα. Τα δικά της παιδιά τα υποβίβασε: κανείς από τους γιους της δεν είχε αφοσιωθεί στα βιβλία ή στο εμπόριο, αλλά δεν ήταν και φρικτά παιδιά. Η κόρη της είχε παντρευτεί πολύ μικρή και ζούσε πολύ μακριά. Καλοί γάμοι, υπέθετε η προξενήτρα, αλλά οι γιοι της ήταν τεμπέληδες. Όχι σαν τον Χούνι. Όταν τελείωσε το λογύδριό της, στύλωσε το βλέμμα στη γυναίκα με το σταρένιο δέρμα, της οποίας το πρόσωπο παρέμενε ανέκφραστο, γυρεύοντας κάποιο σημάδι ενδιαφέροντος.

Η μητέρα του Χούνι έμεινε με το κεφάλι σκυμμένο καθώς μεταχειριζόταν με σιγουριά το κοφτερό μαχαίρι της – κάθε κομματάκι ραπανάκι ήταν τετράγωνο και ίσια κομμένο. Όταν στο ξύλο κοπής σχηματίστηκε ένα βουναλάκι από άσπρους κύβους ραπανιού, μετέφερε με μια επιδέξια κίνηση το σωρό σε μια γαβάθα για ανακάτεμα. Πρόσεχε τόσο πολύ την προξενήτρα που μιλούσε για τόσο προσωπικά της θέματα που φοβόταν ότι θα άρχιζε να τρέμει. 

Πριν μπει μέσα η προξενήτρα είχε κάνει τον γύρο του σπιτιού για να ζυγίσει με το μάτι την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού. Απ’ ό,τι φαινόταν, οι κουβέντες της γειτονιάς για τη σταθερή τους κατάσταση επιβεβαιώνονταν. Στον λαχανόκηπο, ραπανάκια, σαρκώδη και βαριά από τις πρώιμες ανοιξιάτικες βροχές, περίμεναν να τα βγάλουν από την καστανή γη. Μπακαλιάροι και καλαμάρια κρέμονταν σε τάξη σε ένα μακρύ σχοινί μπουγάδας και στέγνωναν στον αδύναμο ανοιξιάτικο ήλιο. Δίπλα στο αποχωρητήριο υπήρχε μια καθαρή στάνη φτιαγμένη από λάσπη και πέτρες από τη γύρω περιοχή, με τρία μαύρα γουρούνια μέσα. Η προξενήτρα μπόρεσε να μετρήσει εφτά κότες κι έναν κόκορα στην πίσω αυλή. Μέσα στο σπίτι, η ευημερία τους ήταν πιο εμφανής.

Στην κουζίνα, μπολ για ρύζι και σούπα ήταν στοιβαγμένα πάνω σε καλοφτιαγμένα ράφια και αρμαθιές άσπρα σκόρδα και κόκκινες πιπεριές κρέμονταν από τα χαμηλά δοκάρια. Στη γωνία, κοντά στη λεκάνη όπου έπλεναν, υπήρχε ένα πελώριο πλεχτό καλάθι γεμάτο μέχρι επάνω με φρεσκοβγαλμένες πατάτες. Η ανακουφιστική μυρωδιά του κριθαριού και του κεχριού που άχνιζε στο μαύρο κατσαρολάκι του ρυζιού πλανιόταν στο μικρό σπίτι.

Ικανοποιημένη με την άνετη κατάσταση της πανσιόν, σε μια χώρα που φτώχαινε ολοένα, η προξενήτρα ήταν βέβαιη ότι ακόμη κι ο Χούνι μπορούσε να έχει μια υγιή νύφη, έτσι συνέχισε.

Το κορίτσι ήταν από την άλλη πλευρά του νησιού, πέρα από το πυκνό δάσος. Ο πατέρας της ήταν ένας από τους πολλούς ακτήμονες που είχαν χάσει το μισθωτήριό τους ως συνέπεια των πρόσφατων αναδασμών της αποικιακής κυβέρνησης. Ο χήρος, που είχε την ατυχία να κάνει τέσσερα κορίτσια και κανέναν γιο, δεν είχε να φάει – μόνο ό,τι μάζευαν από το δάσος, τα ψάρια που δεν κατάφερνε να πουλήσει, ή τρόφιμα από τις περιστασιακές φιλανθρωπίες των εξίσου φτωχών γειτόνων. Ο αξιοπρεπής πατέρας είχε θερμοπαρακαλέσει την προξενήτρα να βρει γαμπρούς για τις ανύπαντρες θυγατέρες του, εφόσον ήταν καλύτερο μια παρθένα να παντρευτεί οποιονδήποτε από το να παρακαλάει για φαγητό, σε μια εποχή όπου άντρες και γυναίκες πεινούσαν και η αρετή κόστιζε ακριβά. Το κορίτσι, η Γιάνγκτζιν, ήταν η μικρότερη από τα τέσσερα κορίτσια. Φαινόταν πιο εύκολο να ξεφορτωθεί εκείνη μιας και ήταν πολύ μικρή για να παραπονεθεί και έτρωγε πιο λίγο απ’ όλες. 

Η Γιάνγκτζιν στα δεκαπέντε της ήταν γλυκιά και τρυφερή σαν νεογέννητο μοσχαράκι, είπε η προξενήτρα. «Φυσικά δεν έχει προίκα, και σίγουρα ο πατέρας δεν θα περιμένει και πολλά δώρα. Ίσως μερικές κότες για αβγά, βαμβακερό ύφασμα για τις αδελφές της Γιάνγκτζιν, έξι ή εφτά σακιά κεχρί για να βγάλουν τον χειμώνα». Καθώς δεν άκουσε διαμαρτυρίες όταν απαρίθμησε τα δώρα, η προξενήτρα πήρε θάρρος. «Ίσως μια κατσίκα. Ή ένα γουρουνάκι. Η οικογένεια έχει ελάχιστα και οι τιμές για τις νύφες έχουν πέσει πολύ. Το κορίτσι δεν θα χρειαστεί κοσμήματα». Η προξενήτρα χασκογέλασε. 

Η προξενήτρα συνέχισε. «Θυμάμαι πώς κρατούσα αγκαλιά τον πρώτο μου γιο όταν ήταν μωρό. Πόσο ευτυχισμένη ήμουν! Ήταν άσπρος σαν πανεράκι γεμάτο φρέσκα κέικ ρυζιού την Πρωτοχρονιά – μαλακός και ζουμερός σαν ζεστή ζύμη. Τόσο νόστιμος που ήθελες να τον δαγκώσεις. Τώρα είναι απλώς ένας μεγάλος βλάκας» είπε, νιώθοντας απαραίτητο να προσθέσει ένα παράπονο στις καυχησιές της.

Με ένα τίναγμα του χοντρού της καρπού, η μητέρα του Χούνι πασπάλισε τα ραπανάκια με θαλασσινό αλάτι. Η προξενήτρα δεν μπορούσε να ξέρει πόσο συλλογισμένα σκεφτόταν η μητέρα του Χούνι τι της ζητούσε. Η μητέρα θα έδινε τα πάντα για να αυξήσει την τιμή της νύφης· η μητέρα του Χούνι εξεπλάγη με τις φαντασίες και τις ελπίδες που φούντωναν στο στήθος της, αλλά η έκφρασή της παρέμενε συγκεντρωμένη και ανεξιχνίαστη· η προξενήτρα παρ’ όλα αυτά δεν ήταν χαζή. 

«Και τι δεν θα έδινα να αποκτήσω εγγονό μια μέρα» είπε η προξενήτρα, παίζοντας το τελευταίο της χαρτί, ενώ κοίταζε επίμονα το ρυτιδωμένο, σκουρόχρωμο πρόσωπο της αφεντικίνας της πανσιόν. «Δεν έχω εγγονό, μόνο μια εγγονή που είναι υπερβολικά κλαψιάρα».

Η προξενήτρα συνέχισε. «Θυμάμαι πώς κρατούσα αγκαλιά τον πρώτο μου γιο όταν ήταν μωρό. Πόσο ευτυχισμένη ήμουν! Ήταν άσπρος σαν πανεράκι γεμάτο φρέσκα κέικ ρυζιού την Πρωτοχρονιά – μαλακός και ζουμερός σαν ζεστή ζύμη. Τόσο νόστιμος που ήθελες να τον δαγκώσεις. Τώρα είναι απλώς ένας μεγάλος βλάκας» είπε, νιώθοντας απαραίτητο να προσθέσει ένα παράπονο στις καυχησιές της.

Επιτέλους, η μητέρα του Χούνι χαμογέλασε, επειδή η εικόνα παραήταν ζωντανή. Ποια γριά δεν ήθελε να κρατήσει αγκαλιά τον εγγονό της, όταν μάλιστα μια τέτοια σκέψη θα ήταν αδιανόητη πριν από αυτή την επίσκεψη; Έσφιξε τα δόντια για να ηρεμήσει κι έπιασε τη γαβάθα του ανακατώματος. Την κούνησε πέρα δώθε για να πάει παντού το αλάτι. 

«Το κορίτσι έχει ωραίο πρόσωπο. Δεν είναι βλογιοκομμένη. Έχει καλούς τρόπους και υπακούει τον πατέρα και τις αδελφές της. Και δεν είναι πολύ σκούρα. Είναι μικροκαμωμένη αλλά έχει δυνατά χέρια και μπράτσα. Θα πρέπει να πάρει λίγο βάρος, αλλά το καταλαβαίνετε αυτό. Ήταν δύσκολοι καιροί για την οικογένεια». Η προξενήτρα χαμογέλασε κοιτάζοντας το καλάθι με τις πατάτες στη γωνία, σαν να ’λεγε ότι εδώ, το κορίτσι θα μπορούσε να τρώει όσο ήθελε.

Η μητέρα του Χούνι άφησε τη γαβάθα στον πάγκο και στράφηκε στην επισκέπτριά της.

«Θα μιλήσω στον άντρα και στον γιο μου. Δεν έχουμε λεφτά για κατσίκα ή γουρούνι. Ίσως μπορούμε να στείλουμε λίγο βαμβάκι μαζί με άλλα πράγματα για τον χειμώνα. Θα πρέπει να ρωτήσω».

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ντόρις Λέσινγκ [Doris Lessing] «Το πέμπτο παιδί» σε νέα μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Σεπτεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εκείνο το πρωί, ξαπλωμένη στ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Πώς ο «Άγγελος στο σπίτι» και η «Τρελή στη σοφίτα», δυο γυναικείες φιγούρες που απεικονίζονται στη λογοτεχνία, αποτέλεσαν τη βάση για να οικοδομηθεί η γυναικεία ταυτότητα στη βικτωριανή εποχή. Εικόνα: Από την ταινία «Τζέιν Έιρ» (2011) του Κάρι Φουκουνάγκα. 

Γράφει η ...

Εκδήλωση: Ο Λεοπάρντι στην Αθήνα – Τα «Ανάλεκτα» & τα «Μικρά Ηθικά Έργα» υπό νέα θεώρηση

Εκδήλωση: Ο Λεοπάρντι στην Αθήνα – Τα «Ανάλεκτα» & τα «Μικρά Ηθικά Έργα» υπό νέα θεώρηση

Εκδήλωση για το έργο του Τζάκομο Λεοπάρντι (1798-1837), μια από τις πιο σημαντικές και βαθιές φωνές της ιταλικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών. 

Επιμέλεια: Book Press

Το ...

«Μίμησις» του Έριχ Άουερμπαχ (κριτική) – Πώς η πραγματικότητα γίνεται λογοτεχνία

«Μίμησις» του Έριχ Άουερμπαχ (κριτική) – Πώς η πραγματικότητα γίνεται λογοτεχνία

Για τη μελέτη του Έριχ Άουερμπαχ (Erich Auerbach, 1892-1957) «Μίμησις – Η εικόνα της πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία» (μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, εκδ. ΜΙΕΤ). Εικόνα: Ο Άουερμπαχ περίπου το 1930. ©Wikimedia

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης 

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Γκόρο «Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η πόρτα του ψυχιατρείου έτριξε καθώς έκλεινε πίσω του, λες και τ...

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Κλέαρχου Λιάτη «Το τείχος του ονείδους», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Κυβερνήτης έριξε μια ψυχρή ματιά στο πρωινό που του είχε ετοιμά...

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ντόρις Λέσινγκ [Doris Lessing] «Το πέμπτο παιδί» σε νέα μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Σεπτεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εκείνο το πρωί, ξαπλωμένη στ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα: Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες, Κάιλ Ντέκερ, Γιώργος Κ. Θεοχάρης. Πολιτικό θρίλερ στην ταραγμένη Βενεζουέλα, hardboiled αστυνομικό με έναν νέο, αναπάντεχο ήρωα και μία νέα φωνή στο ελληνικό αστυνομικό που «τα λέει όλα σε 200 σελίδες». Εικόνα: Vonderauvisuals, CC BY-NC-ND 2.0

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Αστυνομικές υποθέσεις με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, δυστοπικές πραγματικότητες που όμως περιγράφουν την εποχή μας, σκοτεινές οντότητες που ξεπηδούν από τις λαϊκές αφηγήσεις: δέκα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας που διαβάζουμε μετά το καλοκαίρι.

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλων...

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Ποιήματα που συνομιλούν με αναμνήσεις, βιώματα, μύθους, κινηματογραφικά πλάνα. Τέσσερις προτάσεις λίγο πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Εικόνα: «Οι Λουόμενοι της Ανιέρ» (1884) του Ζορζ Σερά.

Επιλογή-παρο...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ