alt

Προδημοσίευση αποσπάσματος ενός διηγήματος από τη συλλογή Ανατολικά της Δύσης του Miroslav Penkov, σε μετάφραση του Άκη Παπαντώνη, που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

 

 

 

 

 

Ανατολικά της Δύσης

Χρειάστηκαν τριάντα χρόνια –και ο χαμός όσων αγαπούσα– για να φτάσω τελικά στο Βελιγράδι. Τώρα βηματίζω πάνω κάτω, έξω από το διαμέρισμα της ξαδέρφης μου, λουλούδια στο ένα χέρι και μια σοκολάτα στο άλλο, προβάροντας την απλή ερώτηση που θέλω να της κάνω. Πριν λίγο ένας Σέρβος ταξιτζής με έφτυσε και καθαρίζω, χωρίς να βιάζομαι, το λεκέ από το πουκάμισό μου. Μετράω ώς το έντεκα.

Βέρα, επαναλαμβάνω άλλη μία φορά μέσα μου, θέλεις να με παντρευτείς;

***

Πολύ καιρό πριν, τα δύο αυτά χωριά ήταν ένα –το Στάρο Σελό– όμως μετά τους μεγάλους πολέμους η Βουλγαρία έχασε εδάφη και αυτό το έδαφος δόθηκε στους Σέρβους. Το ποτάμι που χωρίζει το χωριό στα δύο έγινε το σύνορο: ό,τι ήταν ανατολικά του ποταμού έμεινε στη Βουλγαρία και ό,τι ήταν δυτικά ανήκε πια στη Σερβία.

Πρωτογνώρισα τη Βέρα το καλοκαίρι του 1970, όταν ήμουν έξι. Τότε οι δικοί μου κι εγώ ζούσαμε στη βουλγάρικη πλευρά του ποταμού, στο Μπουλγκάρσκο Σελό, ενώ εκείνη κι οι δικοί της είχαν το σπίτι τους στην απέναντι όχθη, στο Σέρμπσκο. Πολύ καιρό πριν, τα δύο αυτά χωριά ήταν ένα –το Στάρο Σελό– όμως μετά τους μεγάλους πολέμους η Βουλγαρία έχασε εδάφη και αυτό το έδαφος δόθηκε στους Σέρβους. Το ποτάμι που χωρίζει το χωριό στα δύο έγινε το σύνορο: ό,τι ήταν ανατολικά του ποταμού έμεινε στη Βουλγαρία και ό,τι ήταν δυτικά ανήκε πια στη Σερβία. Εξαιτίας της ασυνήθιστης κατάστασης στην οποία είχαν βρεθεί τα δυο χωριά, οι δικοί μας είχαν καταφέρει να εξασφαλίσουν την άδεια και των δύο χωρών για να διοργανώνουν, μια φορά στα πέντε χρόνια, ένα μεγάλο γλέντι που λεγόταν σμπορ. Επισήμως, αυτό γινόταν για να μην ξεχάσουμε τις ρίζες μας. Στην πραγματικότητα όμως το γλέντι δεν ήταν παρά μια ακόμα αφορμή για να φάνε όλοι τόνους ψητό κρέας και να πιούνε τόνους ρακί. Έπρεπε να φάει κανείς μέχρι να νιώσει άρρωστος από το φαΐ κι έπρεπε να πιει μέχρι να μην τον νοιάζει που νιώθει άρρωστος από το φαΐ. Το καλοκαίρι του 1970 το γλέντι θα γινόταν στο Σέρμπσκο, πράγμα που σήμαινε πως θα έπρεπε πρώτα να διασχίσουμε το ποτάμι.

***

Το διασχίζαμε ως εξής:

Δυνατός θόρυβος και τολύπες καπνού πάνω από το νερό. Ο Μιχαλάκυ κατεβαίνει το ποτάμι με τη βάρκα του. Η βάρκα του είναι μια εκπληκτική βάρκα. Δεν είναι ακριβώς βάρκα, αλλά μια σχεδία με μηχανή. O Μιχαλάκυ έχει πάρει το κάθισμα ενός παλιού Μόσκοβιτς, εκείνου του ρώσικου αυτοκινήτου με τη μηχανή από τανκ, κι έχει καρφώσει αυτό το κάθισμα πάνω στη σχεδία και το ’χει ντύσει με κατσικόδερμα. Με το τρίχωμα προς τα έξω. Άσπρες και μαύρες βούλες πάνω σε καφέ. Κάθεται στο θρόνο του, ήρεμος, τρομερός. Ρουφάει ένα τσιμπούκι με εβένινο στόμιο και τα μακριά λευκά μαλλιά του ανεμίζουν πίσω του σαν σημαία. Στις όχθες στέκονται οι δικοί μας. Περιμένουν. Ο πατέρας κρατάει ένα λευκό αρνί κάτω από τη μια μασχάλη και στον ώμο του ισορροπεί μια νταμιτζάνα ρακί από σταφύλι. Τα λαμπερά μάτια του είναι καρφωμένα στη βάρκα. Υγραίνει τα χείλη με τη γλώσσα του. Δίπλα του είναι ακουμπισμένο ένα ξύλινο βαρέλι γεμάτο φέτα. Ο θείος μου κάθεται επάνω στο βαρέλι, μετρώντας βουλγάρικα λεφτά.

«Ελπίζω να έχουν γερμανικά μάρκα για πούλημα», λέει. «Πάντα έχουν», του απαντάει ο πατέρας.

Η μητέρα είναι πίσω τους, κρατώντας δυο σακιά. Το ένα είναι γεμάτο τερλίκια – πασουμάκια που έπλεκε για μήνες, δώρο για τους δικούς μας στην άλλη πλευρά. Το δεύτερο σακί είναι κλειστό και δεν μπορώ να δω τι έχει μέσα, αλλά ξέρω. Μπουκαλάκια με ροδόσταμο, κραγιόν και μάσκαρα. Θα τα πουλήσει ή θα τ’ ανταλλάξει με άλλα αρώματα ή κραγιόν ή μάσκαρα. Δίπλα της είναι η αδερφή μου, η Ελίτσα, σφίγγοντας στο στήθος της ένα μικρό αρκουδάκι παραγεμισμένο με χρήματα. Έκανε οικονομίες. Θέλει ν’ αγοράσει τζην.

«Levi’s», λέει. «Σαν ροκ σταρ». Η αδερφή μου ξέρει πολλά για τη Δύση.

Εγώ στέκομαι ανάμεσα στη γιαγιά και τον παππού. Η γιαγιά φοράει την πιο ωραία της φορεσιά – ένα παραδοσιακό φόρεμα που έχει από τη δική της γιαγιά και που μια μέρα θα το δώσει στην αδερφή μου. Ποδιά με πολύχρωμα μοτίβα, λευκό λινό πουκάμισο, κεντήματα. Στ’ αυτιά της το πιο πολύτιμο στολίδι της – τα ασημένια σκουλαρίκια.

Εγώ στέκομαι ανάμεσα στη γιαγιά και τον παππού. Η γιαγιά φοράει την πιο ωραία της φορεσιά – ένα παραδοσιακό φόρεμα που έχει από τη δική της γιαγιά και που μια μέρα θα το δώσει στην αδερφή μου. Ποδιά με πολύχρωμα μοτίβα, λευκό λινό πουκάμισο, κεντήματα. Στ’ αυτιά της το πιο πολύτιμο στολίδι της – τα ασημένια σκουλαρίκια.

Ο παππούς στρίβει το μουστάκι του.
«Τον παλιομπάσταρδο», λέει, «το καλό που του θέλω να πληρώσει τώρα. Το καλό που του θέλω».

Αναφέρεται στον ξάδερφό του, τον θείο Ράντκο, που του χρωστάει λεφτά από ένα ποδοσφαιρικό στοίχημα. Ο θείος Ράντκο είχε πάει τα πρόβατά του κοντά στους λόφους, εκεί που στενεύει το ποτάμι, και βλέποντας τον παππού να βόσκει τα δικά του ζώα στην πλαγιά απέναντι φώναξε: «Στοίχημα πως οι Βούλγαροι θα χάσουν στο Λονδίνο!» κι ο παππούς του απάντησε φωνάζοντας: «Το πάμε με λεφτά;» Και κάπως έτσι μπήκε το στοίχημα, πριν τριάντα χρόνια.

Είμαστε καμιά κατοσταριά στην όχθη και του παίρνει μια μέρα του Μιχαλάκυ για να μας περάσει όλους απέναντι. Δεν υπάρχει τελωνείο – οι άντρες πληρώνουν λίγα λεφτά τους φρουρούς κι όλα καλά. Όταν και ο τελευταίος πατάει στο Σέρμπσκο το φεγγάρι φωτίζει τον ουρανό και ο αέρας μυρίζει ψητό χοιρινό και κρασί που αφρίζει.

Φαΐ, ποτό, χορός. Όλη νύχτα. Το πρωί όλοι είναι λιπόθυμοι στο λιβάδι. Μόνο δυο ψυχές δεν έχουν μεθύσει και δεν κοιμούνται. Ο ένας είμαι εγώ και ο άλλος, που ψάχνει μία μία τις τσέπες των δικών μου, είναι η ξαδέρφη μου η Βέρα.

***

Δύο πράγματα μου έκαναν εντύπωση στην ξαδέρφη μου: το τζην της και τα αθλητικά της. Κατά τ’ άλλα ήταν ένα κοκαλιάρικο κορίτσι – χλωμό, στρογγυλό πρόσωπο και εύθραυστοι ώμοι με δέρμα ξεφλουδισμένο απ’ τον ήλιο. Τα μαλλιά της ήταν μακριά, νομίζω, ή ήταν τα μαλλιά της αδερφής μου που της έφταναν ώς τη μέση; Έχω ξεχάσει. Όμως θυμάμαι το πρώτο πράγμα που μου είπε η ξαδέρφη μου:

«Άσε τα μαλλιά μου», είπε, «γιατί θα φας μπουνιά στο στόμα». Δεν τα άφησα, επειδή έπρεπε να τη σταματήσω που έκλεβε, κι έτσι, όπως μου είχε υποσχεθεί, μου έριξε μπουνιά. Μόνο που δεν σημάδεψε καλά και η γροθιά της προσγειώθηκε στη μύτη μου, συνθλίβοντάς την σαν μπισκότο. Πέρασα το υπόλοιπο του σμπορ με επιδέσμους στο πρόσωπο, να φταρνίζομαι αίμα, και έμεινα για πάντα σημαδεμένος, με αυτό το άσχημο μουσούδι. Γι’ αυτό και όλοι, εκτός από τη μητέρα μου, με φωνάζουν Μύτη.

***

altΠέντε καλοκαίρια πέρασαν έτσι. Πήγαινα σχολείο στο χωριό και τα απογεύματα βοηθούσα τον πατέρα στα χωράφια. Ο πατέρας οδηγούσε ένα ΜΤΖ-50, ένα τρακτέρ που κατασκευαζόταν στο Μινσκ. Με κάθιζε στην αγκαλιά του και μ’ έβαζε να κρατάω το τιμόνι και το τιμόνι έτρεμε και τιναζόταν μες στα χέρια μου καθώς το τρακτέρ όργωνε διαγώνια, αφήνοντας πίσω του εντελώς άτσαλες γραμμές.

«Τα χέρια μου πονάνε», έλεγα. «Αυτό το τιμόνι είναι πολύ βαρύ». «Μύτη», έλεγε ο πατέρας, «σταμάτα την γκρίνια. Δεν κρατάς τιμόνι. Κρατάς τη ζωή απ’ το λαιμό. Οπότε σοβαρέψου και μάθε πώς να την πνίγεις την μπάσταρδη, γιατί η μπάσταρδη ξέρει ήδη πως να πνίξει εσένα».

Η μητέρα ήταν δασκάλα στο σχολείο. Αυτό ήταν άβολο για μένα, επειδή δεν μπορούσα να τη φωνάζω «μητέρα» στην τάξη κι επειδή πάντα ήξερε αν ήμουν διαβασμένος ή όχι. Όμως είχα πρόσβαση στ’ αρχεία της και μπορούσα να κλέβω διαγωνίσματα και να τα πουλάω στα άλλα παιδιά για μετρητά.

Τη χρονιά του επόμενου σμπορ, το 1975, ο δάσκαλος της γεωγραφίας πήρε σύνταξη και η μητέρα βρέθηκε να κάνει και το δικό του μάθημα. Αυτό μου έδωσε κι άλλα διαγωνίσματα για πούλημα κι έβγαζα καλά λεφτά. Είχα ένα στόχο κατά νου. Πήγα στην αδερφή μου την Ελίτσα, έχοντας πρώτα τρίψει δυνατά τα μάτια μου για να μοιάζουν κλαμένα και με την πιο ταπεινή και ευαίσθητη φωνή μου τη ρώτησα: «Πόσα θες για το τζην σου;»

«Μύτη», είπε, «σ’ αγαπάω, αλλά θα φοράω αυτό το τζην μέχρι τη μέρα που θα πεθάνω».

Προσπάθησα να μοιάζω θλιμμένος, αλλά δεν υπέκυψε. Αντ’ αυτού με συμβούλεψε: «Ζήτα ένα από την ξαδέρφη μας τη Βέρα. Την πληρώνεις στο σμπορ». Τότε, από ένα βάζο στο κομοδίνο της η Ελίτσα έβγαλε ένα χαρτονόμισμα των δέκα λέβα και το ’βαλε στην τσέπη μου. «Πάρε ένα ωραίο», είπε.

Δύο μήνες πριν το γλέντι πήγα στο ποτάμι. Ούρλιαζα μέχρι που εμφανίστηκε ένα αγόρι και του ζήτησα να φωνάξει την ξαδέρφη μου. Ήρθε μετά από μια ώρα.

«Τι θες, Μύτη;»
«Levi’s!» φώναξα.
«Το καλό που σου θέλω να ’χεις τα λεφτά», μου φώναξε εκείνη.

***

Ο Μιχαλάκυ έφτασε μέσα σε καπνό και θόρυβο. Και μαζί του έφτασε και η Δύση. Η ξαδέρφη μου η Βέρα βγήκε από τη βάρκα και καθετί πάνω της φώναζε: εμείς ζούμε καλύτερα από σας, έχουμε περισσότερα πράγματα, πράγματα που δεν μπορείτε να έχετε και δεν θα έχετε ποτέ. Φορούσε άσπρα δερμάτινα παπούτσια με λουλουδάκια που, όπως μας εξήγησε, τα λέγανε Adidas. Φορούσε τζην. Και η μπλούζα της έγραφε κάτι στ’ αγγλικά.

«Τι γράφει;»
«Το όνομα ενός μουσικού συγκροτήματος. Έχουν αυτό το τραγούδι που λέει Σμόοοοκ να νταρ βόοοτα. Το έχεις ακούσει;»
«Φυσικά και το έχω ακούσει». Ήξερε όμως.

Μετά το μεσημεριανό οι μεγάλοι χόρεψαν γύρω από τη φωτιά, ύστερα έπαιξαν ποδόσφαιρο μεθυσμένοι. Η Ελίτσα έλειπε την περισσότερη ώρα και, όταν τελικά επέστρεψε, τα χείλη της ήταν κατακόκκινα και τα μάτια της έλαμπαν όπως δεν τα είχα ξαναδεί να λάμπουν. Με τράβηξε σε μια άκρη και μου ψιθύρισε στο αυτί:

«Υποσχέσου μου πως δεν θα με μαρτυρήσεις». Ύστερα μου έδειξε ένα μελαχρινό αγόρι από το Σέρμπσκο, αδύνατο και με μακρύ λαιμό, που τώρα έμπαινε στον αγώνα. «Ο Μπόμπαν κι εγώ φιληθήκαμε στο δάσος. Ήταν τόσο υπέροχα», είπε και η φωνή της τρεμόπαιζε. Με σκούντηξε στα πλευρά κι έδειξε με το δάχτυλο την ξαδέρφη μας τη Βέρα, που καθόταν κοντά στη φωτιά, χασμουριόταν και σκάλιζε τα κούτσουρα με ένα ξύλο.

«Υποσχέσου μου πως δεν θα με μαρτυρήσεις». Ύστερα μου έδειξε ένα μελαχρινό αγόρι από το Σέρμπσκο, αδύνατο και με μακρύ λαιμό, που τώρα έμπαινε στον αγώνα. «Ο Μπόμπαν κι εγώ φιληθήκαμε στο δάσος. Ήταν τόσο υπέροχα», είπε και η φωνή της τρεμόπαιζε. Με σκούντηξε στα πλευρά κι έδειξε με το δάχτυλο την ξαδέρφη μας τη Βέρα, που καθόταν κοντά στη φωτιά, χασμουριόταν και σκάλιζε τα κούτσουρα με ένα ξύλο.

«Άντε, Μύτη, φέρσου σαν άντρας. Πήγαινέ τη στο δάσος». Και γέλασε τόσο δυνατά που ακόμα και οι κουφές γιαγιάδες γύρισαν και μας κοίταξαν.

Έτρεξα μακριά, αηδιασμένος και ντροπιασμένος, έπρεπε όμως τελικά να πλησιάσω τη Βέρα. Τη ρώτησα αν είχε το τζην μου, έβγαλα τα λεφτά και άρχισα να τα μετράω.

«Όχι εδώ, ρε βλαμμένε», είπε και μου χτύπησε το χέρι με το πυρακτωμένο ξύλο.

Περπατήσαμε μέσα στο χωριό, μέχρι που φτάσαμε στην παλιά γέφυρα, η οποία έστεκε μόνη στη μέση του δρόμου. Κιτρινιάρικα χόρτα φύτρωναν ανάμεσα στις πέτρες και η κοίτη του ποταμού ήταν ξερή και όλο ρωγμές.

Κρυφτήκαμε κάτω από τη γέφυρα και ολοκληρώσαμε τη συναλλαγή. Τριάντα λέβα για ένα τζην. Η καλύτερη συμφωνία που είχα κάνει ποτέ.

«Θες να πάμε μια βόλτα;» είπε η Βέρα αφού είχε μετρήσει τα χαρτονομίσματα δυο φορές. Τα έτριψε στο πρόσωπό της, όπως έκαναν οι πατεράδες μας, και τα ’χωσε στην τσέπη της.

Μαζέψαμε μανιτάρια στο δάσος, ενώ μου έλεγε για το σχολείο της και διαμαρτυρόταν για ένα αγόρι, Σέρβο, που όλο την ενοχλούσε.

«Θα του δείξω εγώ», είπα. «Την επόμενη φορά που θα έρθω απλώς πες μου ποιος είναι».
«Καλά εντάξει, Μύτη, λες και ξέρεις να δέρνεις».
Και τότε, έτσι, χωρίς λόγο, με χτύπησε στη μύτη. Τη διέλυσε ξανά σαν μπισκότο.
«Γιατί το έκανες αυτό;»

Ανασήκωσε τους ώμους της. Έσφιξα τη γροθιά μου για να ανταποδώσω το χτύπημα, αλλά πώς να χτυπήσεις ένα κορίτσι; Ή πώς, αλήθεια, χτυπώντας κάποιον άλλο σταματά το αίμα που τρέχει από τη δική σου μύτη; Προσπάθησα να το ξεχάσω και να κάνω πως μπορούσα εύκολα να αγνοήσω τον πόνο.

Με πήρε από το χέρι και μ’ έσυρε προς το ποτάμι. «Μ’ αρέσεις, Μύτη», είπε. «Πάμε να πλύνουμε το πρόσωπό σου».

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Κύριος και σκύλος» του Τόμας Μαν (προδημοσίευση)

«Κύριος και σκύλος» του Τόμας Μαν (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη νουβέλα του Τόμας Μαν (Thomas Mann) «Κύριος και σκύλος» (μτφρ. – εισαγωγή Κυριάκος Κεντρωτής), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

[…] Στέκεται και κοιτάε...

«24 ώρες ανοιχτά» του Κιμ Χο-Γεόν (προδημοσίευση)

«24 ώρες ανοιχτά» του Κιμ Χο-Γεόν (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το feelgood μυθιστόρημα του Κιμ Χο-Γεόν [Kim Ho-Υeon] «24 ώρες ανοιχτά» (μτφρ. Βαγγέλης Γιαννίσης), το οποίο θα κυκλοφορήσει την 1 Απριλίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εμφανίστηκε ...

«Κάτω από τον τροχό» του Χέρμαν Έσσε (προδημοσίευση)

«Κάτω από τον τροχό» του Χέρμαν Έσσε (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Χέρμαν Έσσε [Hermann Hesse] «Κάτω από τον τροχό» (μτφρ. Ειρήνη Γεούργα), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 18 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Από μια ασ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Περίπατος βιβλίου 2026: «Με πυξίδα τον Νίκο Καββαδία» – Εκδήλωση για το έργο του ποιητή

Περίπατος βιβλίου 2026: «Με πυξίδα τον Νίκο Καββαδία» – Εκδήλωση για το έργο του ποιητή

Το Σάββατο 25 Απριλίου 2026, στις 13:30, το βιβλιοπωλείο Μονόκλ διοργανώνει εκδήλωση αφιερωμένη στην ποίηση του Νίκου Καββαδία στο πλαίσιο του Περιπάτου Βιβλίου 2026. 

Επιμέλεια: Book Press

Στο πλαί...

100 χρόνια από τη γέννηση του Αλέξανδρου Κοτζιά: Εκδήλωση στην Εθνική Βιβλιοθήκη

100 χρόνια από τη γέννηση του Αλέξανδρου Κοτζιά: Εκδήλωση στην Εθνική Βιβλιοθήκη

Τη Δευτέρα 27 Απριλίου 2026, στις 17:00 έως τις 21:00, η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ) διοργανώνει εκδήλωση με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Αλέξανδρου Κοτζιά. Οι ομιλίες. 

Επιμέλεια: Book Press

...
Βραβεία Ζαν Μορεάς: Στον Γιώργο Βέλτσο το μεγάλο βραβείο –  Η απονομή

Βραβεία Ζαν Μορεάς: Στον Γιώργο Βέλτσο το μεγάλο βραβείο – Η απονομή

Τα Βραβεία Ζαν Μορεάς για το έτος 2024 απονεμήθηκαν στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Αρχαιολογικού Μουσείο Πατρών. Ο Αντώνης Σκιαθάς (αριστερά) και ο Βασίλης Λαμπρόπουλος (δεξιά) ©Δημήτρης Χριστοδουλόπουλος

Επιμέλεια: Book Press

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Block Delete» του Βαγγέλη Γιαννίση (προδημοσίευση)

«Block Delete» του Βαγγέλη Γιαννίση (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα του Βαγγέλη Γιαννίση «Block Delete», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 21 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα μέσα του Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν. Φωτογραφία © Ανδρέας Σφυρίδης

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Νάσος Γρηγ...

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά «Είμαι αυτό που είμαι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 17 Απριλίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Λογοτεχνία υψηλής συμπύκνωσης: 65 ισπανόγραφα μικροδιηγήματα από 10 ισπανόφωνες χώρες

Λογοτεχνία υψηλής συμπύκνωσης: 65 ισπανόγραφα μικροδιηγήματα από 10 ισπανόφωνες χώρες

Μια ελάχιστη ανθολογία 65 ισπανόγραφων μικροδιηγημάτων προερχόμενα από δέκα ισπανόφωνες χώρες.

Ανθολόγηση – Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

65 μικροδιηγήματα από 10 ισπανόφωνες χώρες. 65 αστραπιαίες γεύσεις από την ισπανόγραφη μικρομυθοπλασία. Η αν...

Μικρά θαύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: Μαν, Τζόις, Πόε, Μάνσφιλντ, Γκάσκελ, Ντ' Άρτσο

Μικρά θαύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: Μαν, Τζόις, Πόε, Μάνσφιλντ, Γκάσκελ, Ντ' Άρτσο

Η σειρά «Τα μικρά» των εκδόσεων Μεταίχμιο δίνει τη δυνατότητα στο αναγνωστικό κοινό να διαβάσει σπουδαία διηγήματα και νουβέλες της μιας ανάσας από σημαντικούς συγγραφείς. Επτά ολιλοσέλιδα τομίδια πυκνής λογοτεχνικής αξίας με τις υπογραφές των Μαν, Τζόις, Πόε, Μάνσφιλντ, Γκάσκελ, Ντ' Άρτσο.

...
Τι διαβάζουμε τώρα: Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο – 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Τι διαβάζουμε τώρα: Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο – 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Ανατροπές, σκοτεινοί ήρωες, μυστήριο και κοινωνικός σχολιασμός: δεκατέσσερα πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα ελληνικής και μεταφρασμένης λογοτεχνίας που τραβούν την προσοχή μας και μία συλλογή ημερολογίων μιας μεγάλης συγγραφέα του είδους. Εικόνα: Από την ταινία «Έγκλημα στα παρασκήνια» του Ντίνου Κατσουρίδη.&...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ