alt

Προδημοσίευση από τη νουβέλα Η χοντρομπαλού του Guy de Maupassant, σε μετάφραση Αμαλίας Τσακνιά και με επίμετρο της Λίζυς Τσιριμώκου, που κυκλοφορεί στις 15 Ιανουαρίου από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ἡ ἅμαξα προχωροῦσε τόσο ἀργά, ποὺ ὣς τὶς δέκα τὸ πρωὶ εἶχαν διανύσει μόλις τέσσερις λεῦγες. Τρεῖς φορὲς ἀναγκάστηκαν οἱ ἄντρες νὰ κατέβουν καὶ νὰ ἀνηφορίσουν στὶς πλαγιὲς μὲ τὰ πόδια. Ἄρχισαν ν’ ἀνησυχοῦν, γιατὶ ἐπρόκειτο νὰ φᾶνε γιὰ μεσημέρι στὴν Τότ, καὶ τώρα ἀμφιβάλλανε ἂν θὰ φτάνανε ἐκεῖ πρὶν νυχτώσει. Ὅλοι εἶχαν τὰ μάτια τους ἀνοιχτὰ μήπως διακρίνουν καμιὰ ταβέρνα πάνω στὸ δρόμο, ὅταν ἡ ἅμαξα βούλιαξε σὲ μιὰ στοίβα χιονιοῦ καὶ χρειάστηκαν δυὸ ὧρες νὰ τὴν ξεκολλήσουν.

Ἡ ὄρεξη ἄνοιγε ὅλο καὶ περισσότερο καὶ σκότιζε τὸ μυαλό, ἀλλὰ δὲν φαινότανε πουθενὰ οὔτε μαγέρικο οὔτε κρασοπουλειό, γιατὶ ὁ ἐρχομὸς τῶν Πρώσων ἀπ’ τὴ μιά, κι ἀπ’ τὴν ἄλλη τὸ πέρασμα τοῦ πεινασμένου γαλλικοῦ στρατοῦ εἶχαν τρομοκρατήσει ὅλους τοὺς ἐπαγγελματίες.

Οἱ κύριοι τρέξανε στὰ διάφορα ἀγροκτήματα ποὺ ὑπῆρχαν πέρα ἀπὸ τὸ δρόμο ἀλλὰ δὲν βρῆκαν οὔτε ψωμί, γιατὶ ὁ καχύποπτος χωρικὸς ἔκρυβε τ’ ἀποθέματά του ἀπὸ τὸ φόβο του μὴν τὸν λεηλατήσουν οἱ φαντάροι, ποὺ δὲν εἶχαν νὰ βάλουν μπουκιὰ στὸ στόμα τους κι ἅρπαζαν μὲ τὸ ζόρι ὅ,τι βρίσκανε.

Κατὰ τὴ μία ἡ ὥρα, ὁ Λουαζὸ δήλωσε πὼς ἔνιωθε ἕνα ἀπαίσιο κενὸ στὸ στομάχι του. Ὅλοι ὑποφέρανε σὰν κι αὐτὸν πρὸ πολλοῦ, καὶ μὲ τὴν πείνα ποὺ θέριευε εἶχε πάψει κάθε κουβέντα.

Πότε πότε κάποιος χασμουριότανε. Ἀμέσως σχεδὸν ἀκολουθοῦσε ἄλλος, κι ὁ καθένας μὲ τὴ σειρά του, ἀνάλογα μὲ τὸ χαρακτήρα του, τὴν ἀγωγὴ καὶ τὴν κοινωνική του θέση, ἄνοιγε τὸ στόμα του θορυβωδῶς ἢ κοσμίως, φέρνοντας βιαστικὰ τὸ χέρι του μπροστὰ στὴν τρύπα ποὺ ἔχασκε κι ἀπ’ ὅπου ἔβγαινε ἀχνός.

Πότε πότε κάποιος χασμουριότανε. Ἀμέσως σχεδὸν ἀκολουθοῦσε ἄλλος, κι ὁ καθένας μὲ τὴ σειρά του, ἀνάλογα μὲ τὸ χαρακτήρα του, τὴν ἀγωγὴ καὶ τὴν κοινωνική του θέση, ἄνοιγε τὸ στόμα του θορυβωδῶς ἢ κοσμίως, φέρνοντας βιαστικὰ τὸ χέρι του μπροστὰ στὴν τρύπα ποὺ ἔχασκε κι ἀπ’ ὅπου ἔβγαινε ἀχνός.

Ἡ Χοντρομπαλοὺ ἔσκυψε πολλὲς φορὲς σὰν νὰ ἔψαχνε κάτι κάτω ἀπ’ τὶς φοῦστες της. Δίσταζε γιὰ ἕνα λεπτό, κοίταζε τοὺς διπλανούς της, κι ὕστερα καθότανε πάλι στητή. Τὰ πρόσωπα ὅλων ἦταν χλομὰ καὶ τραβηγμένα. Ὁ Λουαζὸ δήλωσε πὼς θὰ πλήρωνε χίλια φράγκα γιὰ ἕνα χοιρομέρι. Ἡ γυναίκα του ἔκανε μιὰ κίνηση σὰν νά ’θελε νὰ διαμαρτυρηθεῖ κι ὕστερα ἡσύχασε. Στενοχωριότανε πολὺ ὅταν ἄκουγε γιὰ σπατάλες καὶ δὲν καταλάβαινε οὔτε τὰ σχετικὰ ἀστεῖα. «Τὸ θέμα εἶναι πὼς δὲν αἰσθάνομαι καλά», εἶπε ὁ κόμης. «Πῶς δὲν σκέφτηκα νὰ πάρω κάτι μαζί μου;» Κι ὅλοι τά ’βαζαν μὲ τὸν ἑαυτό τους γιὰ τὸν ἴδιο λόγο.

Ὡστόσο ὁ Κορνιντὲ εἶχε ἕνα φλασκὶ μὲ ρούμι. Πρόσφερε κι ἀρνήθηκαν ψυχρά. Μόνο ὁ Λουαζὸ ἤπιε δυὸ σταγόνες, κι ὅταν ἐπέστρεψε τὸ φλασκί, εὐχαρίστησε καὶ εἶπε: «Κι αὐτὸ κάτι εἶναι, ζεσταίνει καὶ ξεγελάει τὴν πείνα». Τὸ οἰνόπνευμα τοῦ ἔφτιαξε τὸ κέφι καὶ πρότεινε νὰ κάνουν ὅ,τι λέει τὸ τραγούδι μὲ τὸ μικρὸ καράβι: νὰ φᾶνε τὸν πιὸ παχὺ ἀπὸ τοὺς ταξιδιῶτες. Αὐτὸς ὁ ὑπαινιγμὸς γιὰ τὴ Χοντρομπαλοὺ σοκάρισε τοὺς καλοαναθρεμμένους ἀνθρώπους. Κανένας δὲν ἀπάντησε. Ὁ Κορνιντὲ μόνο χαμογέλασε.

Οἱ δύο μοναχὲς εἶχαν πάψει νὰ ξεκουκίζουν τὰ κομποσκοίνια τους καὶ κάθονταν ἀκίνητες μὲ τὰ χέρια χωμένα στὰ φαρδιὰ μανίκια τους, κρατώντας πεισματικὰ τὰ μάτια χαμηλωμένα, ὑποκύπτοντας στὸ μαρτύριο ποὺ τοὺς εἶχε στείλει ὁ οὐρανός.

Τελικὰ στὶς τρεῖς ἡ ὥρα, σὲ μιὰ στιγμὴ ποὺ βρίσκονταν στὴ μέση ἑνὸς ἀτέλειωτου κάμπου ὅπου δὲν ἔβλεπες μήτε ἕνα χωριουδάκι, ἡ Χοντρομπαλοὺ ἔσκυψε ἀποφασιστικὰ καὶ τράβηξε ἔξω ἀπὸ τὸν πάγκο ἕνα μεγάλο καλάθι σκεπασμένο μὲ ἄσπρη πετσέτα.

Ἔβγαλε πρῶτα ἕνα πιατάκι ἀπὸ πορσελάνη, ἕνα κομψὸ ἀσημένιο κύπελλο κι ὕστερα μιὰ τεράστια γαβάθα, ὅπου δυὸ ὁλόκληρα κοτόπουλα, κομμένα σὲ μερίδες, εἴχανε μελώσει μέσα στὸ ζελέ τους. Ἀκόμα, ξεχώριζε κανεὶς μὲς στὸ καλάθι πολλὰ ὡραῖα πράγματα, τυλιγμένα προσεχτικά, διάφορα πατέ, φροῦτα, λιχουδιές, προμήθειες γιὰ ταξίδι τριῶν ἡμερῶν, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἔχει ἀνάγκη τὴν κουζίνα τῶν πανδοχείων. Ἀνάμεσα στὰ πακέτα μὲ τὰ τρόφιμα ξεπρόβαλλαν καὶ οἱ λαιμοὶ τεσσάρων μπουκαλιῶν. Πῆρε μιὰ φτερούγα κοτόπουλου, καὶ μὲ λεπτότητα ἄρχισε νὰ τὴ μασουλάει μαζὶ μ’ ἕνα ἀπὸ κεῖνα τὰ φουσκωτὰ ψωμάκια ποὺ στὴ Νορμανδία τὰ εἶχαν βαφτίσει «ἀντιβασιλέα».

Ὅλα τὰ βλέμματα καρφώθηκαν πάνω της. Ὕστερα ἡ μυρωδιὰ ἁπλώθηκε παντοῦ, τὰ ρουθούνια ἀνοιγόκλειναν καὶ γεμίσανε σάλιο τὰ στόματα, ἐνῶ τὰ σαγόνια σφίγγονταν ὀδυνηρὰ κάτω ἀπ’ τὰ αὐτιά. Ἡ περιφρόνηση τῶν κυριῶν γιὰ τὸ κορίτσι ἦταν τώρα τόσο ἄγρια, ποὺ εὐχαρίστως θὰ τὴ σκότωναν ἢ θὰ τὴν πέταγαν ἀπ’ τὸ παράθυρο τῆς ἅμαξας, μὲς στὸ χιόνι, αὐτήν, τὸ κύπελλό της, τὸ καλάθι της καὶ ὅλες τὶς προμήθειές της μαζί.

altΜὰ ὁ Λουαζὸ καταβρόχθιζε μὲ τὰ μάτια τὴ γαβάθα μὲ τὰ κοτόπουλα καὶ εἶπε: «Ἂς εἶναι, ἡ κυρία στάθηκε πιὸ προνοητικὴ ἀπὸ μᾶς. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ὅλα τὰ σκέφτονται». Σήκωσε τὸ κεφάλι της πρὸς αὐτόν: «Θὰ θέλατε λίγο, κύριε; Εἶναι δύσκολο νὰ μένει κανεὶς νηστικὸς ἀπ’ τὸ πρωί». Ἐκεῖνος ὑποκλίθηκε: «Μά τὴν πίστη μου, δὲν θ’ ἀρνηθῶ, εἰλικρινὰ δὲν ἀντέχω ἄλλο. Ὁ πόλεμος εἶναι πόλεμος, καλὰ δὲν λέω, κυρία;». Καὶ ρίχνοντας τριγύρω ἕνα βλέμμα, πρόσθεσε: «Εἶναι παρήγορο κάτι τέτοιες στιγμὲς νὰ βρίσκεις ἀνθρώπους ποὺ σὲ ὑποχρεώνουν». Εἶχε μιὰ ἐφημερίδα καὶ τὴν ἅπλωσε γιὰ νὰ μὴ λερώσει τὸ παντελόνι του, καὶ μὲ τὴ μύτη ἑνὸς σουγιᾶ ποὺ κουβαλοῦσε πάντα στὴν τσέπη του τσίμπησε ἕνα μπούτι κουκουλωμένο μὲ τὸ ζελέ του, τὸ κομμάτιασε μὲ τὰ δόντια του κι ὕστερα τὸ μάσησε μὲ τόσο φανερὴ εὐχαρίστηση, ποὺ μέσα στὸ ἁμάξι ἀκούστηκε ἕνας γενικὸς ἀναστεναγμὸς δυσαρέσκειας.

Ἡ Χοντρομπαλού, μὲ γλυκιὰ καὶ ταπεινὴ φωνή, πρότεινε στὶς δύο καλόγριες νὰ μοιραστοῦν τὸ κολατσιό της. Ἐκεῖνες δεχτήκανε ἀμέσως καὶ δίχως νὰ σηκώσουν τὰ μάτια βάλθηκαν νὰ τρῶνε γρήγορα γρήγορα ἀφοῦ ψέλλισαν κάμποσες εὐχαριστίες. Μήτε ὁ Κορνιντὲ ἀρνήθηκε τὴν προσφορὰ τῆς διπλανῆς του, κι ἔτσι, μαζὶ μὲ τὶς μοναχές, ἔφτιαξε ἕνα εἶδος τραπεζιοῦ, ἁπλώνοντας ἐφημερίδες πάνω στὰ γόνατα.

Τὰ στόματα ἀνοιγόκλειναν ἀδιάκοπα, κατάπιναν, μάσαγαν, καταβρόχθιζαν θηριωδῶς. Στὴ γωνιά του ὁ Λουαζὸ τοῦ ἔδινε καὶ καταλάβαινε, ποὺ λένε, καὶ χαμηλόφωνα προσπαθοῦσε νὰ πείσει τὴ γυναίκα του νὰ τὸν μιμηθεῖ. Ἐκείνη ἀντιστάθηκε γιὰ πολλὴ ὥρα, ὕστερα ὅμως ἀπὸ μιὰ δυνατὴ σύσπαση στὰ ἔντερα ὑποχώρησε. Τότε ὁ ἄντρας της, γλυκαίνοντας τὰ λόγια του, ρώτησε τὴ «γοητευτικὴ σύντροφό τους» ἂν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ προσφέρει ἕνα κομματάκι καὶ στὴν κυρία Λουαζό. Ἡ κοπέλα ἀπάντησε μ’ ἕνα ἀξιαγάπητο χαμόγελο: «Μὰ ἀσφαλῶς, κύριε», καὶ ἅπλωσε τὴ γαβάθα.

Δημιουργήθηκε κάποια ἀμηχανία σὰν ἀνοίχτηκε ἡ πρώτη μπουκάλα τοῦ μπορντώ. Ὑπῆρχε μονάχα ἕνα κύπελλο. Ἤπιαν ὅλοι ἀφοῦ τὸ σκούπισαν. Μόνο ὁ Κορνιντέ, ἀσφαλῶς ἀπὸ εὐγένεια, ἀκούμπησε τὰ χείλια του στὸ σημεῖο ποὺ ἦταν ὑγρὸ ἀκόμα ἀπὸ τὰ χείλια τῆς διπλανῆς του.

Ἡ ὄμορφη κυρία συνῆλθε, ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ δήλωσε μὲ φωνὴ ἑτοιμοθάνατης πὼς αἰσθάνεται πολὺ καλύτερα. Μὰ γιὰ νὰ μὴν ξανασυμβεῖ αὐτό, ἡ καλόγρια τὴν ἀνάγκασε νὰ πιεῖ ἕνα ὁλόκληρο ποτήρι μπορντὼ καὶ πρόσθεσε: «Ἡ πείνα εἶναι καὶ τίποτε ἄλλο».

Στὸ μεταξὺ ὁ κόμης κι ἡ κόμισσα ντὲ Μπρεβίλ, καθὼς κι ὁ κύριος κι ἡ κυρία Καρὲ-Λαμαντὸν ὑπέφεραν τὸ φριχτὸ μαρτύριο τοῦ Ταντάλου, ἔτσι ποὺ βλέπανε τοὺς ἄλλους νὰ τρῶνε καὶ τοὺς ἔπνιγαν οἱ μυρωδιές. Ξαφνικὰ ἡ νεαρὴ γυναίκα τοῦ βιομήχανου ἀναστέναξε κι ὅλοι γύρισαν πρὸς τὸ μέρος της. Ἦταν ἄσπρη ὅπως τὸ χιόνι ἔξω. Τὰ μάτια της κλείσανε, ἔγειρε τὸ μέτωπό της: εἶχε λιγοθυμήσει. Ὁ ἄντρας της, σὰν παλαβός, ζήταγε βοήθεια ἀπ’ ὅλους. Κι ὅλοι τὰ εἴχανε χαμένα, μόνο ἡ ἡλικιωμένη καλόγρια ἀνασήκωσε τὸ κεφάλι τῆς ἄρρωστης κι ἔσταξε ἀνάμεσα στὰ χείλια της λίγες σταγόνες κρασὶ ἀπὸ τὸ κύπελλο τῆς Χοντρομπαλοῦς. Ἡ ὄμορφη κυρία συνῆλθε, ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ δήλωσε μὲ φωνὴ ἑτοιμοθάνατης πὼς αἰσθάνεται πολὺ καλύτερα. Μὰ γιὰ νὰ μὴν ξανασυμβεῖ αὐτό, ἡ καλόγρια τὴν ἀνάγκασε νὰ πιεῖ ἕνα ὁλόκληρο ποτήρι μπορντὼ καὶ πρόσθεσε: «Ἡ πείνα εἶναι καὶ τίποτε ἄλλο».

Τότε ἡ Χοντρομπαλού, ἀμήχανη καὶ κατακόκκινη, μουρμούρισε κοιτώντας τοὺς τέσσερις ταξιδιῶτες ποὺ εἶχαν μείνει νηστικοί: «Θεέ μου, νὰ τολμήσω νὰ προσφέρω στοὺς κυρίους καὶ στὶς κυρίες...». Σώπασε, ἀπὸ τὸ φόβο μὴν τοὺς προσβάλει. Ὁ Λουαζὸ πῆρε τὸ λόγο: «Μά τὸν Θεό, σὲ τέτοιες περιστάσεις ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀδέρφια καὶ πρέπει νὰ βοηθάει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ἐμπρός, κυρίες μου, ἀφῆστε τὶς τσιριμόνιες καὶ πάρτε αὐτὸ ποὺ σᾶς δίνουν, τί διάβολο! Μήπως ξέρουμε ἂν θὰ βροῦμε κανένα σπίτι νὰ περάσουμε τὴ νύχτα μας; Ἔτσι ὅπως πᾶμε, δὲν πρόκειται νὰ φτάσουμε στὴν Τὸτ πρὶν ἀπὸ αὔριο τὸ μεσημέρι». Δίσταζαν, δὲν ἔπαιρνε κανένας τὴν εὐθύνη νὰ πεῖ τὸ «ναί». Μὰ ὁ κόμης ξεπέρασε τὴ δυσκολία, γύρισε στὴν κοπέλα, ποὺ καθότανε πτοημένη, καὶ μὲ τὸ ὕφος μεγάλου ἄρχοντα τῆς εἶπε: «Δεχόμεθα, κυρία, καὶ εἴμεθα ὑπόχρεοι».

Ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ γίνει τὸ πρῶτο βῆμα. Ἔτσι καὶ διαβήκανε τὸν Ρουβίκωνα, πέσανε μὲ τὰ μοῦτρα στὸ φαΐ. Τὸ καλάθι ἄδειασε. Αὐτὰ ποὺ εἶχαν ἀπομείνει ἦταν φουαγκρά, πατὲ ἀπὸ κυνήγι, ἀχλάδια, ντόπιο τυρί, ἕνα κομμάτι γλώσσα καπνιστή, πτὶ φοὺρ κι ἕνα βαζάκι γεμάτο ἀγγουράκια καὶ κρεμμυδάκια τουρσί, γιατὶ τῆς Χοντρομπαλοῦς τῆς ἄρεσαν τὰ ξινά, ὅπως σὲ ὅλες τὶς γυναῖκες.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Γράμματα του Ομάρ στη μελλοντική του σύζυγο» της Ρενέ Καραμπάς (προδημοσίευση)

«Γράμματα του Ομάρ στη μελλοντική του σύζυγο» της Ρενέ Καραμπάς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ρενέ Καραμπάς [Rene Karabash] «Γράμματα του Ομάρ στη μελλοντική του σύζυγο» (μτφρ. Σπύρος Ν. Παππάς), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 7 Μαΐου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
«Στα ρηχά» του Μπένζαμιν Γουντ (προδημοσίευση)

«Στα ρηχά» του Μπένζαμιν Γουντ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μπένζαμιν Γουντ [Benjamin Wood] «Στα ρηχά» (μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 6 Μαΐου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο παραλιακός πεζόδρομος δεν έχει ποτέ κί...

«Καθρέφτες – Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία» του Εδουάρδο Γκαλεάνο (προδημοσίευση)

«Καθρέφτες – Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία» του Εδουάρδο Γκαλεάνο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπασμάτων από το βιβλίο του Εδουάρδο Γκαλεάνο «Καθρέφτες – Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία» (μτφρ. Ισμήνη Κανσή), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 7 Μαΐου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Ελληνο-ιταλικό βραβείο Intersezioni με «προίκα» για να μεταφραστούν τα βιβλία: Ντεζιάτι, Σινίζι και Σταρνόνε οι τρεις πρώτοι βραβευθέντες

Ελληνο-ιταλικό βραβείο Intersezioni με «προίκα» για να μεταφραστούν τα βιβλία: Ντεζιάτι, Σινίζι και Σταρνόνε οι τρεις πρώτοι βραβευθέντες

Ο Μάριο Ντεζιάτι, ο Φαμπρίτσιο Σινίζι και ο Ντομένικο Σταρνόνε είναι οι τρεις πρώτοι συγγραφείς που τιμώνται με το νεοσύστατο ελληνο-ιταλικό βραβείο Intersezioni που αποσκοπεί στη μετάφραση των έργων τους στα ελληνικά.

Επιμέλεια: Book Press ...

Βραβείο Ντίλαν Τόμας: Σε πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια που έγραψε για τη φυλή, το φύλο και τον εθισμό

Βραβείο Ντίλαν Τόμας: Σε πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια που έγραψε για τη φυλή, το φύλο και τον εθισμό

Η Σάσα Ντεμπέβεκ ΜακΚένι (Sasha Debevec-McKenney) έλαβε για την πρώτη της ποιητική συλλογή, «Joy is my middle name», το Βραβείο Ντίλαν Τόμας, που απονέμεται σε συγγραφείς ηλικίας έως 39 ετών, προς τιμήν του Ουαλού ποιητή που πέθανε σε αυτή την ηλικία και συνοδεύεται από σημαντικό χρηματικό έπαθλο.

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 3 αστυνομικά μυθιστορήματα Ελλήνων συγγραφέων που ξεχωρίζουν

Τι διαβάζουμε τώρα; 3 αστυνομικά μυθιστορήματα Ελλήνων συγγραφέων που ξεχωρίζουν

Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα από Έλληνες συγγραφείς: Βαγγέλης Γιαννίσης, Ευτυχία Γιαννάκη, Αντώνης Τουμανίδης. Εγκλήματα στον κόσμο των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, σίριαλ κίλερ, διαπλοκή και αναξιόπιστοι μάρτυρες.

Επιλογή-παρουσίαση: Χίλντα Παπαδη...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» του Γιάννη Καρκανέβατου (προδημοσίευση)

«Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» του Γιάννη Καρκανέβατου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος ενός διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Καρκανέβατου «Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι», η οποία θα κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Εστία.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΔΩΡΟ

...
«Γεια σου καμάρι μου» του Κυριάκου Κεντρωτή (προδημοσίευση)

«Γεια σου καμάρι μου» του Κυριάκου Κεντρωτή (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος ενός κεφαλαίου, από το μυθιστόρημα του Κυριάκου Κεντρωτή «Γεια σου καμάρι μου», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«Ο δρόμος χωρίς λεύκες»

...
«Έρημη χώρα» του Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν (προδημοσίευση)

«Έρημη χώρα» του Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ρόμπερτ Ντ. Κάπλαν [Robert D. Kaplan] «Έρημη χώρα» (μτφρ. Σπύρος Κατσούλας), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 6 Μαΐου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Άσφαλώς, στον 21ο αιώνα...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; 3 αστυνομικά μυθιστορήματα Ελλήνων συγγραφέων που ξεχωρίζουν

Τι διαβάζουμε τώρα; 3 αστυνομικά μυθιστορήματα Ελλήνων συγγραφέων που ξεχωρίζουν

Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα από Έλληνες συγγραφείς: Βαγγέλης Γιαννίσης, Ευτυχία Γιαννάκη, Αντώνης Τουμανίδης. Εγκλήματα στον κόσμο των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, σίριαλ κίλερ, διαπλοκή και αναξιόπιστοι μάρτυρες.

Επιλογή-παρουσίαση: Χίλντα Παπαδη...

Τι διαβάζουμε τώρα; 15 βιβλία αυτοβελτίωσης, στρατηγικής σκέψης και ψυχικής ενδυνάμωσης

Τι διαβάζουμε τώρα; 15 βιβλία αυτοβελτίωσης, στρατηγικής σκέψης και ψυχικής ενδυνάμωσης

Δεκαπέντε οδηγοί αυτοβελτίωσης και στρατηγικής σκέψης για να οργανώσουμε πιο αποτελεσματικά τον επαγγελματικό αλλά και τον προσωπικό μας βίο. Μέθοδοι που δεν υπόσχονται θαύματα, μα μπορεί να μας βοηθήσουν να αντιμετωπίσουμε το άγχος στη δουλειά, την έλλειψη επικοινωνίας, το τραύμα.

...
Τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025) – Όλα τα βιβλία, όλοι οι συγγραφείς

Τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025) – Όλα τα βιβλία, όλοι οι συγγραφείς

Όλα τα βιβλία και όλοι οι συγγραφείς της έρευνας για τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα των τελευταίων 50 χρόνων (1975-2025). 463 βιβλία, 241 συγγραφείς, με τις ψήφους που συγκέντρωσε κάθε βιβλίο και κάθε συγγραφέας ξεχωριστά. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός, Κ.Β. Κατσουλάρης

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ