
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μπένζαμιν Γουντ [Benjamin Wood] «Στα ρηχά» (μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 6 Μαΐου από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Ο παραλιακός πεζόδρομος δεν έχει ποτέ κίνηση νωρίς το πρωί. Ο άνεμος σπρώχνει βιαστικά την άμμο στα λούκια του δρόμου. Το καλοκαίρι το Λονγκφέρι είναι μια πόλη όπου οι άνθρωποι μοιάζουν να πηγαίνουν επί τούτω. Υπάρχουν εκδρομείς που σε κάποια μονοήμερη εξόρμηση κάνουν εδώ περίπατο πιασμένοι αλά μπρατσέτα και, μόλις φτάσει ο Ιούλιος, μακριές σειρές από πούλμαν παρκαρισμένα στα πάρκινγκ ξεβράζουν σανδαλοφόρους συνταξιούχους και ζαλισμένα παιδιά που από τα δάχτυλά τους στάζει παγωτό. Τότε είναι που τελειώνει η αλιεία κι αφήνουν τις γαρίδες να αναπαραχθούν. Τότε η παραλία γίνεται παράδεισος για άλλους, είτε του αρέσει είτε όχι. Μα στις αρχές Μαρτίου δεν είναι παρά ένα ακόμα καταθλιπτικό μέρος απ’ όπου περνάνε οι άνθρωποι για να πάνε κάπου πιο συμπαθητικά κι η παραλία είναι το μέρος όπου σταματάνε για ν’ αφήσουν τα σκυλιά τους να τρέξουν ελεύθερα.
Κατεβαίνει με το κάρο τη ράμπα και κατευθύνεται διαγώνια. Στον βορρά τα μακριά πόδια της αποβάθρας φωτισμένα με φανάρια· στον νότο οι ακτές του Μπρότον και μια έκταση από χορταριασμένους αμμόλοφους που καταλήγουν σε βάλτους. Αν δεν είχε ανταλλάξει το ρολόι του, θα έλεγχε σε πόση ώρα το νερό θα άρχιζε πάλι να φουσκώνει, αλλά δεν είναι δύσκολο να το υπολογίσεις με το μάτι, όταν είσαι συνηθισμένος σ’ αυτή τη δουλειά.
Προς το παρόν η θάλασσα δεν είναι παρά ένα αχνό γκρίζο ρέμα δύο και κάτι μίλια μακρύτερα. Το κάρο τσουλάει στην κυματιστή άμμο, που υποχωρεί μαλακά, σαν βούτυρο, κάτω από τους τροχούς. Τσουχτερός άνεμος και ψιχάλες στο πρόσωπό του. Δεν έχει σε κανέναν να μιλήσει παρεκτός στο άλογό του, που δεν μπορεί να του απαντήσει κι άλλωστε, και να μπορούσε, δεν θα του ’λεγε τίποτα που ν’ άξιζε τον κόπο να ακούσει. Από τα πλευρά του υψώνονται σπείρες αχνού καθώς βαριοσέρνεται, το κροτάλισμα των γκεμιών κατά τύχη ακούγεται σαν μουσική. Το βλέμμα του Τόμας είναι καρφωμένο στους ώμους του ζώου, προσέχει για την παραμικρή αλλαγή στη συμπεριφορά ή στον βηματισμό του. Το έδαφος δεν έχει καμιά σταθερότητα από εδώ κι εμπρός κι ούτε ξέρεις αν κάποια οπλή παραπατήσει κάπου και πέσει. Ένα άλογο έλξης μπορεί να ’χει ύψος ένα κι εβδομήντα ή ένα κι ογδόντα και πάλι να αντιμετωπίσει πρόβλημα στα κανάλια του Λονγκφέρι. Σ’ όλη την ακτή υπάρχουν λασπόλακκοι, αν πας αρκετά μακριά. Μπορούν να ρουφήξουν το άλογο ως την καρίτσα του (την άρθρωση πάνω από την οπλή) κι αυτό να μην καταφέρνει να κουνηθεί, κι αν δεν είναι κανείς εκεί γύρω για να σε βοηθήσει να το ελευθερώσεις, θα πρέπει να κόψεις τα λουριά και να το αφήσεις να πνιγεί. Είχε συμβεί στον παππού του καμιά ντουζίνα φορές στα σχεδόν εξήντα χρόνια που ψάρευε γαρίδες. Δεν έχει νόημα να συνδεθείς συναισθηματικά μ’ ένα άλογο, όταν έχεις μεγαλώσει ακούγοντας τέτοιες ιστορίες.
Σ’ όλη την ακτή υπάρχουν λασπόλακκοι, αν πας αρκετά μακριά. Μπορούν να ρουφήξουν το άλογο ως την καρίτσα του (την άρθρωση πάνω από την οπλή) κι αυτό να μην καταφέρνει να κουνηθεί, κι αν δεν είναι κανείς εκεί γύρω για να σε βοηθήσει να το ελευθερώσεις, θα πρέπει να κόψεις τα λουριά και να το αφήσεις να πνιγεί.
Ακόμα και με τον καλύτερο καιρό, ο μόχθος που απαιτεί αυτή η δουλειά είναι εξοργιστικός. Ξέρει πως για μερικές ώρες θα βρίσκεται εκεί ολομόναχος, παλεύοντας σαν σκλάβος, με τους γλάρους να κρώζουν μες στ’ αυτιά του και να τον χέζουν από ψηλά, ενόσω θα επαναλαμβάνει τις ίδιες κινήσεις, όπως αμέτρητες μέρες στο παρελθόν. Βαριέται περισσότερο απ’ όσο κουράζεται. Κάθε τόσο αφήνει τη σκέψη του να πλανιέται σφυρίζοντας μια μελωδία ή σκαρώνοντας διαφορετικούς στίχους για τον «Εύθυμο Καροτσιέρη», μα, όταν δεν είναι προσηλωμένος στη δουλειά, ενδέχεται να γίνουν λάθη, όπως το να ξεφύγει από τα δίχτυα του μια καλή ψαριά, επειδή δεν έδεσε σφιχτά τα σχοινιά. Κάτι τέτοια είναι που κοστίζουν χρόνο και χρήματα, κάνουν τη μάνα σου να σε κατσαδιάσει όταν γυρίσεις σπίτι με άδεια χέρια, και δεν θα ντραπεί καθόλου να σου υπενθυμίσει πως την απογοήτευσες. Έτσι και δεν είσαι συγκεντρωμένος εδώ έξω, βρίσκεσαι στο έλεος του απρόσμενου. Στο μόνο που μπορείς να βασιστείς είναι η συνήθεια.
Τώρα πια έχει προχωρήσει πάνω κάτω ένα μίλι από το σημείο απ’ όπου ξεκίνησε και βλέπει μπροστά του την άσπρη άκρη της θάλασσας άλλο ένα μίλι πιο μακριά. Η θέα της του είναι πιο γνώριμη κι από τα συννεφάκια της ίδιας του της ανάσας στον αέρα. Παλιότερα δεν τον ενοχλούσε ποτέ τόσο πολύ το κρύο, η μοναξιά, ο κόπος, αυτό όμως συνέβαινε πολύ καιρό προτού αρχίσει να κάνει όνειρα για τον εαυτό του πέρα απ’ όσα είχε ανατραφεί να θέλει. Συνήθιζε να πιστεύει πως αρκούσε να γεμίζει με γαρίδες τα ψάθινα καλάθια κάθε πρωί και να πληρώνεται γι’ αυτές με μετρητά κάθε απόγευμα. Η οικονομική στήριξη είναι επιβίωση – έτσι θα του έλεγε ο παππούς του, και τι άλλο να θέλει ένας άνθρωπος; Μια σύζυγο ίσως, αν έβρισκε κάποια γυναίκα που θα τον δεχόταν. Ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι του. Μεγάλα ντουλάπια γεμάτα τρόφιμα, για να ’χουν να τρώνε οι αγαπημένοι του. Μια ξεχωριστή γουλιά μπράντι μια στις τόσες, βράδια στην παμπ. Το βέβαιο ήταν πως δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα στη ζωή του απ’ αυτό, σωστά; Μόνο που τα τελευταία χρόνια αντιλήφθηκε τελικά ότι είχε συμβιβαστεί με πολύ λίγα. Όλα όσα σκέφτεται όταν δεν βρίσκεται στην παραλία –να παίζει τραγούδια στην κιθάρα του και να τα διασκευάζει−, τότε είναι που αισθάνεται πιο ζωντανός, που βγάζει τον καλύτερο εαυτό του. Αν τον συνέκριναν με άλλους σπουδαίους γαριδάδες, θα ρίζωνε στον πάτο. Δεν θα υπήρχε ψυχή να τον κοιτάξει και να σκεφτεί: Θεούλη μου, αυτός ο τύπος ψαρεύει τόσο καλά γαρίδες, που μου κόβει την ανάσα – γι’ αυτό είναι απόλυτα βέβαιος. Σύντομα ωστόσο θα βρει το κουράγιο να ανέβει σ’ εκείνη τη μικρή ξύλινη σκηνή στο Fisher’s Rest κι είναι πεπεισμένος ότι οι θαμώνες θ’ αφήσουν τις μπίρες τους στην άκρη και θα τον ακούνε όταν τραγουδάει. Κι ίσως να τον χειροκροτήσουν και να τον επιδοκιμάσουν και να του πουν μετά: «Ποτέ δεν φανταζόμασταν ότι το ’χεις, βρε λεβέντη».

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ο Τόμας Φλετ ζει στο Λονγκφέρι μαζί με τη μητέρα του. Κάθε πρωί ξυπνάει χαράματα και πηγαίνει με το άλογο και τα δίχτυα του να μαζέψει γαρίδες στα ρηχά. Ύστερα γυρίζει σπίτι και προσπαθεί να βγάλει από πάνω του την αρμύρα και τη μυρωδιά της θάλασσας. Του αρέσει η Τζόαν, η αδερφή του καλύτερού του φίλου, αλλά χάνει τα λόγια του μπροστά της. Όταν είναι μόνος, βγάζει την κιθάρα του, την οποία κρύβει απ’ τη μάνα του, και παίζει. Θα ’θελε να γίνει μουσικός, μα οι άντρες στην οικογένειά του είναι γαριδάδες, δεν μπορεί ν’ αλλάξει τη μοίρα του.
Σ’ αυτή τη μονότονη ζωή εμφανίζεται ξαφνικά ο Έντγκαρ Άτσεσον, ένας Αμερικανός σκηνοθέτης που ψάχνει το ιδανικό σκηνικό για την επόμενη ταινία του. Με τον αέρα του κοσμοπολίτη, τη λάμψη του Χόλιγουντ και το μπλοκ επιταγών του πείθει τον Τόμας να του δείξει τα κατατόπια. Έτσι, εκείνος ξυπνά επιτέλους απ’ τη νάρκη του. Πόσα όμως απ’ αυτά που του λέει ο ξένος είναι αλήθεια;
Μια ιστορία για την παράδοση, για τις προσδοκίες των άλλων και για όλα όσα μας κρατούν δέσμιους. Μα πάνω απ’ όλα για την κλεφτή ματιά που ρίχνουμε σ’ εκείνο που θα θέλαμε να είμαστε, στο μόνο που μπορούμε να είμαστε πραγματικά: ο εαυτός μας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Benjamin Wood γεννήθηκε το 1981 και μεγάλωσε στο Μέρσισαϊντ. Έργα του έχουν περιληφθεί στη βραχεία λίστα για το Βραβείο Costa Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα, για το Βραβείο της Κοινοπολιτείας, για το Βραβείο Νέου Συγγραφέα της Χρονιάς των Sunday Times, για το RSL Encore, για το CWA Gold Dagger και για το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2014 απέσπασε το γαλλικό Βραβείο Μυθιστορήματος Fnac για το πρώτο του βιβλίο. Διδάσκει Δημιουργική Γραφή στο King’s College και ζει στο Σάρεϊ με τη γυναίκα του και τους γιους τους.






















