
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν [Ingeborg Bachmann] «Μάλινα» (Εισαγωγή – Μτφρ – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 22 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις πότλατς.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Η σχέση μου με τον Μάλινα χρόνια συνίστατο από δυσάρεστες συναντήσεις, τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις και μερικές χαζές φαντασιώσεις –θέλω μ’ αυτό να πω από πολύ μεγαλύτερες παρεξηγήσεις από ’κείνες μ’ άλλους ανθρώπους. Εγώ βέβαια απ’ την αρχή είχα τεθεί υπό του και πρέπει από νωρίς να ήξερα ότι εκείνος μέλλει τάχα να γίνει η καταστροφή μου, ότι η θέση του Μάλινα είχε ήδη καταληφθεί απ’ τον Μάλινα, προτού εμφανιστεί ο ίδιος στη ζωή μου. Κάτι απλώς με φύλαξε, ή προφυλάχθηκα η ίδια, και δεν συναντήθηκα πάρα πολύ νωρίς μαζί του. Γιατί ήδη στη στάση του τραμ για το E2, για το H2, στο Δημοτικό πάρκο, δεν ήθελε και πολύ μια φορά και θα ’χε αρχίσει. Εκεί στεκότανε ο Μάλινα με μια εφημερίδα στο χέρι κι εγώ έκανα ότι δεν τον πρόσεξα και πάνω απ’ την άκρη της δικής μου εφημερίδας κοιτούσα αδιάλειπτα απέναντι προς το μέρος του και δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν πράγματι τόσο βυθισμένος στην εφημερίδα του ή αν πρόσεξε ότι τον κάρφωνα με τα μάτια μου, τον υπνώτιζα, ότι ήθελα να τον αναγκάσω να σηκώσει το βλέμμα του. Εγώ, και ν’ αναγκάσω τον Μάλινα! Έβαζα με το μυαλό μου πως, αν έρθει πρώτο το E2, τότε όλα θα διορθωθούν, μακάρι μόνο, για όνομα του Θεού, να μην έρθει πρώτο το αντιπαθητικό H2 ή το πιο σπάνιο G2, κι ύστερα ήρθε πράγματι το E2 αλλά, όταν πετάχτηκα κι ανέβηκα στο δεύτερο βαγόνι εγώ, ο Μάλινα εξαφανίστηκε, όχι όμως στο πρώτο βαγόνι ούτε στο δικό μου και δεν είχε μείνει και πίσω. Μπορεί ξαφνικά μόνο να ’τρεξε να μπει στον σταθμό του τρένου, όταν αναγκάστηκα να γυρίσω εγώ, να τον κατάπιε η γη πάντως δεν μπορεί. Επειδή δεν έβρισκα καμία εξήγηση, επειδή έψαχνα να τον βρω και κοίταζα να τον δω και δεν ήξερα κανέναν λόγο για τη δική του και τη δική μου συμπεριφορά, ολόκληρη η μέρα πήγε στράφι. Αλλά αυτό είναι μακρινό παρελθόν και δεν υπάρχει πια αρκετός χρόνος για να μιλήσω σήμερα γι’ αυτό. Χρόνια αργότερα μου συνέβη άλλη μια φορά το ίδιο μ’ εκείνον, σε μια αίθουσα ομιλιών στο Μόναχο. Στάθηκε εξαίφνης δίπλα μου, προχώρησε μετά κάνα δυο βήματα, ανάμεσα σε φοιτητές που συνωστίζονταν, έψαχνε να βρει μια θέση, γύρισε πίσω κι εγώ άκουγα, έτοιμη να λιποθυμήσω απ’ την αναστάτωση, μία ομιλία μιάμισης ώρας, «Η τέχνη στον αιώνα της τεχνολογίας», κι έψαχνα να βρω και ξαναέψαχνα να βρω τον Μάλινα μέσα σ’ εκείνη τη μάζα που ήτανε καταδικασμένη να κάθεται ακίνητη και να συγκινείται. Το ότι εγώ δεν ήθελα να μείνω ούτε στην τέχνη ούτε στην τεχνολογία ούτε σ’ αυτόν τον αιώνα, ότι δεν θα ασχολούμουν ποτέ με τίποτα απ’ τις σχέσεις, τα θέματα, τα προβλήματα που αναλύονται δημοσίως ξεκαθάρισε μέσα μου το αργότερο εκείνο το βράδυ και βεβαιώθηκα ότι ήθελα τον Μάλινα και ότι όλα όσα ήθελα να μάθω έμελλε να έρθουν από ’κείνον. Στο τέλος χειροκρότησα μαζί με τους άλλους γενναιόδωρα, δυο άνθρωποι απ’ το Μόναχο με οδήγησαν προς τα πίσω και μου υπέδειξαν πώς να βγω απ’ την αίθουσα, ο ένας με κρατούσε απ’ το μπράτσο, ο άλλος μου έλεγε εξυπνάδες, κάποιοι τρίτοι μου μίλησαν κι εγώ κοίταζα απέναντι τον Μάλινα, ο οποίος ήθελε επίσης να πάει στην έξοδο προς τα πίσω, αλλά αργά αργά, κι έτσι εγώ μπόρεσα να είμαι πιο γρήγορη κι έκανα το αδιανόητο, τον έσπρωξα, σαν να με είχανε σπρώξει πάνω του, σαν να ’πεσα πάνω του, κι έπεσα βέβαια πράγματι πάνω του. Έτσι, εκείνος δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, αναγκάστηκε να με προσέξει, αλλά δεν είμαι σίγουρη αν πράγματι με είδε, ωστόσο τότε άκουσα για πρώτη φορά τη φωνή του, ήρεμη, σωστή, σε έναν τόνο: Τη συγγνώμη σας, παρακαλώ.
Το ότι εγώ δεν ήθελα να μείνω ούτε στην τέχνη ούτε στην τεχνολογία ούτε σ’ αυτόν τον αιώνα, ότι δεν θα ασχολούμουν ποτέ με τίποτα απ’ τις σχέσεις, τα θέματα, τα προβλήματα που αναλύονται δημοσίως ξεκαθάρισε μέσα μου το αργότερο εκείνο το βράδυ και βεβαιώθηκα ότι ήθελα τον Μάλινα και ότι όλα όσα ήθελα να μάθω έμελλε να έρθουν από ’κείνον.
Επ’ αυτού δεν βρήκα καμία απάντηση, γιατί αυτό δεν μου το ’χε πει ποτέ κανένας μέχρι τότε και δεν ήμουν σίγουρη αν μου ζητούσε συγγνώμη εκείνος ή αν ήθελε να του πω συγγνώμη εγώ, τα δάκρυα πλημμύρισαν τόσο γρήγορα τα μάτια μου, που δεν μπορούσα πια να τον ακολουθήσω με το βλέμμα μου, παρά κοιτούσα, λόγω των άλλων, το πάτωμα, έβγαλα ένα χαρτομάντιλο απ’ την τσάντα μου και ψιθυρίζοντας προφασίστηκα ότι κάποιος με είχε πατήσει. Όταν μπόρεσα πάλι να σηκώσω το βλέμμα μου, ο Μάλινα είχε χαθεί μέσα στο πλήθος.
Στη Βιέννη δεν έψαξα άλλο να τον βρω, έβαζα με το μυαλό μου ότι είναι στο εξωτερικό και χωρίς καμία ελπίδα έπαιρνα πάλι τον δρόμο κατηφορίζοντας προς το Δημοτικό πάρκο, επειδή δεν είχα αυτοκίνητο ακόμα. Ένα πρωί έμαθα κάτι για ’κείνον απ’ την εφημερίδα, αλλά το ρεπορτάζ δεν είχε να κάνει καθόλου με εκείνον, παρά επρόκειτο κατά κύριο λόγο για την κηδεία της Μαρία Μάλινα, την πλέον εντυπωσιακή, πλέον μεγαλοπρεπή κηδεία που έκαναν ποτέ οι Βιεννέζοι, οικειοθελώς και φυσικά μόνο χάριν μίας ηθοποιού. Μεταξύ των παρευρεθέντων στη νεκρώσιμη τελετή ήταν και ο αδελφός της Μάλινα, ο χαρισματικός, νεαρός, γνωστός συγγραφέας, που δεν ήταν γνωστός και που οι δημοσιογράφοι τον βοήθησαν ν’ αποκτήσει γρήγορα μια εφήμερη φήμη. Γιατί της Μαρία Μάλινα εκείνες τις ώρες, που υπουργοί και διαχειριστές, κριτικοί και γυμνασιόπαιδα από τις θέσεις των ορθίων κατευθύνονταν με μια μεγάλη πομπή στο Κεντρικό νεκροταφείο, δεν της χρησίμευε σε τίποτα ένας αδελφός ο οποίος είχε γράψει ένα βιβλίο που δεν το γνώριζε κανένας και ο οποίος δεν ήταν «κανένας» απολύτως. Οι τρεις λέξεις «νεαρός και χαρισματικός και γνωστός» ήταν απαραίτητες για την αμφίεσή του εκείνη την ημέρα του λαϊκού πένθους.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Βιέννη: ένας δρόμος, δύο διαμερίσματα, το ένα στο 6 και το άλλο στο 9 της Ούνγκαργκάσε. Τρία πρόσωπα: μία γυναίκα συγγραφέας, ο Ίβαν και ο Μάλινα. Μια ασυνήθιστα μυστηριώδης ερωτική ιστορία, στην οποία δύο από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα είναι στην πραγματικότητα ένα, ενώ κάθε ένα από αυτά είναι ταυτόχρονα διπλό. Και στα όνειρα της γυναίκας επανέρχεται ο τρίτος άντρας, η μορφή του πατέρα.
Το μυθιστόρημα Μάλινα εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1971, ως πρώτο από έναν κύκλο μυθιστορημάτων με τον γενικό τίτλο «Τρόποι θανάτου».
Για το Μάλινα, η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν σχολίασε σε μία συνέντευξή της: «Ήθελα να δείξω ότι η κοινωνία μας είναι τόσο άρρωστη, που αυτή αρρωσταίνει και το άτομο. Πεθαίνει, λένε. Όμως δεν είναι αλήθεια αυτό: Ο καθένας από μας σε τελική ανάλυση δολοφονείται. Αυτή η αλήθεια κατά κανόνα αποκρύπτεται και μόνο στην περίπτωση κάποιας αιματηρής πράξης μιλούν οι εφημερίδες γι’ αυτή. Το θηλυκό Εγώ στο βιβλίο μου διαρκώς δολοφονείται με πολλούς “τρόπους θανάτου”. Όμως κανένας δεν ρωτά πού αρχίζει η θανάτωση αυτή».
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν γεννήθηκε στις 25 Ιουνίου 1926 στο Κλάγκενφουρτ της Αυστρίας. Έκανε σπουδές φιλοσοφίας, ψυχολογίας και γερμανικής φιλολογίας, ενώ το 1950 ολοκλήρωσε τη διατριβή της με αντικείμενο την κριτική πρόσληψη της υπαρξιακής φιλοσοφίας του Χάιντεγκερ. Για την πρώτη της ποιητική συλλογή (Ο δανεισμένος χρόνος) της απονεμήθηκε το Βραβείο της Γκρούπας 47 (1953), ενώ ακολούθησαν και άλλες διακρίσεις, με σημαντικότερες το Βραβείο Γερμανών Κριτικών (1961) για την πρώτη της συλλογή διηγημάτων (Το τριακοστό έτος) και λίγο αργότερα το Βραβείο Γκέοργκ Μπίχνερ (1964) και το Μεγάλο Αυστριακό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (1968) για το σύνολο του έργου της. Τα τελευταία έργα της που δημοσιεύθηκαν όσο ζούσε ήταν το μυθιστόρημα Μάλινα (1971) και η συλλογή διηγημάτων Ταυτόχρονα (1972). Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, η οποία τα τελευταία χρόνια της ζωής της ζούσε στη Ρώμη, πέθανε στις 17 Οκτωβρίου 1973 στο νοσοκομείο όπου είχε διακομιστεί στις 27 Σεπτεμβρίου με σοβαρά εγκαύματα. Μετά τον θάνατό της δημοσιεύτηκε η αλληλογραφία της με τον ποιητή Πάουλ Τσέλαν και τον συγγραφέα Μαξ Φρις.






















