
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Βανεσά Σπρινγκορά [Vanessa Springora] «Συναίνεση» (μτφρ. Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης, επιμέλεια μτφρ. Μιρέλα Διαλέτη), το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Μετρονόμος.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Ένα βράδυ, η μητέρα μου με έσυρε μαζί της σ’ ένα δείπνο όπου είχαν προσκληθεί και μερικές γνωστές λογοτεχνικές φυσιογνωμίες. Στην αρχή αρνήθηκα κατηγορηματικά να πάω. Η συντροφιά των φίλων της είχε γίνει για μένα εξίσου ανυπόφορη με εκείνη των συμμαθητών μου, από τους οποίους απομακρυνόμουν όλο και περισσότερο. Στα δεκατρία μου είχα αρχίσει να γίνομαι ερημίτης. Εκείνη επέμενε, θύμωσε, κατέφυγε σε συναισθηματικούς εκβιασμούς: έπρεπε να πάψω να κλείνομαι στο δωμάτιό μου με τα βιβλία, κι έπειτα – τι μου είχαν κάνει οι φίλοι της; γιατί δεν ήθελα πια να τους βλέπω; Τελικά, υπέκυψα.
Καθόταν στο τραπέζι ελαφρώς λοξά, υπό γωνία, μια παρουσία που δεν μπορούσες να αγνοήσεις. Ήταν ωραίος, απροσδιόριστης ηλικίας· το κεφάλι του, επιμελώς ξυρισμένο, τον έκανε να μοιάζει με βουδιστή μοναχό. Τα μάτια του ακολουθούσαν κάθε μου κίνηση και, όταν τελικά τόλμησα να στραφώ προς το μέρος του, μου χάρισε ένα χαμόγελο που μπέρδεψα με πατρικό, γιατί ήταν το χαμόγελο ενός άντρα, κι εγώ δεν είχα πια πατέρα.
Με τις πνευματώδεις απαντήσεις και τις άψογες παραπομπές του, ο άντρας αυτός –σύντομα κατάλαβα πως ήταν συγγραφέας– ήξερε να σαγηνεύει το ακροατήριό του χειριζόταν με φυσική άνεση τους αυστηρούς κώδικες της παρισινής κοινωνικότητας. Κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του, οι υπόλοιποι γελούσαν δυνατά, όμως τα μάτια του –παιγνιώδη, υπνωτιστικά– έμεναν στραμμένα πάνω μου. Κανένας άντρας δεν μ’ είχε κοιτάξει έτσι ποτέ.
Άκουσα το σλαβόηχο όνομά του και η περιέργειά μου ξύπνησε. Ίσως ήταν τυχαίο, μα ένιωσα να υπάρχει εκεί ένα νήμα: κι εγώ οφείλω το επίθετό μου –και το ένα τέταρτο του αίματός μου– στη Βοημία του Κάφκα, του οποίου Η Μεταμόρφωση με είχε καθηλώσει. Εκείνη την περίοδο θεωρούσα, επίσης, τα έργα του Ντοστογιέφσκι την ύψιστη μορφή λογοτεχνίας. Ένα ρωσικό όνομα, η ασκητική σιλουέτα ενός βουδιστή, τα αφύσικα γαλανά μάτια του· αυτά αρκούσαν για να αιχμαλωτίσουν την προσοχή μου.
Με τις πνευματώδεις απαντήσεις και τις άψογες παραπομπές του, ο άντρας αυτός –σύντομα κατάλαβα πως ήταν συγγραφέας– ήξερε να σαγηνεύει το ακροατήριό του χειριζόταν με φυσική άνεση τους αυστηρούς κώδικες της παρισινής κοινωνικότητας. Κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του, οι υπόλοιποι γελούσαν δυνατά, όμως τα μάτια του –παιγνιώδη, υπνωτιστικά– έμεναν στραμμένα πάνω μου. Κανένας άντρας δεν μ’ είχε κοιτάξει έτσι ποτέ.
Συνήθως σε τέτοια δείπνα έφευγα σε κάποιο άλλο δωμάτιο, αφήνοντας τις φωνές να με νανουρίσουν· έδειχνα αφηρημένη, αλλά στην πραγματικότητα άκουγα τα πάντα. Εκείνο το βράδυ είχα μαζί μου ένα βιβλίο· μετά το κυρίως πιάτο, αποσύρθηκα σ’ ένα μικρό καθιστικό δίπλα στην τραπεζαρία, όπου τώρα σέρβιραν τυριά – μια ατέλειωτη εναλλαγή πιάτων και παύσεων. Προσπάθησα να διαβάσω, μα οι λέξεις θόλωναν, δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Και τότε το ένιωσα: απ’ την άλλη άκρη του δωματίου, το βλέμμα του Γ. χάιδευε το πρόσωπό μου.
Η φωνή του, με μια ελαφριά, ακαθόριστη χροιά –ούτε ανδρική, ούτε γυναικεία– γλιστρούσε μέσα μου σαν ξόρκι. Κάθε επιτονισμός, κάθε λέξη του έμοιαζε να απευθύνεται αποκλειστικά σε μένα. Ήμουν άραγε η μόνη που το καταλάβαινε; Η παρουσία του ήταν ηλεκτρισμένη.
Ήρθε η ώρα να φύγουμε. Η στιγμή –εκείνο το αδιόρατο, πρωτόγνωρο αίσθημα του να είσαι επιθυμητή– πλησίαζε στο τέλος της. Σε λίγα λεπτά θα τον αποχαιρετούσαμε και ίσως να μην άκουγα ποτέ ξανά το όνομά του. Κι όμως, την ώρα που έπαιρνα το παλτό μου, είδα τη μητέρα μου να φλερτάρει μαζί του. Εκείνος ανταπέδιδε, ανοιχτά. Δεν το πίστευα. Μα φυσικά! Πώς είχα φανταστεί έστω για μια στιγμή πως αυτός ο άντρας θα μπορούσε να ενδιαφέρεται για μένα – ένα άχαρο κορίτσι, άμορφο σαν φρύνο;
Αντάλλαξαν μερικές κουβέντες ακόμη. Εκείνη γέλασε, κολακευμένη, κι ύστερα γύρισε προς το μέρος μου:
«Έρχεσαι, αγάπη μου; Θα αφήσουμε πρώτα τον Μισέλ, ύστερα τον κύριο Γ. – μένει κοντά μας. Μετά, σπίτι».
Ο Γ. κάθισε δίπλα μου, στο πίσω κάθισμα. Κάτι πέρασε ανάμεσά μας, αδιόρατο μα σαφές. Το μπράτσο του άγγιζε το δικό μου, τα μάτια του ήταν πάνω μου, κι εκείνο το χαμόγελο –το χαμόγελο ενός χρυσού άγριου ζώου– μου πάγωσε το αίμα. Κάθε κουβέντα ήταν τελείως περιττή.
Το βιβλίο που είχα πάρει μαζί μου εκείνο το βράδυ, αυτό που κρατούσα στο μικρό καθιστικό, ήταν η Ευγενία Γκραντέ του Μπαλζάκ. Έμελλε να γίνει, χάρη σ’ ένα λογοπαίγνιο που για καιρό δεν είχα καταλάβει, ο τίτλος της δικής μου ανθρώπινης κωμωδίας: l’ingénue grandit – η αθώα μεγαλώνει.
℘
Την εβδομάδα που ακολούθησε την πρώτη μας συνάντηση, ένιωθα μια ακατανίκητη ανάγκη να πάω σ’ ένα βιβλιοπωλείο. Όταν επιτέλους τα κατάφερα, ήταν για να αγοράσω ένα από τα βιβλία του Γ. Με ξάφνιασε, όμως, ο βιβλιοπώλης, όταν με απέτρεψε από εκείνο που είχα διαλέξει στην τύχη και, με έναν τόνο σχεδόν μυστηριώδη, μου υπέδειξε ένα άλλο έργο του ίδιου συγγραφέα.
«Αυτό θα σας ταιριάξει περισσότερο, νομίζω», είπε, σαν να γνώριζε κάτι που εγώ δεν ήξερα.
Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Γ. διέκοπτε τη μακριά ζωοφόρο από πορτρέτα συγγραφέων στο ίδιο μέγεθος –ένα είδος ιερού αφιερωμένου στους μεγάλους της εποχής– που περιέτρεχε τις τέσσερις πλευρές του βιβλιοπωλείου. Άνοιξα το βιβλίο στην πρώτη σελίδα, και τα μάτια μου έπεσαν σε μια ακόμη ανατριχιαστική σύμπτωση: η πρώτη φράση –όχι η δεύτερη, ούτε η τρίτη, αλλά η ίδια η πρώτη, αυτή που σήμανε την είσοδο στον κόσμο του συγγραφέα– άρχιζε με την ημερομηνία της γέννησής μου. Την ίδια μέρα, μήνα και χρονιά.
«Την Πέμπτη, 16 Μαρτίου 1972, το ρολόι του σταθμού του Λουξεμβούργου σήμανε δώδεκα και μισή».
Αυτό κι αν ήταν σημάδι! Έφυγα από το βιβλιοπωλείο συνεπαρμένη, κρατώντας το βιβλίο κάτω από το μπράτσο, σφιχτά, σαν κάτι ιερό. Το πίεζα πάνω στο στήθος μου, σαν να μου το είχε χαρίσει η ίδια η μοίρα.
Το διάβασα μέσα σε δύο μέρες. Δεν περιείχε τίποτα το προκλητικό –ο βιβλιοπώλης είχε, πράγματι, επιλέξει σωστά– όμως υπήρχαν φανεροί υπαινιγμοί πως ο αφηγητής ένιωθε μεγαλύτερη έλξη για τη νεότητα των κοριτσιών παρά για τις γυναίκες της ηλικίας του. Έμεινα για ώρα να κοιτάζω το κενό, σκεπτόμενη πόσο τυχερή ήμουν που είχα γνωρίσει έναν τέτοιο άνθρωπο: τόσο ταλαντούχο, τόσο γοητευτικό. Στην πραγματικότητα, ήταν η ανάμνηση του βλέμματός του επάνω μου που έκανε την καρδιά μου να φτερουγίζει. Κι έτσι, δίχως να το καταλάβω, άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου αλλιώς.
Μπροστά στον καθρέφτη, η εικόνα μου δεν με τρόμαζε πια. Ο «βάτραχος» που άλλοτε με έκανε να αποστρέφω το βλέμμα μου από τις βιτρίνες είχε εξαφανιστεί. Πώς να μη νιώσω κολακευμένη που ένας άνδρας –κι όχι οποιοσδήποτε, αλλά ένας άνθρωπος των γραμμάτων– είχε στρέψει το βλέμμα του επάνω μου; Από παιδί, τα βιβλία ήταν τα αδέλφια, οι σύντροφοι και οι δάσκαλοί μου. Είχα μάθει να τα αγαπώ τυφλά, όπως αγαπά κανείς κάτι που τον διαμορφώνει. Με αυτήν τη λατρεία για τον «Συγγραφέα» με κεφαλαίο Σ, ήταν σχεδόν αναπόφευκτο να συγχέω τον άνθρωπο με τον μύθο του, να μην ξεχωρίζω πια τη γραφή από τον ίδιο τον συγγραφέα.
Συνήθιζα να παραλαμβάνω κάθε μέρα την αλληλογραφία και να την ανεβάζω στο διαμέρισμα. Η θυρωρός μού την έδινε όταν επέστρεφα από το σχολείο. Μια μέρα, ανάμεσα σε μερικούς φακέλους με επίσημη όψη, είδα το όνομά μου και τη διεύθυνσή μου γραμμένα με τιρκουάζ μελάνι, με έναν όμορφο γραφικό χαρακτήρα, που έρρεε ελαφρά προς τα αριστερά, σαν οι λέξεις να προσπαθούσαν να υψωθούν προς απογείωση. Στο πίσω μέρος, με το ίδιο γαλάζιο μελάνι, ήταν γραμμένο το όνομα του Γ.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Το Le Consentement [«Συναίνεση»], ένα αυτοβιογραφικό ημερολόγιο που περιγράφει λεπτομερώς τις εμπειρίες της Springora ως ανήλικη σε μια σχέση με τον συγγραφέα Gabriel Matzneff, εκδόθηκε από τις Éditions Grasset στις 2 Ιανουαρίου 2020. Η Springora, που τότε εργαζόταν ως λογοτεχνική διευθύντρια στον εκδοτικό οίκο Éditions Julliard, επέλεξε να υποβάλει το χειρόγραφο στον Grasset και όχι στον δικό της εκδοτικό οίκο, επιτρέποντας έτσι μια εξωτερική ματιά στις εκρηκτικές αποκαλύψεις του περιεχομένου σχετικά με τη συμπεριφορά του Matzneff και τη συνενοχή της γαλλικής λογοτεχνικής ελίτ. Η απόφαση για τη δημοσίευση ελήφθη εν μέσω της συνεχιζόμενης δυναμικής του κινήματος #MeToo, αν και η Springora χαρακτήρισε το έργο κυρίως ως λογοτεχνία και όχι ως ακτιβισμό, τονίζοντας τον στιλιστικό έλεγχο και την έμφαση στην προσωπική αποτίμηση παρά στην πολεμική.
Το χειρόγραφο, το οποίο αναπτύχθηκε σε διάστημα αρκετών ετών, καθώς η Springora επεξεργαζόταν τις μακροπρόθεσμες ψυχολογικές επιπτώσεις της κακοποίησης της —η οποία ξεκίνησε σε ηλικία 14 ετών και περιελάμβανε χειραγώγηση από έναν 49χρονο συγγραφέα, γνωστό για τα έργα του με θέμα την παιδοφιλία—, ολοκληρώθηκε για έκδοση χωρίς προηγούμενη δημόσια ανακοίνωση των λεπτομερειών του, αυξάνοντας έτσι την έκπληξη κατά την κυκλοφορία του. Η έκδοση του Grasset μπήκε γρήγορα στις λίστες των μπεστ σέλερ, με πάνω από 100.000 αντίτυπα να έχουν πωληθεί στη Γαλλία μέχρι τα μέσα του 2020, χάρη στα αποσπάσματα που δημοσιεύτηκαν πριν από την έκδοση στο Le Nouvel Obs, τα οποία προανήγγειλαν την αμείλικτη κριτική της αφήγησης για τη συναίνεση και την πολιτισμική ανοχή της αρπακτικής συμπεριφοράς. Η επιλογή της Springora να χρησιμοποιήσει ψευδώνυμα (π.χ. «G.» για τον Matzneff) στο κείμενο εξισορρόπησε τη νομική προσοχή με την αφηγηματική επίδραση, αποφεύγοντας την άμεση δυσφήμιση και αξιοποιώντας επαληθεύσιμα δημόσια αρχεία των γραπτών του Matzneff που εξυμνούσαν τις σχέσεις με ανηλίκους. Η διαδικασία έκδοσης ανέδειξε έτσι την εσωτερική γνώση της Springora για τον κλάδο, επιτρέποντας μια στρατηγική παρουσίαση που ενίσχυσε την αλήθεια που αποκάλυπτε χωρίς αυτοκαταστροφή.
Λίγα λογια για τη συγγραφέα
Η Vanessa Springora είναι Γαλλίδα συγγραφέας και λογοτεχνική επιμελήτρια, η οποία στο αυτοβιογραφικό της έργο Le Consentement (2020) [«Συναίνεση»] περιγράφει την κακοποίηση και τη διετή σεξουαλική της σχέση με τον συγγραφέα Gabriel Matzneff, η οποία ξεκίνησε όταν εκείνη ήταν 14 ετών και εκείνος σχεδόν 50, υπογραμμίζοντας την προηγούμενη συναίνεση της γαλλικής διανοητικής ελίτ σε παιδεραστικές πρακτικές υπό το πρόσχημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Η έκδοση του βιβλίου οδήγησε στην ανάκληση των λογοτεχνικών βραβείων του Matzneff, σε ποινικές έρευνες για τη συμπεριφορά του και σε ευρύτερο έλεγχο της συνενοχής εκδοτικών οίκων που συνέχισαν να προωθούν το έργο του παρά το ρητό περιεχόμενό του. Ως διευθύντρια εκδόσεων στην Éditions Julliard, θυγατρική της Flammarion, η Springora έχει διαμορφώσει τη σύγχρονη γαλλική λογοτεχνία μέσω του ρόλου της στην ανάπτυξη και την απόκτηση συγγραφέων. Από τότε, το έργο της έχει επεκταθεί στη συν-συγγραφή του σεναρίου για την κινηματογραφική προσαρμογή του Le Consentement το 2023, σε σκηνοθεσία της Vanessa Filho, ενισχύοντας περαιτέρω τον διάλογο σχετικά με τη συναίνεση και την εκμετάλλευση των ανηλίκων στη γαλλική κουλτούρα μετά το 1968.





















