
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μάλκομ Λόουρι [Malcolm Lowry] «Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 4 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
«Ίσως πάντα τη νύχτα να διανύουμε απ’ την αρχή τη διαδρομή
που καλύψαμε με κόπο κάτω απ’ τον ήλιο του καλοκαιριού».
RILKE
Οι δυο φοιτητές ατένιζαν από το Καστλ Χιλ την παλιά αγγλική πόλη. Από εκεί που στέκονταν, στο χλοερό ύψωμα απέναντι από τη φυλακή, ακόμα και οι πιο ψηλές στέγες του Κέμπριτζ βρίσκονταν χαμηλότερα· στο ψυχρό φως του απομεσήμερου οι δρόμοι φάνταζαν πεντακάθαροι και άδειοι, μα η θαμπή λιακάδα κολυμπούσε στον ουρανό και πύκνωνε ανάμεσα στα τείχη, στους πυργίσκους και στις βεράντες πέρα, στο βάθος. Ένας καβγατζής άνεμος έφερνε από τον σιδηροδρομικό σταθμό, που ποτέ δεν κοιμόταν, τον σάλο από μηχανές που επιτάχυναν σέρνοντας νυσταγμένα βαγόνια, μα κάθε τόσο ο θόρυβος υποχωρούσε εντελώς δίνοντας τη θέση του στις φωνές των νέων που κωπηλατούσαν στο ποτάμι ή στις ομοβροντίες της κυκλοφορίας, που τώρα δυνάμωναν γοργά, όσο εξασθενούσαν οι άλλοι ήχοι. Πότε τα αδέρφια έκλιναν τα ώτα τους προς τις ζητωκραυγές από κάποιον αγώνα ράγκμπι, πότε προς την ξαφνική ζωηρή μουσική –δυνατή, δυνατή– από τις γκάιντες στο Μιντσάμερ Κόμον Παρκ, και πάλι όμως εκείνα τα συμπλέγματα ήχων, ο καθένας ένα «Χαίρε» και ένα «Αντίο» από ξεχωριστούς κόσμους αντικειμενικότητας, έσβηναν την ίδια στιγμή που δυνάμωναν, όπως ο βρυχηθμός του αεροπλάνου φθίνει γοργά σε στεναγμό μέσα στην καταιγίδα.
Όρθιοι δίπλα στον στύλο που σημάδευε το σημείο του λόφου όπου είχε στηθεί για τελευταία φορά η αγχόνη, με τα ξανθά μαλλιά τους ν’ ανεμίζουν, με τα μάτια τους να λάμπουν στον ήλιο και στον άνεμο ακόμα κι όταν στο βάθος τους κρυβόταν η απόγνωση, έμοιαζαν σαν ναυαγοί σε σχεδία καθώς σκίαζαν τα μάτια τους ενάντια σε κάποια ελπίδα που εξανεμιζόταν μπροστά στον επίπεδο κόσμο, ενώ γύρω τους έσπαζαν κύματα, ψεκάζοντάς τους όχι με θαλασσινό νερό αλλά με σκόνη και άγανα. Για τον Σίγκμπιορν ωστόσο, τον νεότερο, το ουρλιαχτό του ανέμου γύρω από τη φυλακή ηχούσε σαν τον άνεμο στα ξάρτια κάποιου πλοίου· στα τηλεγραφικά καλώδια πάνω από το κεφάλι τους άκουσε για άλλη μια φορά τη θρηνωδία που εξέπεμπε η κεραία του ασυρμάτου στον Κόλπο της Βεγγάλης, ενώ ο τριγμός από ένα ξεμαντάλωτο παραθυρόφυλλο κάπου στο βάθος θα μπορούσε να είναι το βογκητό των σκαρμών κάποιου πλοίου που αγωνιζόταν ενάντια στην τρικυμία. Κι όμως, αν ένιωθε ξανά μέσα του εκείνη την ξεχωριστή αγωνία της θάλασσας –γιατί ο Σίγκμπιορν είχε υπάρξει ναυτικός–, διέκρινε επίσης σήμερα για πρώτη φορά εδώ και βδομάδες, καθώς ο Τορ είχε γυρίσει από μια σύντομη επίσκεψη στο Λονδίνο, το σχίσμα ανάμεσά τους και, ναρκισσιστικά, την παλίρροια και την άμπωτη των τόσο διαφορετικών συναισθημάτων του καθενός τους.
Γιατί ανάμεσα στους δύο αδερφούς υπήρχε έντονη χημική ασυμφωνία. Ουσιαστικά ήταν η πρώτη φορά που έρχονταν ψυχικά τόσο κοντά ύστερα από το ατύχημα που τους είχε συμβεί στη Νορβηγία όταν ήταν παιδιά. Έξι μόνο εβδομάδες είχαν περάσει από τη μέρα που ένα από τα πλοία του πατέρα τους, το Τόρσταϊν, είχε βυθιστεί στα ανοιχτά των ακτών του Μοντσεράτ παίρνοντας μαζί του πάρα πολλές ψυχές. Όσο διαρκούσαν οι ανακρίσεις και η συνακόλουθη δημόσια κατακραυγή, είχαν γίνει, παρά τις διαφορές τους, αχώριστοι. Είχαν συσπειρωθεί για να αμυνθούν. Υπέγραψαν ανακωχή, βάζοντας τέλος στις διανοητικές εχθροπραξίες ανάμεσά τους. Τώρα αποδέχονταν αυτό που παλαιότερα, και μάταια, πολεμούσαν από κοινού ή διεκδικούσαν ο ένας εναντίον του άλλου: την εσωτερική μοναξιά, που γεννούσε ένα περιβάλλον το οποίο ούτε η οικειότητα με τους άλλους φοιτητές ούτε η αγγλική γλώσσα ούτε η επίπεδη εξοχή –μετά τις οροσειρές και τα ορμητικά ποτάμια της Νορβηγίας, που οι καρδιές τους έπρεπε να λυγίσουν για να τα διαβούν– ούτε η ζωή και το παγερό κλίμα μπορούσε να το αλλάξει, ώστε να μην τους είναι μονίμως ξένο. Τούτο το κοινό τους στοιχείο ωστόσο, που τους διαχώριζε από τη μάζα των φοιτητών, δεν είχε σχέση με την ξενική καταγωγή τους. Μάλλον προερχόταν από την ανικανότητά τους να έρθουν σε άμεση επαφή με τη ζωή, παρότι η πιο βαθιά επιθυμία τους ήταν να συνδεθούν· μάλλον οφειλόταν στο γεγονός ότι ο καθένας είχε γίνει λόγω της ύπαρξης του άλλου ένας τόπος απομακρυσμένος από τη ζωή, λες και το σώμα του ενός αδερφού κειτόταν στην είσοδο του σπηλαίου του εαυτού στο οποίο ο άλλος βρισκόταν αιχμάλωτος και εμπόδιζε το φως· ναι, εμπόδιζε την ίδια την ύπαρξη.
Κάθε εξάμηνο το τρένο με το οποίο ταξίδευαν από το Λίβερπουλ στο Κέμπριτζ γέμιζε με ολοένα και περισσότερους φοιτητές στη διαδρομή. Δεν είχε τέλος η αναμονή στην αποβάθρα. Χωρίς καπέλο, τα σχεδόν λευκά κεφάλια τους, ανάμεσα στα χρυσοκάστανα των Άγγλων που περίμεναν κι αυτοί, ίσως να φαίνονταν σ’ έναν περαστικό το ίδιο αλλόκοτα όσο κι ένα ζευγάρι λευκά χελιδόνια ανάμεσα στα μαύρα συντρόφια τους που καρτερούσαν το σήμα για τη θερινή αποδημία. Αυτό το εξάμηνο σ’ όλο τον δρόμο από το Λίνκολν ως το Έλι στέκονταν όρθιοι στον διάδρομο, πολύ ντροπαλοί για να καθίσουν· όμως αυτή η ορθοστασία φαινόταν να τους ανακουφίζει απ’ την κοινή τους θλίψη. Κι όλο εκείνο το εξάμηνο, παραμελώντας τα μαθήματά τους, στέκονταν με τον ίδιο τρόπο ο ένας δίπλα στον άλλο: Εναλλάξ, κάθε δεύτερη μέρα, ο ένας διένυε τρία χιλιόμετρα με τα πόδια για να πάει στο δωμάτιο του άλλου. Όλη η αγανάκτηση που ένιωθε ο ένας για τον άλλο στο παρελθόν έσβηνε και χανόταν μέσα σ’ εκείνη τη θλιβερή αλλά ζεστή αμοιβαία αφοσίωση. Τώρα όμως, όπως η θάλασσα πλανεύει την ψυχή των αδελφών πλοίων που αγκυροβολούν στο λιμάνι ή όπως η σελήνη έλκει από την ακτή προς το μέρος της τις απαρηγόρητες δίδυμες παλίρροιες της μέρας, έτσι κι ένας διπλός μαγνητισμός φαινόταν να τραβάει και πάλι αυτά τα αδέρφια προς τους χωριστούς πόλους του ωκεάνιου πεπρωμένου τους.
Τώρα όμως, όπως η θάλασσα πλανεύει την ψυχή των αδελφών πλοίων που αγκυροβολούν στο λιμάνι ή όπως η σελήνη έλκει από την ακτή προς το μέρος της τις απαρηγόρητες δίδυμες παλίρροιες της μέρας, έτσι κι ένας διπλός μαγνητισμός φαινόταν να τραβάει και πάλι αυτά τα αδέρφια προς τους χωριστούς πόλους του ωκεάνιου πεπρωμένου τους.
Λες κι ο καθένας έπρεπε να αντιμετωπίσει και πάλι χωριστά τον κόσμο, με το παγωμένο θάρρος που σπρώχνει το νήπιο στα πρώτα του, αβοήθητα βήματα.
Ποιος ξέρει ποιος τον οδηγεί; Ποιοι κίνδυνοι απειλούν εκείνο το λευκό κεφάλι στην πρώτη του τρεμάμενη έξοδο στον κόσμο;
«Μάρτυς μου ο Θεός» έλεγε ο Τορ «ακόμη κάτι φοβάμαι –ξέρεις τι είπε ο Ντοστογιέφσκι–, κάτι που δεν μπορώ να συλλάβω, κάτι που δεν υπάρχει αλλά υψώνεται μπροστά μου σαν φρικτό, διαστρεβλωμένο, αδιάψευστο γεγονός».
«Μπορεί να φταίει η πλημμύρα, ποιος ξέρει;» είπε ο Σίγκμπιορν και γέλασε για πρώτη φορά εκείνο το εξάμηνο. «Ή ο Δάντης. Η εργασία σου στα ιταλικά!»
Εκείνη τη στιγμή ένα αντικείμενο, φερμένο –ο Σίγκμπιορν δεν μπόρεσε να μην το σκεφτεί αργότερα– από κάποια διαβολική μοχθηρία, μοχθηρία που μάλλον εκδηλωνόταν στα όσα απέκρυπτε παρά στα όσα αποκάλυπτε, είχε ξεκολλήσει από έναν φράχτη πιο κάτω και τώρα πετούσε προς το μέρος τους. Έβλεπε τώρα πως ήταν ένα φύλλο εφημερίδας. Ο Τορ το μάγκωσε αφηρημένα με το μπαστούνι και το παπούτσι του κι έσκυψε να κοιτάξει τις λασπωμένες στήλες. Δίπλα του, πάνω απ’ τον ώμο του, κοίταξε και ο Σίγκμπιορν.
Έκρηξη στο Όρος Αραράτ. Χιλιάδες άνθρωποι σε πανικό.
Τώρα, σαν ν’ απελευθερώθηκαν ταυτόχρονα από την ένταση και την ντροπή των τελευταίων εβδομάδων, άρχισαν και οι δυο τους να τραντάζονται απ’ τα γέλια· και, καθώς γελούσαν, στο μυαλό του Σίγκμπιορν ήρθε η εικόνα δύο πλοίων με τα παλαμάρια τους λυμένα από τους ντόκους, μα με το άμεσο πέρασμά τους μέσα από την πύλη του λιμανιού ξάφνου εμποδισμένο.
«Οπότε τώρα δεν θα έχουμε πού να πάμε».
«Πάντως ας ελπίσουμε ότι ο Δάντης είναι το μόνο αδιαμφισβήτητο γεγονός».
«Μας φτάνει αυτός ο γεροκατεργάρης!»
«Όμως το Inferno είναι παιχνιδάκι σε σχέση μ’ όσα έχουν να περάσουν οι υποψήφιοι της Αγγλικής Λογοτεχνίας για το Tripos…»
«Ναι, Τορ, και πού θα πάμε τώρα μ’ εκείνη την κιβωτό σου που όλο λες ότι θα φτιάξεις;»
«Το μόνο που έχω ίσως κοινό με τον Νώε είναι το μεθοκόπι. Αλλά, σοβαρά τώρα, δεν είναι μόνο αυτό, δεν είναι μόνο ο φόβος των εξετάσεων…»
Ο Σίγκμπιορν σήκωσε το βλέμμα στον στύλο που ήταν καρφωμένος στη θέση της παλιάς αγχόνης. Για μια στιγμή είχε την εφιαλτική εντύπωση ότι ο λόφος όπου στέκονταν ήταν στην πραγματικότητα το Όρος Αραράτ. Γιατί να ταξιδέψουν; Κι αν ίσχυε η είδηση, αν μπορούσε να πιστέψει κανείς τις εφημερίδες, τούτο εδώ ήταν επικίνδυνο σημείο. Και μπορεί πράγματι να είχε εκραγεί χωρίς καν να το πάρουν μυρωδιά!
«Σκέψου κάτι άλλο» αναφώνησε. «Σκέψου τον τελευταίο άνθρωπο που κρεμάστηκε σε τούτο τον λόφο, σκέψου πόσο πρέπει να υπέφερε. Πριν από είκοσι δύο χρόνια! Τόσα σχεδόν έχουν περάσει από τη μέρα που γεννηθήκαμε» συνέχισε ο Σίγκμπιορν. «Μολονότι υπάρχουν και πιο θλιβερά μέρη απ’ αυτό».
Όμως ο Τορ ήταν απορροφημένος στο αστείο του για το Όρος Αραράτ, που μόνο οι δυο τους καταλάβαιναν.
«Η αποβάθρα του σταθμού, ας πούμε» είπε ο Σίγκμπιορν «είναι πιο θλιβερό μέρος από τούτο εδώ, ένα βουητό αναδύεται από εκεί και καταλαγιάζει τόσο αιφνίδια όσο είχε ξεσπάσει».
«Ναι, η αποβάθρα του σταθμού» απάντησε επιτέλους ο Τορ. «Εκεί που συμβαίνουν τόσοι και τόσοι χωρισμοί. Η καρδιά της έχει ραγίσει από τη θλίψη, σκεφτόμουν όταν ήμουν παιδί» πρόσθεσε και συνέχισε να γελάει – γιατί δεν ήταν επιτέλους ελεύθεροι να ξαναγελάσουν μετά από το βαρύ τίμημα που είχαν πληρώσει;
Έσκυψε και περιεργάστηκε και πάλι τη μαγκωμένη εφημερίδα.
«Και όλες οι αποβάθρες, Τορ. Εκείνος ο καπνός που είναι τόσο φευγαλέος, που μοιάζει τόσο πολύ με οίκτο, με αγάπη, με όνειρο της θάλασσας. Ω Θε μου, αν ήταν δυνατόν… Μα κοίτα! Ο δρόμος πρέπει να του είχε φανεί τόσο ομαλός και ίσιος όσο φαίνεται και τώρα… Δεν νομίζεις;»
«Ποιος δρόμος;»
Ο Τορ γελούσε.
«Σε ποιον; Τι εννοείς;»
«Αυτόν εκεί επάνω εννοώ».
Ο Σίγκμπιορν κοίταζε ψηλά, προς τον στύλο, και πρόσθεσε ανυπόμονα:
«Τον τελευταίο που κρεμάστηκε εδώ πέρα προφανώς. Δεν σου φαίνεται πολύ εύκολο; Σαν να μπορούσες να περπατήσεις ως τον Βόρειο Πόλο μια μέρα σαν κι αυτή. Φαίνεται τόσο απλό, τόσο γαλήνιο, χώρια που αποπνέει μιαν αίσθηση θάλασσας. Δεν βλέπεις τα λιβάδια εκεί κάτω; Είναι σαν την ήρεμη θάλασσα του Ισημερινού, που φουσκώνει απαλά και κυματίζει…».
«Το Όρος Αραράτ» τον διέκοψε ο Τορ. «Συγγνώμη, δεν μπορώ να το ξεπεράσω. Είναι το πιο αστείο πράγμα που έχω ακούσει στη ζωή μου».
Και ξανάβαλε τα γέλια. Κάθισε ανακούρκουδα κι έσκυψε πάνω από τη λεκιασμένη εφημερίδα. Ο Σίγκμπιορν έδειξε πέρα από τους βάλτους, προς τη θάλασσα.
«Η ψυχή μου στρέφεται σαν τη βελόνα της πυξίδας προς τον Πόλο».

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Εμπνευσμένο από τη ζωή του ίδιου του Malcolm Lowry, το μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία ενός φοιτητή του Κέμπριτζ που θέλει να γίνει συγγραφέας, αλλά έχει οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι τόσο το βιβλίο του όσο και η ζωή του -κατά μία έννοια- έχουν ήδη «γραφτεί» από έναν Νορβηγό μυθιστοριογράφο. Tο μεγαλύτερο μέρος του Ταξιδιού στη Λευκή Θάλασσα χάθηκε σε μια πυρκαγιά που ξέσπασε στο σπίτι του Lowry το 1944 - σώθηκαν μόνο μερικές κόλες χαρτί. Δεκαετίες μετά τον θάνατο του συγγραφέα έγινε γνωστό ότι η πρώτη του σύζυγος Jan Gabrial είχε στην κατοχή της ένα δακτυλόγραφο μιας πρώιμης εκδοχής του βιβλίου, το οποίο κατέληξε σε μια βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης, όπου το διάβασαν ελάχιστοι μελετητές. Ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Malcolm Lowry που στους περισσότερους ήταν γνωστό μονάχα ως «το χειρόγραφο που χάθηκε στη φωτιά».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Malcolm Lowry (Μάλκομ Λόουρι) γεννήθηκε το 1909 στη βορειοδυτική Αγγλία. Κατά τη δεκαετία του 1930 έζησε στο Λονδίνο, τη Νέα Υόρκη, το Μεξικό και το Λος Άντζελες πριν καταλήξει στη Βρετανική Κολομβία του Καναδά το 1939. Ο Lowry δημοσίευσε μονάχα δύο μυθιστορήματα όσο ζούσε: το Ουλτραμαρίν και το Κάτω απ’ το ηφαίστειο. Ωστόσο, άφησε πολλά χειρόγραφα, μερικά από τα οποία εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του το 1957 σε επιμέλεια της συζύγου του. Το αριστούργημά του, Κάτω απ’ το ηφαίστειο (1947) είναι ένα από τα τελευταία σπουδαία μοντερνιστικά μυθιστορήματα.





















