
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Σλοβένου συγγραφέα Έβαλντ Φλίσαρ [Evald Flisar] «Η Αλίκη στη χώρα των τεράτων» (μτφρ. Λάρα Ούνουκ), το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Βακχικόν.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Πέρασε αρκετός καιρός, με την Αλίκη και τον καθηγητή Άλμογλου να συνηθίζουν πράγματα που μόλις δύο μέρες πριν θα ορκίζονταν ότι δεν γίνεται να τα συνηθίσουν, ακόμα και σε χίλια χρόνια. Εκπληκτικό, σκέφτηκε η Αλίκη, τι μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος αν δεν έχει άλλη επιλογή. Η αλήθεια να λέγεται, μερικές φορές έχει τη γοητεία του να μην έχεις εναλλακτικές, γιατί έτσι πετάς από πάνω σου το άγχος και την κούραση των αποφάσεων. Για παράδειγμα, ένα σαλιγκάρι δεν χρειάζεται να αποφασίσει αν θα κινήσει γρήγορα ή αργά, αφού δεν ξέρει τι είναι η ταχύτητα, ενώ ένας κόκορας δεν είναι ανάγκη να αποφασίσει αν θα κάνει μικρό η μεγάλο αυγό, γιατί ξέρει πολύ καλά πως τα αυγά τα γεννούν οι κότες.
Έτσι, η Αλίκη και ο θείος Άλμογλου δεν βρέθηκαν αντιμέτωποι με την απόφαση αν θα κοιμηθούν σε μαλακό ή σε σκληρό κρεβάτι: οι Ποτερουνέζοι είχαν ούτως ή άλλως ήδη μετατρέψει όλα τα κρεβάτια σε κολόνες στήριξης και κοιμόντουσαν στο πάτωμα, ο καθένας στη γωνίτσα του, όπου έβρισκαν, ακόμα και σε γραφεία, εστιατόρια, κάτω από στοές, σε πεζοδρόμια, παντού, ο ένας δίπλα στον άλλον, ο ένας πάνω στον άλλον. Η πρώτη νύχτα ήταν πολύ άβολη και η Αλίκη επέμενε να κοιμηθεί με το κεφάλι στο στομάχι του θείου, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να κλείσει μάτι, αν και τελικά δεν κατάφερε να κοιμηθεί ούτως ή άλλως, γιατί το στομάχι του θείου της ανέβαινε και κατέβαινε με την αναπνοή του. Το ίδιο δυσάρεστη ήταν και η πρώτη μερίδα ψάρι που έφαγαν για πρωινό το επόμενο πρωί. Η Αλίκη ισχυρίστηκε ότι θα έκανε εμετό, αλλά τελικά το ξεπέρασε. Ο θείος Άλμογλου δεν τα κατάφερε όμως και όντως ξέρασε. Η δεύτερη μερίδα, την οποία έφαγαν για μεσημεριανό, τους φάνηκε ήδη λιγότερο σιχαμερή, ενώ το βραδινό τούς έκανε και τους δύο να σκεφτούν πως τελικά μπορεί κανείς να επιβιώσει και με το ψάρι.
Κάνοντας βόλτες στο Πότινγκτον συνήθισαν και τους περίεργους τρόπους των κατοίκων, αν και η Αλίκη μερικά πράγματα τα θεωρούσε μεγάλη υπερβολή. Να αγοράζεις ένα φουρνάκι από πότι στο μαγαζί, να το πληρώνεις εκατόν είκοσι ποτίρες και ύστερα να το σπας κατευθείαν στην πόρτα του καταστήματος, πετώντας το στο πεζοδρόμιο, και να συνεχίζεις χαρούμενος μέχρι το επόμενο μαγαζί για να κάνεις και εκεί τα ίδια – αυτή δεν ήταν μια συνήθεια που θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς κάθε μέρα –μάλλον καθόλου– στους δρόμους της Λιουμπλιάνα. Ακόμα πιο σπάνια θα συνέβαινε στη Λιουμπλιάνα ο τροχονόμος να κατευθύνει δυο ουρές από αυτοκίνητα τη μία να οδηγήσει πάνω στην άλλη και μετά να παρατηρεί ικανοποιημένος τα τρακαρίσματα, τους κρότους, το τρίξιμο και τα συντρίμμια γύρω του. Και στη συνέχεια, μόλις καθαριστούν τα συντρίμμια, να το ξανακάνει!
«Πιστεύω ότι όλη η χώρα είναι ανισόρροπη» διαπίστωσε η Αλίκη. Ο θείος Άλμογλου συμφωνούσε μαζί της, αλλά είχε πρόχειρη και μια εξήγηση για τούτη την τρέλα.
«Σε μια καταναλωτική κοινωνία πρέπει να καταναλώνεις, να καταναλώνεις, να καταναλώνεις» της εξήγησε με αρκετά επιστημονικό τρόπο, όπως συνήθιζε. «Όσο περισσότερα καταναλώνονται, τόσο περισσότερα πρέπει να παραχθούν, περισσότεροι άνθρωποι έχουν δουλειά, περισσότερος κόσμος έχει αρκετά χρήματα ώστε να επιβιώσει, και περισσότερος κόσμος μπορεί να καταναλώσει περισσότερα. Όσο πλησιάζει η στιγμή που θα εξαντληθεί και ο τελευταίος πόρος στους Ποτερουνέζους, τόσο περισσότερο θα πρέπει να υποστυλώνουν τον φλοιό της γης για να μην κατακρημνιστούν στην άβυσσο. Αυτό πάει να πει ότι πρέπει να καταστρέφουν όλο και πιο γρήγορα τα όσα καταφέρνουν να παράγουν, και συνάμα να παράγουν όλο και πιο γρήγορα ό,τι αναγκάζονται να καταστρέφουν».
«Σε μια καταναλωτική κοινωνία πρέπει να καταναλώνεις, να καταναλώνεις, να καταναλώνεις» της εξήγησε με αρκετά επιστημονικό τρόπο, όπως συνήθιζε. «Όσο περισσότερα καταναλώνονται, τόσο περισσότερα πρέπει να παραχθούν, περισσότεροι άνθρωποι έχουν δουλειά, περισσότερος κόσμος έχει αρκετά χρήματα ώστε να επιβιώσει, και περισσότερος κόσμος μπορεί να καταναλώσει περισσότερα. Όσο πλησιάζει η στιγμή που θα εξαντληθεί και ο τελευταίος πόρος...
«Υπάρχει σωτηρία;» ρώτησε η Αλίκη.
«Μόνο βραχυπρόθεσμα» είπε ο καθηγητής Άλμογλου. «Μακροπρόθεσμα, και αυτό μπορεί να συμβεί ακόμα και σε λίγες μέρες από τώρα, ο πολιτισμός της Ποτερουνίας είναι καταδικασμένος στο μεγάλο γκρεμοτσάκισμα».
«Ποιος είναι υπεύθυνος που τα πράγματα έφτασαν τόσο μακριά;»
«Όλοι» απάντησε ο θείος Άλμογλου. «Και η απληστία τους».
«Μα δεν γίνεται οι άνθρωποι να είναι τόσο ηλίθιοι ώστε με την απληστία τους να βάλουν τη ζωή τους σε κίνδυνο!» αναφώνησε η Αλίκη.
«Ειλικρινά τώρα, Αλίκη» είπε ο θείος Άλμογλου με θλιμμένο ύφος «μπήκαμε σε μεγάλο μπελά. Ίσως να βρεθήκαμε στο μέλλον, στον κόσμο όπως θα είναι σε εκατό, διακόσια χρόνια από τώρα, ή και ακόμα νωρίτερα. Δεν έχουμε πού να φύγουμε, τα αεροπλάνα από τις άλλες χώρες έχουν πάψει να σταματάνε στο νησί προ πολλού, οι βαρκούλες, όσες έχουν, χρησιμεύουν μόνο για το ψάρεμα, είναι τελείως αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο – αν υπάρχει ακόμη υπόλοιπος κόσμος. Ίσως μόνο αυτό το μέρος να έχει πια απομείνει. Αλλά μπορεί να είναι και καλύτερα που δεν έχουμε τη δυνατότητα να πάμε κάπου. Τώρα μπορούμε να πάψουμε να αναρωτιόμαστε πώς θα ήταν τα πράγματα αν δεν ήταν έτσι όπως είναι, και να αφιερώσουμε ό,τι καλύτερο έχουμε μέσα μας στο εμπορικό θαύμα της Ποτερουνίας. Ή στην προσπάθεια να κρατήσει λίγο ακόμα, και εμείς μαζί του».
«Ωχ, θείε» σφίχτηκε η Αλίκη πάνω του. «Γιατί να μην πέφταμε καλύτερα σε κάποιο νησί που κατοικείται από αστεία και ιδιαίτερα ζωάκια; Οι αστείοι άνθρωποι παραείναι κουραστικοί. Εκτός αν γελάς εις βάρος τους. Μα δεν πρέπει να γελάμε εις βάρος τους, γιατί δεν είναι μόνο αστείοι αλλά και δυστυχισμένοι. Αν μπορούσαμε τουλάχιστον να σκεφτούμε κάτι που θα τους άλλαζε τη διάθεση!»
«Έχουν αρκετά καλή διάθεση, υπερβολικά καλή, αν σκεφτείς ότι δεν έχουν κανέναν λόγο για κέφια» είπε ο θείος Άλμογλου. «Όπως είπε ένας Κινέζος σοφός, όταν δεν ξέρεις τι να κάνεις, άσε τη ροή των γεγονότων να σε παρασύρει».
«Ας παρασυρθούμε τότε» συμφώνησε η Αλίκη.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Αν πιστεύετε ότι η Αλίκη μετά την επιστροφή της από τη Χώρα των Θαυμάτων έζησε μια συνηθισμένη, βαρετή ζωή, κάνετε μεγάλο λάθος! Στα δώδεκά της (ήδη πτυχιούχος τριών πανεπιστημίων και επιστήμονας που μελετά τις ανοησίες τις οποίες πιστεύουν συχνά οι άνθρωποι), ύστερα από μια τυχαία συνάντηση με τον θείο της, τον παγκοσμίου φήμης καθηγητή οικονομικών Άλμογλου, θα βουτήξει μαζί του στα παγωμένα νερά μιας λίμνης που μοιάζει να μην έχει πάτο. Οι δυο τους θα καταλήξουν στις ακτές μιας άγνωστης νησιωτικής χώρας, της Ποτερουνίας, η οποία κινδυνεύει να καταστραφεί ολοσχερώς από στιγμή σε στιγμή. Θα καταφέρουν οι δυο τους, εν μέσω απίστευτων περιπετειών, παρεξηγήσεων και συνωμοσιών, να κάνουν κάτι για να βοηθήσουν την κατάσταση, ή θα χαθούν κι οι ίδιοι για πάντα στον βυθό της θάλασσας μαζί με τούτο το περίεργο νησί και τους παράξενους κατοίκους του;
Η Αλίκη στη χώρα των τεράτων έχει μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες και ήταν υποψήφια για το βραβείο Večernica (καλύτερο εφηβικό βιβλίο της χρονιάς 2009). Είναι το τρίτο βιβλίο του Έβαλντ Φλίσαρ που κυκλοφορεί στα ελληνικά.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O Έβαλντ Φλίσαρ (Evald Flisar) είναι Σλοβένος συγγραφέας, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Έχει σπουδάσει συγκριτική λογοτεχνία στη Λιουμπλιάνα, αγγλική γλώσσα και λογοτεχνία στο Λονδίνο και ψυχολογία στην Αυστραλία. Είναι αρχισυντάκτης του μακροβιότερου λογοτεχνικού περιοδικού της Σλοβενίας, του Sodobnost (Σύγχρονη επιθεώρηση), ενώ μαζί με τη συγγραφέα παιδικών βιβλίων Γιάνα Μπάουερ (Jana Bauer) συνδιευθύνουν τον εκδοτικό οίκο KUD odobnost International. Έχει διατελέσει πρόεδρος της Ένωσης Σλοβένων Συγγραφέων (1995–2002). Έχει γράψει δεκαέξι μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων, τρία ταξιδιωτικά βιβλία, δεκαέξι θεατρικά έργα και δύο παιδικά βιβλία. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε 42 γλώσσες και έχουν λάβει πολυάριθμα βραβεία στη Σλοβενία και στο εξωτερικό.




















