
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αστυνομικό μυθιστόρημα του Αλέξις Ραβέλο [Alexis Ravelo] «Πέθανε με το πάσο σου» (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 20 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Τόπος.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Τσαπατσουλιές της τελευταίας στιγμής
Δεν είχε πάει ακόμα έντεκα η ώρα το πρωί της Πέμπτης και το μπαρ βρομούσε μπατσίλα. Υπήρχαν αστυνομικοί με στολή στην μπάρα που έπιναν έναν βιαστικό καφέ. Υπήρχαν και με πολιτικά, καθισμένοι στα τραπέζια, που έτρωγαν σάντουιτς, κρουασάν με ζαμπόν και τυρί ή με διάφορα λαχανικά. Υπήρχαν επίσης κάποιοι υπάλληλοι του γραφείου ταυτοτήτων, που βρισκόταν στα έγκατα του κτιρίου, και εναλλάσσονταν στην τραπεζαρία με τους χρήστες της υπηρεσίας που έβγαιναν να πάρουν μια ανάσα από το πρωινό πηγαινέλα.
Με τον Ντένις πάντα κανόνιζαν να συναντηθούν σ’ εκείνο το μαγαζί, κοντά στο κτίριο όπου ο αστυνόμος είχε αφήσει τα τελευταία χρόνια της νεότητάς του και τώρα άφηνε το λιγοστό, σταχτί δέρμα που του απέμενε. Κάθε φορά ο Μονρόι έλεγε το ίδιο καλαμπούρι, για να δούμε ποιος θα είναι ο μάγκας που θα τολμήσει να φύγει από δω χωρίς να πληρώσει.
Τώρα είχε περάσει κάμποση ώρα από τη στιγμή που το είχε σκεφτεί. Κάνα μισάωρο. Ήταν το διάστημα που κάθονταν σ’ ένα τραπέζι στο βάθος –είχαν καθίσει εκεί ώστε ο Ντένις να μη χρειάζεται να απαντάει όλη την ώρα στους χαιρετισμούς των υφισταμένων του– κι έπιναν καφέδες και χυμούς. Καφέ για τον Μονρόι, που πριν από τις δώδεκα δεν μπορούσε να κατεβάσει στο στομάχι του τίποτα άλλο, χυμός για τον Ντένις, που ήταν ευαίσθητος και έπινε τον έναν μετά τον άλλο με μια έκφραση απύθμενης αηδίας, την οποία μάταια πάσχιζε να ελέγξει.
Τη στιγμή εκείνη ο Μονρόι είχε ήδη δώσει στον φίλο του τις βασικές πληροφορίες για την υπόθεση και είχαν περάσει στην επικράτεια των εικασιών. Κι αυτό ήταν κάτι που δεν άρεσε καθόλου στον Ντένις. Αυτός ζούσε σ’ έναν κόσμο με αριθμούς, με γεγονότα και εμπειρίες, έναν κόσμο περασμένο από το ξυράφι του Όκαμ, όπου δύο και δύο έκαναν απαρεγκλίτως τέσσερα. Κατά συνέπεια, τη στιγμή που ο Μονρόι έλεγε ότι αυτό που είχε προκαλέσει τον θάνατο της Μάιτε και του Βίκτορ βρισκόταν μέσα στα αρχεία τους ο αστυνόμος πέρασε το χέρι του με ανυπομονησία μέσα από τα γκρίζα μαλλιά του, έβγαλε έναν αναστεναγμό και είπε: «Σταμάτα εδώ, φτάνει. Μη μου αρχίσεις τη συνωμοσιοπαράνοια, που την ξέρουμε καλά. Ας κάνουμε μια επανάληψη σε όλα τούτα».
Ο Μονρόι, επιτέλους, το βούλωσε και άφησε τον Ντένις να μιλήσει, που, αρχίζοντας με τον αντίχειρα του δεξιού χεριού του, σήκωνε ένα ένα τα δάχτυλα για να απαριθμήσει γεγονότα και πιθανές εξηγήσεις.
«Πρώτα απ’ όλα, υπάρχουν τύποι που παθαίνουν μια ξαφνική κρίση και αυτοκτονούν χωρίς να το έχουν προβλέψει λεπτομερώς. Κίνητρα; Οτιδήποτε. Φαντάσου για παράδειγμα ότι ο τύπος ήταν τρελός και παλαβός με τη Μάιτε Δίας και ξαφνικά εκείνη του είπε ότι τον παρατάει. Ο τύπος πικραίνεται βαθιά και τρελαίνεται. Κάποιος σε αυτή την κατάσταση δεν πρόκειται να πει την τελευταία στιγμή, ενώ ήδη βαστάει το ξυράφι στο χέρι: “Α, όχι, ρε γαμώτο, το ξέχασα. Δεν μπορώ τώρα ν’ αυτοκτονήσω γιατί περιμένω το βιβλίο που παράγγειλα”. Επίσης, είναι πιθανόν, όπως λες εσύ, να τον “αυτοκτόνησαν”, αλλά αυτό ας το αφήσουμε στην άκρη προς το παρόν».
Φαντάσου για παράδειγμα ότι ο τύπος ήταν τρελός και παλαβός με τη Μάιτε Δίας και ξαφνικά εκείνη του είπε ότι τον παρατάει. Ο τύπος πικραίνεται βαθιά και τρελαίνεται. Κάποιος σε αυτή την κατάσταση δεν πρόκειται να πει την τελευταία στιγμή, ενώ ήδη βαστάει το ξυράφι στο χέρι: “Α, όχι, ρε γαμώτο, το ξέχασα. Δεν μπορώ τώρα ν’ αυτοκτονήσω γιατί περιμένω το βιβλίο που παράγγειλα”.
Ο Μονρόι έγνεψε καταφατικά και ο Ντένις τέντωσε τον δείκτη του παριστάνοντας ένα πιστόλι με το οποίο σημάδευε το ταβάνι, σαν τον αποτυχημένο πραξικοπηματία Τεχέρο σε αστυνομική έκδοση.
«Δεύτερον: Εντάξει, είναι περίεργο που η Μάιτε Δίας πνίγηκε, αλλά το γεγονός ότι κολυμπούσε καλά δεν έχει σχέση. Το ενενήντα τοις εκατό όσων πνίγονται στη θάλασσα είναι δεινοί κολυμβητές, για τον απλούστατο λόγο ότι όσοι δεν ξέρουν κολύμπι πάνε μέχρι εκεί που πατώνουν και όχι μακρύτερα. Εδώ δεν υπάρχει τίποτα περίεργο. Το περίεργο είναι ότι πνίγηκε το ίδιο απόγευμα. Όμως αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη κάποια συνωμοσία. Μπορεί, πράγματι, να ήταν μια αναθεματισμένη σύμπτωση. Μπορεί απλώς να ήταν αυτό που κι εσύ σκέφτηκες στην αρχή, ότι η κυρία παράτησε τον Βίκτορ έπειτα από καβγά, επέστρεψε δύο ώρες μετά, αφού της πέρασε ο μεγάλος θυμός, και τον βρήκε στο μπάνιο με κομμένες φλέβες. Το αίσθημα ενοχής την ξεπερνάει. Πάει στο σπίτι με τα μυαλά στα κάγκελα.
Δεν μπορεί να πει τίποτα σε κανέναν, πόσο μάλλον στον άντρα της. Αποφασίζει να πάει στη θάλασσα κι αφήνεται να παρασυρθεί από τα ρεύματα. Οπότε βγαίνει από τη μέση χωρίς να μάθει κανένας τίποτα. Νιώθει κάποια συμπόνια για τον σύζυγο. Αφού θα τον αφήσει χήρο, τουλάχιστον ας μη μάθει τι έκανε αυτή με τον Βίκτορ. Το κέρατο είναι λιγότερο βαρύ όταν δεν ξέρεις ότι το έχεις στο κεφάλι, να είσαι βέβαιος, σου το λέω εγώ».
Ο Ντένις είχε αναποδογυρίσει όλη την υπόθεση σαν να ήταν κάλτσα. Ο Μονρόι έπρεπε να παραδεχτεί ότι δεν είχε σκεφτεί την πιθανότητα να ήταν δύο ταυτόχρονες αυτοκτονίες αντί για δύο δολοφονίες.
«Σκέψου και κάτι ακόμα, Ελάδιο. Μπορεί να είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους μια διπλή αυτοκτονία κατόπιν συνεννόησης. Μου έχουν τύχει ήδη δύο τέτοιες περιπτώσεις. Καταστάσεις που σου ραγίζουν την καρδιά αν τις δεις από κοντά. Δεν συμβαίνει κάθε μέρα, αλλά υπάρχουν περιστατικά. Εραστές που δεν βρίσκουν άλλη διέξοδο. Υπάρχουν άτομα αρκετά ανόητα για να κάνουν κάτι τέτοιο».
«Και για τον Ναβάρο τι έχεις να μου πεις;»
«Έρχομαι σ’ αυτό», είπε ο Ντένις τεντώνοντας και το μεσαίο του δάχτυλο. Τώρα το πιστόλι είχε δύο κάννες. «Αφού λες ότι έκαναν έρευνες γι’ αυτόν, εντάξει, έκαναν. Σε πιστεύω, άλλωστε δεν είναι οι μοναδικοί. Έχω έναν φίλο στο Οικονομικό Έγκλημα που δεν μιλάει για τίποτα άλλο. Και οι άλλοι στην GOSP τον βλέπουν στον ύπνο τους κάθε βράδυ και ξυπνάνε βλαστημώντας το σόι του».
«Στην GOSP είπες;»
«Την ομάδα επιχειρήσεων ιδιωτικής ασφάλειας. Μήπως νομίζεις ότι εμείς δεν δουλεύουμε; Η αλήθεια είναι ότι μας βγαίνει ο κώλος. Αλλά για να τσακώσεις έναν τύπο από δαύτους, με τα νεφρά του τόσο καλά προστατευμένα και με τόσο υψηλές διασυνδέσεις παντού», ο Ντένις σήκωσε ακόμα πιο ψηλά το υποτιθέμενο πιστόλι του, δείχνοντας προς ένα σημείο όπου η εξουσία βρίσκεται τόσο ψηλά που γίνεται αόρατη, «πρέπει να συγκεντρώσεις πάρα πολλές αποδείξεις προτού πας στον εισαγγελέα. Δεν αρκούν οι ενδείξεις. Δεν αρκούν τα περιστασιακά αποδεικτικά στοιχεία. Ούτε οι μάρτυρες προσφέρουν κάτι, άσε που δεν υπάρχουν μάρτυρες, γιατί άλλο είναι να μιλάς σ’ ένα μπαρ και άλλο –πολύ διαφορετικό– να καταθέσεις σ’ ένα δικαστήριο. Σε τούτη τη χώρα τείνουμε περισσότερο προς το πρώτο παρά στο δεύτερο. Οπότε καταλήγουμε ότι, ναι, σίγουρα ο τύπος κάνει πολλές βρόμικες δουλειές. Αλλά αυτό δεν πάει να πει ότι έβαλε να καθαρίσουν δύο ανθρώπους. Δεν είναι στη ρώσικη μαφία, Ελάδιο. Ένας επιχειρηματίας στη Λας Πάλμας είναι. Εδώ λύνεις τα προβλήματα πιο εύκολα, πληρώνεις ή ασκείς πιέσεις. Δεν χρειάζεται να ξεπαστρέψεις κανέναν».
«Και τι έχεις να μου πεις για τα μηνυματάκια που μου έστειλε μέσω Μπαρόσο; Και για τους μπράβους;»
«Ακριβώς αυτό που σου είπα. Πρώτα προσπάθησε να σε δωροδοκήσει. Το δεύτερο ήταν για να σε ζορίσει. Ούτως ή άλλως, απ’ ό,τι μου είπες, οι δύο τύποι απλώς σε παρακολουθούσαν για να δουν τι κάνεις. Δεν νομίζω ότι σκόπευαν να σε επισκεφτούν».
Γι’ άλλη μία φορά ο Μονρόι αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι ακουγόταν πολύ λογική σκέψη. Ο αστυνόμος άνοιξε μια παρένθεση, αφήνοντας για λίγο το πιστόλι και ακουμπώντας τη γροθιά του, απαλά αλλά σταθερά, πάνω στο τραπέζι.
«Και μιας που το ’φερε η κουβέντα, την επόμενη φορά, κι εφόσον είσαι τόσο κοντά, μου ρίχνεις ένα τηλεφώνημα κι εγώ σου στέλνω κάποιον. Αλλά μην ξαναρχίσεις τις περιπέτειες, να κάνεις πάλι το παλικάρι σε στιλ “εγώ μπορώ μόνος μου”, γιατί από τέτοια πήραμε μεγάλη δόση τα τελευταία δύο χρόνια».
«Δηλαδή, εσείς τι θα κάνατε; Οι δύο τύποι δεν είχαν κάνει τίποτα. Το πολύ πολύ να τους ζητούσατε τα στοιχεία τους».
«Φυσικά. Τουλάχιστον θα ξέραμε τα στοιχεία τους. Τώρα το μόνο που ξέρουμε είναι ότι έχουν ένα τέσσερα επί τέσσερα και επιπλέουν στη θάλασσα. Γιατί, μέσα σ’ όλα αυτά, δεν έκανες καν τον κόπο να σημειώσεις τον αριθμό κυκλοφορίας. Ή μήπως τον σημείωσες;»
Βλακεία του Μονρόι. Το παραδέχτηκε σκύβοντας το κεφάλι. Ο Ντένις άνοιξε πάλι το χέρι του, τεντώνοντας τώρα τέσσερα δάχτυλα.
«Ας δεχτούμε αυτό που λες, ότι ο Ναβάρο έχει θυμώσει επειδή σκαλίζεις τις δουλειές του. Αλλά, επαναλαμβάνω, αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος σκότωσε τα δύο άτομα. Ούτε αποδεικνύει ποιος τους σκότωσε. Ούτε τον έναν από τους δύο ούτε και τους δύο. Λοιπόν, αν πράγματι κάποιος τους σκότωσε, ειδικά τη γυναίκα, που μου φαίνεται πιο εύκολη υπόθεση, εγώ δεν θα υποψιαζόμουν τον Ναβάρο».
«Αν όχι ο Ναβάρο, τότε ποιος;»
Τώρα ο Ντένις άνοιξε και το μικρό του δάχτυλο κι έδειξε στον Μονρόι την τριχωτή πλευρά του χεριού του, στην ανάστροφη της παλάμης.
«Ο σύζυγος».
«Ο σύζυγος;»
«Απλή στατιστική, Ελάδιο. Στις περισσότερες ανθρωποκτονίες ο δολοφόνος είναι κοντινό πρόσωπο, συχνά μέλος της οικογένειας. Αν πρόκειται για γυναικοκτονία, σχεδόν πάντοτε είναι ο σύζυγος, κάποιος ερωτικός σύντροφος, ένας πρώην».
«Δεν βλέπω να ταιριάζει εδώ».
«Γιατί όχι; Εξάλλου τον κεράτωνε».
«Ναι, αλλά αυτός δεν το ήξερε. Δεν υπάρχει ιστορικό κακομεταχείρισης, απ’ όσο γνωρίζω τουλάχιστον. Και φαίνεται ότι τα πήγαιναν πολύ καλά. Δεν είναι τέτοια ιστορία».
Ο Ντένις τον κοίταξε με ένα ύφος πολύ κοντά σε πατερναλισμό, με μάτια που έδειχναν ότι έχουν καταγράψει άπειρες δυσάρεστες εικόνες. Τον κοίταζε αρκετή ώρα έτσι, από την άλλη πλευρά της ζωής, την πλευρά με τις μαχαιρωμένες γυναίκες, με γυναίκες τσακισμένες στο ξύλο, στραγγαλισμένες, χτυπημένες από αυτοκίνητα, πεταμένες σε γκρεμούς από άντρες που είχαν ορκιστεί ότι θα τις αγαπούν για πάντα.
«Δεν είναι τέτοια ιστορία, απ’ όσο εσύ ξέρεις. Αλλά τα πράγματα συχνά δεν είναι όπως φαίνονται. Φαντάσου ένα άλλο σενάριο, λόγου χάρη. Η Μάιτε Δίας, όπως σου είπα πριν, πάει να δει τον Βίκτορ και τον βρίσκει σαν γουρούνι έτοιμο να γίνει λουκάνικα. Γίνεται κουρέλι. Πάει σπίτι και τα λέει όλα στον άντρα της. Φαντάσου ότι ο τύπος δεν είναι χαζός, είναι ένα κάθαρμα με απόλυτη ψυχραιμία και λιγότερους ενδοιασμούς από διευθυντή τράπεζας. Της λέει εντάξει, δεν τρέχει τίποτα, ας πάνε να κάνουν μια βουτιά και να σκεφτούν κάποια λύση. Ενώ είναι και οι δύο μέσα στη φουρτούνα, αρκεί απλώς να της κρατήσει το κεφάλι κάτω από το νερό ώσπου να πάψει να αναπνέει. Μετά επιστρέφει στο σπίτι, στεγνώνει, ντύνεται και παίζει το θέατρο του καλού συζύγου που ανησυχεί. Σε διαβεβαιώνω ότι υπάρχουν καθάρματα ικανά να τα κάνουν όλα αυτά και ακόμα περισσότερα».
Φαντάσου ότι ο τύπος δεν είναι χαζός, είναι ένα κάθαρμα με απόλυτη ψυχραιμία και λιγότερους ενδοιασμούς από διευθυντή τράπεζας. Της λέει εντάξει, δεν τρέχει τίποτα, ας πάνε να κάνουν μια βουτιά και να σκεφτούν κάποια λύση. Ενώ είναι και οι δύο μέσα στη φουρτούνα, αρκεί απλώς να της κρατήσει το κεφάλι κάτω από το νερό ώσπου να πάψει να αναπνέει. Μετά επιστρέφει στο σπίτι, στεγνώνει, ντύνεται και παίζει το θέατρο του καλού συζύγου που ανησυχεί.
Υπήρξε μια σιωπή στη διάρκεια της οποίας ο Μονρόι ζύγιζε αυτή την πιθανότητα. Η στατιστική ήταν υπέρ του Ντένις, αλλά το δικό του ραντάρ, εκείνη η όσφρηση για το ψέμα που σχεδόν ποτέ δεν τον είχε προδώσει, του έλεγε ότι ο πόνος του Ρόμπερτ ήταν αληθινός. Ο Ντένις, ωστόσο, ήταν σίγουρος.
«Θα είναι δύσκολο να βρεθούν αποδείξεις, αλλά μπορώ να βάλω κάποιον να ασχοληθεί με την υπόθεση. Αν καταφέρουμε να ταιριάξουμε τα κομμάτια, μπορεί να χρειαστεί απλώς να καταρρεύσει ο τύπος και να κελαηδήσει μόνος του».
Στον Μονρόι δεν άρεσε καθόλου η ιδέα να ρίξει τα σκυλιά του Ντένις στον χήρο. Αρκετά ζόρια είχε ο κακομοίρης. Τον φαντάστηκε, την ίδια εκείνη στιγμή, να τρώει το πρωινό του στην κουζίνα, που ήταν πολύ μεγάλη για εκείνον μόνο του, κοιτάζοντας το κενό που είχε αφήσει η Μάιτε Δίας.
«Όχι, Ντένις. Δεν είναι αυτό. Είμαι σίγουρος».
Ο αστυνόμος σήκωσε τα φρύδια.
«Σίγουρος;»
«Ναι, σίγουρος».
«Τότε μπορεί να μην είναι τίποτα. Μπορεί απλώς να ήταν μια κοινή αυτοκτονία, συμφωνημένη από πριν. Ή μια αυτοκτονία που προκλήθηκε από την πρώτη. Ή μπορεί να ήταν πράγματι ατύχημα, μια κράμπα, ένα κύμα που δεν το περιμένεις, μια επιπλοκή της χώνεψης, ξέρω κι εγώ…
Αλλά για μένα είναι ξεκάθαρο ότι είναι απίθανη μια συνωμοσία, και μου φαίνεται ακόμα λιγότερο πιθανό να είναι μπλεγμένος ο Ναβάρο».
«Γιατί το θεωρείς τόσο απίθανο;»
«Επειδή δεν είναι το στιλ του. Είναι πολύ έξυπνος για να χωθεί σε κάτι τόσο χοντρό χωρίς να δοκιμάσει πρώτα άλλες μεθόδους. Ρώτα όποιον θέλεις. Έχει εξαγοράσει το μισό νησί. Μοιράζει επιταγές παντού, μοιράζει δουλειές και εργολαβίες δεξιά κι αριστερά. Όποιον δεν μπορεί να τον εξαγοράσει τον ρίχνει στα νύχια των δικηγόρων του. Και έχει κάμποσους από δαύτους, πολλούς και πανάκριβους. Σαν ένα τελευταίο στάδιο μπορεί να σου στείλει κάποιον να σου κάνει μια επίσκεψη και να σε φοβερίσει. Απ’ όσο ξέρω, το έχει κάνει με κάποιο συνδικαλιστή, με πρώην υπαλλήλους του που σκόπευαν να του κάνουν μήνυση ή να καταγγείλουν περίεργες κινήσεις του. Αλλά να διατάξει δύο δολοφονίες, οι οποίες –αν είναι πράγματι δολοφονίες– είναι τόσο καλά εκτελεσμένες, είναι κάτι που δεν περιλαμβάνεται στο στιλ του. Ούτε στις δυνατότητές του.
Κι εσύ ο ίδιος μόλις μου είπες ότι οι μπράβοι του Ναβάρο είναι ερασιτέχνες. Εξάλλου, υπάρχει κάτι τελευταίο που δεν το παρατήρησες».
«Φώτισέ με».
«Μετά χαράς. Σύμφωνα με τη θεωρία σου, σκοτώνουν τον Μπαρόσο με τρόπο ώστε να φαίνεται καθαρή αυτοκτονία. Κάποιος τον ακινητοποιεί, τον μπουκώνει με βαρβιτουρικά, τον χώνει στην μπανιέρα, του κόβει τις φλέβες και τον κρατάει μέχρι να χάσει τις αισθήσεις του και να πεθάνει από αιμορραγία. Αυτό είναι δύσκολο να το κάνεις χωρίς να ουρλιάζει ο τύπος και να τον πάρουν χαμπάρι οι γείτονες. Και ακόμα πιο δύσκολο είναι να μην αφήσεις σημάδια για τη νεκροψία. Τέλος πάντων, ας το δεχτούμε. Μετά, τη Μάιτε την πνίγουν χωρίς κανένας να υποψιαστεί ότι πρόκειται για δολοφονία. Δύο εγκλήματα βγαλμένα από εγχειρίδιο δολοφόνων, τέλειοι φόνοι, σχεδόν ανέφικτοι. Για να το κάνεις αυτό πρέπει να είσαι και γαμώ τους επαγγελματίες, το Τσακάλι ή ο Χάνιμπαλ Λέκτερ».
«Αυτό σε παραξενεύει;»
«Όχι, όχι αυτό. Με παραξενεύει το ότι αν αυτός που το έκανε είναι τόσο έξυπνος, γιατί να τους σκοτώσει και τους δύο την ίδια μέρα, με τόσο λίγες ώρες διαφορά, και μάλιστα δύο άτομα που γνωρίζονται μεταξύ τους και όλος ο κόσμος το ξέρει; Αυτό δεν μου κάθεται καθόλου καλά στην όλη ιστορία. Αν ο δολοφόνος σου είναι τόσο έξυπνος, γιατί κάνει τσαπατσουλιές της τελευταίας στιγμής;»

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Γιατί αυτοκτόνησε ο Βίκτορ, ο μικρότερος γιος του Ερνέστο Μπαρόσο; Θέλοντας να βοηθήσει τον ηλικιωμένο πατέρα που βασανίζεται από αυτό το ερώτημα, ο Ελάδιο Μονρόι πείθεται να ρίξει μια ματιά στην υπόθεση. Σύντομα θα διαπιστώσει ότι η επίσημη αιτία της αυτοκτονίας δεν έχει λογική, αλλά και ότι η αληθινή αιτία κρύβει σοβαρούς κινδύνους. Εν έτει 2012, την ώρα που ξεσπούν μεγάλα σκάνδαλα στην Ισπανία, η οποία βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και χιλιάδες διαδηλωτές πλημμυρίζουν τους δρόμους και τις πλατείες, ο πρώην ναυτικός ξεχύνεται πάλι στην πρωτεύουσα των Καναρίων Νήσων, αναστατώνοντας τους πάντες και απειλώντας να ξεσκεπάσει σκοτεινά μυστικά ισχυρών ανθρώπων.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Αλέξις Ραβέλο (Alexis Ravelo) γεννήθηκε το 1971 στις Κανάριες Νήσους και κατέχει εξέχουσα θέση στη σύγχρονη ισπανική λογοτεχνία, έχοντας γράψει πολλά μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, σενάρια, θεατρικά έργα, βιβλία για παιδιά, ακόμα και ένα λιμπρέτο όπερας. Το 2006 κυκλοφόρησε το Τρεις κηδείες για τον Ελάδιο Μονρόι (Tres funerales para Eladio Monroy / Τόπος 2023), με το οποίο εγκαινίασε μια σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τα εξής: Μόνο τους πεθαμένους (Solo los muertos / Τόπος 2023), Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση (Los tipos duros no leen poesía / Τόπος 2024), Πέθανε με το πάσο σου (Morir despacio / Τόπος 2025), El peor de los tiempos (Η χειρότερη εποχή) και Si no hubiera mañana (Σαν να μην υπάρχει αύριο). Μεγάλη επιτυχία γνώρισε το μυθιστόρημά του Η στρατηγική του πεκινουά (La estrategia del pequinés, 2013), το οποίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο και απέσπασε το Βραβείο Dashiell Hammett. Ακολούθησαν και άλλα μυθιστορήματα, επίσης στην κατηγορία των «σκληρών αστυνομικών»: La última tumba (Ο τελευταίος τάφος, Βραβείο Μαύρου Μυθιστορήματος Ciudad de Getafe), Las flores no sangran (Τα λουλούδια δεν ματώνουν, Βραβείο Valencia Negra, 2014), το οποίο μεταφράστηκε στα γαλλικά, El viento y la sangre (Ο άνεμος και το αίμα, με το ψευδώνυμο M. A. West), La ceguera del cangrejo (Η τυφλότητα του καβουριού, Βραβείο Acción Cívica en Defensa de las Humanidades), Un tío con una bolsa en la cabeza (Ένας τύπος με μια σακούλα στο κεφάλι). Το 2021 ο Ραβέλο τιμήθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος Café Gijón για το Los nombres prestados (Τα δανεικά ονόματα) και το 2022 με τα βραβεία Rana και Bruma Negra ως αναγνώριση της πορείας του. Ο συγγραφέας έφυγε αιφνίδια από τη ζωή στις 30 Ιανουαρίου 2023 από καρδιακή προσβολή, βυθίζοντας στο πένθος τις Κανάριες Νήσους.




















