
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Χέρμαν Έσσε [Hermann Hesse] «Ροσχάλντε» (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου), το οποίο κυκλοφορεί στις 8 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
«Ευτυχισμένος είναι αυτός που έχει ελπίδα!» αναφώνησε με έμφαση ο Μπούρκχαρτ. «Εσύ σε τι έχεις να ελπίζεις; Ούτε καν στις εξωτερικές επιτυχίες, τις τιμές και τα λεφτά· όλα αυτά τα έχεις ήδη, και με το παραπάνω. Να πάρει η ευχή, έχεις ξεχάσει τι θα πει ζωή, τι θα πει χαρά! Είσαι ικανοποιημένος επειδή έχεις πάψει να ελπίζεις! Το κατανοώ, δε λέω, αλλά είναι φριχτή αυτή η κατάσταση, Γιόχαν, είναι ένα κακό απόστημα, κι όποιος έχει κάτι τέτοιο και δεν τολμάει να το σπάσει είναι δειλός».
[…]
Τότε σηκώθηκε όρθιος και ο ζωγράφος, αλλά αδύναμα, χωρίς σφρίγος.
«Ωραία, λοιπόν, αφού αυτό θέλεις ν’ ακούσεις, έχεις δίκιο», είπε κουρασμένα. «Μ’ έχεις υπερεκτιμήσει, δεν είμαι πια τόσο νέος ούτε και τόσο εύθικτος. Επιπλέον, δεν έχω τόσους φίλους ώστε να με παίρνει να τους σπαταλάω. Μόνο εσένα έχω. Κάτσε λοιπόν κάτω και πιες άλλο ένα ποτήρι κρασί. Δεν το βρίσκεις στις Ινδίες τέτοιο κρασί, και μάλλον ούτε πολλούς φίλους που ν’ ανέχονται την ξεροκεφαλιά σου θα βρεις εκεί πέρα».
Ο Μπούρκχαρτ τον χτύπησε απαλά στον ώμο και του είπε, σχεδόν θυμωμένος: «Έλα, αγόρι μου, μην αρχίζουμε τους συναισθηματισμούς – ιδίως όχι τώρα! Πες μου τι έχεις να μου προσάψεις, γιατί μετά πρέπει να συνεχίσουμε την κουβέντα μας».
«Μα δεν έχω να σου προσάψω απολύτως τίποτα! Είσαι τελείως άμεμπτος, Όττο, σ’ αυτό δεν χωράει αμφιβολία. Κοντά είκοσι χρόνια τώρα με βλέπεις να βουλιάζω, με παρακολουθείς με βλέμμα φιλικό, κι ίσως με λίγη θλίψη, να χάνομαι σιγά-σιγά στο τέλμα, και ποτέ σου δεν είπες απολύτως τίποτα ούτε με ταπείνωσες προσφέροντάς μου, φέρ’ ειπείν, τη βοήθειά σου. Με βλέπεις τόσα χρόνια να κουβαλάω μαζί μου κάθε μέρα το κυάνιο, παρατηρώντας με ευαρέσκεια ότι ποτέ δεν το ’πια κι ότι στο τέλος μάλιστα το πέταξα. Και τώρα, που είμαι τόσο βαθιά βουτηγμένος στο βούρκο ώστε να μου είναι αδύνατον να βγω, εσύ θυμήθηκες ν’ αρχίσεις τις επιπλήξεις και τις νουθεσίες…»
Κοίταζε απαρηγόρητος μπροστά του με μάτια κατακόκκινα, κι ο Όττο, που πήγε να βάλει άλλο ένα ποτήρι κρασί αλλά βρήκε το μπουκάλι άδειο, συνειδητοποίησε ότι ο Βέραγκουτ το είχε αδειάσει μόνος του σ’ αυτή τη λίγη ώρα.
Κοίταζε απαρηγόρητος μπροστά του με μάτια κατακόκκινα, κι ο Όττο, που πήγε να βάλει άλλο ένα ποτήρι κρασί αλλά βρήκε το μπουκάλι άδειο, συνειδητοποίησε ότι ο Βέραγκουτ το είχε αδειάσει μόνος του σ’ αυτή τη λίγη ώρα.
Ο ζωγράφος ακολούθησε το βλέμμα του και γέλασε βροντερά.
«Ω, με συγχωρείς!» του φώναξε δυνατά. «Ναι, είμαι λίγο μεθυσμένος, μην παραλείψεις να μου το κοπανήσεις κι αυτό. Μια φορά κάθε λίγους μήνες μού συμβαίνει να μεθύσω – έτσι, για να πάρω λίγο τα πάνω μου, ξέρεις τώρα…» Ακούμπησε βαριά τα δυο του χέρια στους ώμους του φίλου του και, με φωνή σπασμένη, του είπε με παράπονο: «Βλέπεις, αγόρι μου, το κυάνιο και το κρασί κι όλα αυτά θα ήταν αχρείαστα αν είχε προσπαθήσει κάποιος να με βοηθήσει έστω λίγο! Εσύ γιατί μ’ άφησες να φτάσω σε τέτοιο σημείο ώστε τώρα να ζητιανεύω λίγη καλοσύνη και αγάπη; Η Αντέλε δεν μ’ άντεξε, ο Άλμπερτ έχει αποξενωθεί τελείως, ο Πιερ θα μ’ εγκαταλείψει κι αυτός μια μέρα – κι εσύ καθόσουν λίγο παραδίπλα παρακολουθώντας αμέτοχος. Δεν μπορούσες να κάνεις κάτι; Δεν είχες ούτε λίγη βοήθεια να μου δώσεις;»
Η φωνή του ζωγράφου ράγισε, και σωριάστηκε πάλι στην καρέκλα του. Ο Μπούρκχαρτ είχε γίνει κάτωχρος. Τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα απ’ όσο νόμιζε! Ένας τόσο περήφανος, σκληρός άνθρωπος να παρασύρεται από λίγα ποτηράκια κρασί και να παραδέχεται, δίχως την παραμικρή αντίσταση, την κρυφή του δυστυχία και την αθλιότητα της ζωής του! Στάθηκε δίπλα στον Βέραγκουτ και του μίλησε σιγανά στ’ αυτί, σαν να ήταν μικρό παιδί που χρειαζόταν παρηγοριά.
«Θα σε βοηθήσω, Γιόχαν, πίστεψέ με, θα σε βοηθήσω. Φέρθηκα σαν γαϊδούρι μέχρι τώρα, ήμουν τυφλός κι ανόητος! Άκου, όλα θα πάνε καλά, να είσαι βέβαιος γι’ αυτό!»
Θυμόταν κάποιες σπάνιες στιγμές απ’ τα νεανικά τους χρόνια, όταν σε καταστάσεις μεγάλης πίεσης ο φίλος του παραφερόταν. Και τώρα του είχε έρθει με εκπληκτική ενάργεια στο μυαλό μια τέτοια περίσταση, που τόσον καιρό κοιμόταν βαθιά στη μνήμη του. Ο Γιόχαν έβγαινε τότε με μια όμορφη φοιτήτρια των καλών τεχνών, για την οποία ο Όττο εκφράστηκε κάποια στιγμή απαξιωτικά, με αποτέλεσμα ο Βέραγκουτ να του κόψει την καλημέρα. Και τότε ο ζωγράφος είχε εξερεθιστεί δυσανάλογα πίνοντας λίγο κρασί, και τότε είχε μάτια κατακόκκινα κι είχε χάσει τον έλεγχο της φωνής του. Ο φίλος του ταράχτηκε πολύ που έβλεπε να επιστρέφουν με τόσο παράξενο τρόπο ξεχασμένες συμπεριφορές από ένα φαινομενικά ανέφελο παρελθόν, και ένιωσε πάλι, όπως και τότε, να τον τρομάζει η αποκάλυψη της αβυσσαλέας μοναξιάς και του ψυχικού αυτομαστιγώματος του φίλου του. Αυτό ήταν αναμφίβολα το μυστικό στο οποίο αναφερόταν υπαινικτικά κατά καιρούς ο Γιόχαν, και το οποίο εκείνος υπέθετε πως κρυβόταν στην ψυχή κάθε μεγάλου καλλιτέχνη. Από κει πήγαζε επομένως η ακόρεστη δίψα αυτού του άντρα για δημιουργία, η ανάγκη του να προσλαμβάνει κάθε φορά εκ νέου τον κόσμο με τις αισθήσεις του, και να τον τιθασεύει. Από κει πήγαζε, εντέλει, και η παράξενη θλίψη με την οποία πλημμύριζαν συχνά τον βουβό θεατή τους τα μεγάλα έργα τέχνης.
Ήταν λες και ο Όττο δεν είχε κατανοήσει ποτέ απόλυτα τον φίλο του μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μα τώρα κοίταζε βαθιά στο σκοτεινό πηγάδι απ’ το οποίο αρδευόταν με δυνάμεις, μα και με βάσανα, η ψυχή του Γιόχαν. Και συνάμα αισθανόταν βαθιά μέσα του μια παρήγορη ικανοποίηση που ο δυστυχισμένος άντρας είχε επιλέξει ν’ ανοιχτεί σ’ εκείνον, στον παλιό του φίλο, εκείνον είχε κατηγορήσει κι από κείνον είχε ζητήσει βοήθεια.
Ο Βέραγκουτ δεν φαινόταν να έχει πια συναίσθηση όσων είχε πει. Καθόταν εκεί, μερωμένος, σαν παιδί που ξέδωσε πια, και στο τέλος είπε με καθαρή φωνή: «Αυτή τη φορά στάθηκες άτυχος μαζί μου. Φταίει που τον τελευταίο καιρό δεν δουλεύω καθημερινά. Έχουν ξεκουρντιστεί τα νεύρα μου. Δεν τις αντέχω πια τις καλές μέρες».
Κι όταν ο Μπούρκχαρτ πήγε να τον εμποδίσει ν’ ανοίξει το δεύτερο μπουκάλι, του είπε: «Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να με πάρει ο ύπνος. Ένας θεός ξέρει γιατί είμαι τόσο τσιτωμένος! Έλα λοιπόν να πιούμε λίγο ακόμα, παλιά δεν είχες τέτοιες αναστολές. – Α, για το καλό μου το λες! Θα συνέλθω, είμαι μαθημένος. Το προσεχές διάστημα θα πιάνω δουλειά στις έξι το πρωί, και κάθε βράδυ θα κάνω μια ώρα ιππασία».
Έτσι, οι δύο φίλοι έμειναν μαζί ως τα μεσάνυχτα περίπου. Ο Γιόχαν ανασκάλευε φλυαρώντας αναμνήσεις από τα παλιά, κι ο Όττο τον άκουγε, βλέποντας με σχεδόν απρόθυμη ευχαρίστηση να κλείνουν και να γαληνεύουν πάλι τα νερά του πηγαδιού, εκεί όπου μέχρι πριν λίγο έχασκε μπροστά του μια σκοτεινή άβυσσος.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ο Γιόχαν Βέραγκουτ είναι ένας επιτυχημένος και πλούσιος ζωγράφος, αλλά δυστυχεί, και αυτός και η σύζυγός του η Αντέλε, σ’ έναν γάμο χωρίς αγάπη. Οι δυο τους ζουν ουσιαστικά χωριστά στην όμορφη εξοχική κατοικία τους, το Ροσχάλντε. Εκείνη στην κυρίως έπαυλη, εκείνος απομονωμένος στο υποστατικό που έχει μετατρέψει σε ατελιέ – δυο ξένοι που τους κρατούν ενωμένους μόνο οι συμβάσεις και η αγάπη για τον μικρότερο γιο τους, τον Πιερ. Η αδυναμία του Γιόχαν στον μικρό του γιο και ο φόβος του μήπως χάσει κάθε σταθερότητα στη ζωή του τον κρατούν αιχμάλωτο στο Ροσχάλντε. Ώσπου η μοίρα χτυπά μ’ έναν απροσδόκητο τρόπο την πόρτα του...
Ένα μυθιστόρημα σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό, όπου ο νομπελίστας Χέρμαν Έσσε διοχετεύει τη θλίψη από τον δικό του αποτυχημένο γάμο, θέτοντας ταυτόχρονα ένα ευρύτερο ερώτημα: Μπορεί ένας καλλιτέχνης, ένας στοχαστής, να ζήσει όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι, με τις χαρές και τις λύπες μιας συνηθισμένης ζωής, ή είναι καταδικασμένος στην παντοτινή μοναξιά της δημιουργίας;
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Χέρμαν Έσσε γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου του 1877 στην Καλβ της Βιρτεμβέργης. Ο πατέρας του ήταν ιεραπόστολος και ο παππούς του από την πλευρά της μητέρας του γνωστός ινδολόγος. Ξεκίνησε να εργάζεται ως βιβλιοπώλης, δημοσιεύοντας παράλληλα τα πρώτα του ποιήματα και πεζά και αρθρογραφώντας σε εφημερίδες. Το 1904 το μυθιστόρημα Πέτερ Κάμεντσιντ του χάρισε την αναγνώριση και την ευκαιρία να ζήσει στο εξής αποκλειστικά από τη συγγραφή. Υπήρξε ένας από τους δημοφιλέστερους και πλέον αναγνωρισμένους Γερμανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα. Το έργο του έχει μεταφραστεί σε 70 γλώσσες. Στα γνωστότερα μυθιστορήματά του συγκαταλέγονται τα Σιντάρτα, Ο Λύκος της Στέπας, Ντέμιαν και Νάρκισσος και Χρυσόστομος. Το 1946 ο Έσσε τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Ελβετία, όπου και πέθανε, στις 9 Αυγούστου του 1962, στο σπίτι του στη Μοντανιόλα.






















