
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ντόρις Λέσινγκ [Doris Lessing] «Η καλή τρομοκράτισσα» σε νέα μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, το οποίο κυκλοφορεί στις 24 Σεπτεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Το μαγαζί είχε χώρο για οχτώ με δέκα τραπέζια, βαλμένα στριμωχτά, πράγμα που για τους πελάτες σήμαινε αναγκαστική οικειότητα, τόσο μεγάλη που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμα και στενότητα. Αυτή την ώρα της ημέρας, οι θαμώνες ήταν στην πλειονότητά τους άντρες. Δύο γυναίκες κάθονταν μαζί. Στην αρχή φάνηκαν στην Άλις μεσήλικες, εξαιτίας της αταραξίας και της ηρεμίας τους, έπειτα όμως είδε πως ήταν αρκετά νέες, αλλά σχεδόν εξουθενωμένες από την κούραση – μάλλον καθαρίστριες που είχαν τελειώσει την πολύ πρωινή βάρδιά τους στα τοπικά γραφεία. Στον πάγκο, η Άλις ζήτησε ένα τσάι και, απολογητικά, φρυγανισμένο ψωμί σικάλεως, παίρνοντας γι' απάντηση –μάλλον από τη γυναίκα του Φρεντ, αν η Άλις έκρινε από τον ιδιοκτησιακό της αέρα– ότι το κατάστημα δεν σέρβιρε ψωμί σικάλεως. Πήρε τον δίσκο που είχε πάνω του το τσάι, τις φέτες του φρυγανισμένου, υπερβολικά βουτυρωμένου άσπρου ψωμιού κι ένα κέικ με σταφίδες και αναζήτησε με το βλέμμα μια θέση να καθίσει. Προτού το κάνει, και ως παραχώρηση στην υγεία της, ξαναγύρισε στην μπάρα και πήρε ένα χυμό πορτοκάλι. Έχοντας επιθεωρήσει το σκηνικό, ήταν σαφές πως η καλύτερη επιλογή της ήταν να καθίσει με τις δύο γυναίκες, πράγμα που έκανε.
Έτρωγαν και οι δύο ψωμί με βούτυρο κι έπιναν πηχτό σαν λάσπη καφέ, καθισμένες στη χαλαρή, παραδομένη στάση γυναικών που ξεκουράζονται ενσυνείδητα, έχοντας κολλημένα στα πρόσωπά τους αόριστα, καλοπροαίρετα χαμόγελα τα οποία έστρεψαν στην Άλις σαν ασπίδες. Ήταν φανερό ότι δεν ήθελαν να μιλάνε, μόνο να κάθονται.
Το αλάτι της γης! έλεγε ευσυνείδητα η Άλις στον εαυτό της, παρακολουθώντας τη σκηνή με τους εργάτες να φορτώνουν τον οργανισμό τους με καύσιμα για μια μέρα σκληρής δουλειάς, καταναλώνοντας πιάτα με αβγά, πατάτες, λουκάνικα, τηγανητό ψωμί, φασόλια με σάλτσα – τα πάντα. Χοληστερόλη, σκέφτηκε απελπισμένα η Άλις, και όλοι τους φαίνονται άρρωστοι! Πράγματι, η όψη αυτών των ανθρώπων ήταν κιτρινιάρικη και λιγδιασμένη, θυμίζοντας λίπος από μπέικον, ή μισοψημένες τηγανητές πατάτες. Στις τσέπες τους, ή πάνω στα τραπέζια τους, απλωμένες για διάβασμα, είχαν εφημερίδες, τη Sun και τη Mirror. Όλοι τους λούμπεν προλεταριάτο, σκέφτηκε η Άλις, ανακουφισμένη που δεν ήταν υποχρεωμένη να τους θαυμάζει. Χτίστες ή εργάτες οδοποιίας, ίσως ακόμα και ελεύθεροι επαγγελματίες, σίγουρα πάντως όχι αυτοί που θα έσωζαν τη Βρετανία από τον εαυτό της!
Είχε ωραία κατσαρά μαλλιά, τις άκουγε η Άλις να σκέφτονται, γιατί όμως δεν έκανε το παραμικρό για να τα περιποιηθεί; Ήταν σκονισμένα! Και τι κρίμα που κυκλοφορούσε μ' αυτό το βαρύ, στρατιωτικό μπουφάν που ήταν σαν αντρικό! Και αυτό σκονισμένο!
Η Άλις βολεύτηκε για να απολαύσει το πεντανόστιμο, αλειμμένο με βούτυρο ψωμί της, και σύντομα ένιωσε καλύτερα. Μη θέλοντας στην πραγματικότητα τον ξινό χυμό πορτοκαλιού, ανάγκασε τον εαυτό της να τον πιει γουλιά γουλιά ανάμεσα σε κούπες πικρό τσάι. Οι δύο γυναίκες την παρακολουθούσαν με την αποστασιοποιημένη προσοχή που θα έδιναν στα ενδιαφέροντα ήθη μιας ξένης, αφομοιώνοντας τα πάντα σχετικά με το άτομό της χωρίς να φαίνεται ότι το έκαναν. Είχε ωραία κατσαρά μαλλιά, τις άκουγε η Άλις να σκέφτονται, γιατί όμως δεν έκανε το παραμικρό για να τα περιποιηθεί; Ήταν σκονισμένα! Και τι κρίμα που κυκλοφορούσε μ' αυτό το βαρύ, στρατιωτικό μπουφάν που ήταν σαν αντρικό! Και αυτό σκονισμένο! Και δες τα χέρια της, δεν έκανε καν τον κόπο να κρατάει τα νύχια της καθαρά! Αφού την καταδίκασαν κι έχασαν το ενδιαφέρον τους, οι δυο γυναίκες σηκώθηκαν με κόπο κι έφυγαν, αποχαιρετώντας με φωνές τη γυναίκα πίσω απ' τον πάγκο. «Γεια και χαρά, Λιζ». «Τα λέμε αύριο, Μπέτι».
Οι γυναίκες έρχονταν εδώ κάθε πρωί έπειτα από την τρίωρη ή τετράωρη βάρδιά τους στα γραφεία. Οι άντρες σταματούσαν κι αυτοί κάθε πρωί εδώ, πηγαίνοντας στη δουλειά. Η Άλις έβλεπε ότι όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους – το καφέ ήταν γι' αυτούς κάτι σαν λέσχη. Τελείωσε γρήγορα το φαγητό της κι έφυγε. Έξω από το περίπτερο της γωνίας, είδε ότι μια τρίτη γυναίκα είχε έρθει να προστεθεί στην παρέα των δύο με τις οποίες είχε καθίσει στο καφέ. Φορούσαν κι οι τρεις άκομψα, σαν σακιά παντελόνια, μπλούζες και ζακέτες και κρατούσαν βαριές σακούλες. Τα σύνεργα της δουλειάς. Στέκονταν μαζί κουτσομπολεύοντας, πιάνοντας όσο λιγότερο χώρο γινόταν, γιατί τώρα το μεγάλο πρωινό ρεύμα των ανθρώπων που έσπευδαν στη δουλειά γέμιζε τα πεζοδρόμια.
Ήταν ακόμη πολύ νωρίς. Μόλις μερικά λεπτά μετά τις οχτώ. Ήταν η ώρα που η μητέρα της έπαιρνε το μπάνιο της, κι αν η Άλις πήγαινε τώρα εκεί, θα μπορούσε να μπει αθόρυβα μέσα και να ετοιμάσει τον καφέ, κάνοντάς της έκπληξη όταν κατέβαινε με τη ρόμπα της στην κουζίνα. Μετά, οι δυο τους θα κάθονταν παρέα στο μεγάλο τραπέζι και θα έτρωγαν το μούσλι τους και θα έπιναν τον καφέ τους. Η Ντόροθι θα διάβαζε τους Times της, κι εκείνη την Guardian. Στο σπίτι της μητέρας της παραδίδονταν καθημερινά τρεις εφημερίδες, οι Times, η Guardian και η Morning Star, και τα Σάββατα η Socialist Worker, οι δύο τελευταίες για εκείνη και τον Τζάσπερ. Ο Τζάσπερ έλεγε ότι διάβαζε τη Worker επειδή έπρεπε να ξέρει κανείς τι σκάρωναν οι αντίπαλοι· η Άλις όμως ήξερε ότι είχε κρυφές τάσεις προς τον τροτσκισμό. Όχι πως αυτό την πείραζε, αφού πίστευε ότι οι σοσιαλιστές όλων των τάσεων έπρεπε να ενωθούν για το κοινό καλό.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η Άλις με τον Τζάσπερ εντοπίζουν ένα ερειπωμένο σπίτι στο Λονδίνο που θα στεγάσει το κοινόβιό τους. Μαζί με τους συντρόφους τους, προσπαθούν να το συμμαζέψουν, ενώ ταυτόχρονα οι ιδεολογικές και πολιτικές συζητήσεις τους δίνουν και παίρνουν. Η εξέγερση, η ένοπλη πάλη, η τρομοκρατία φαντάζουν πράγματα πολύ ελκυστικά γι’ αυτή την ομάδα των «ερασιτεχνών επαναστατών» με την αστική καταγωγή. Όσο, όμως, το παιχνίδι σοβαρεύει, και ανθρώπινες ζωές μπαίνουν σε κίνδυνο, η Άλις θα πρέπει ν’ αποφασίσει μέχρι πού είναι διατεθειμένη να φτάσει. Κι αν τελικά είναι, όντως, μια καλή τρομοκράτισσα…
Εμπνευσμένη από τη δική της θητεία στην Αριστερά, το πολιτικό και οικονομικό κλίμα της θατσερικής Αγγλίας, καθώς και τη δράση του IRA τη δεκαετία του ’80, η νομπελίστρια Ντόρις Λέσινγκ δημιουργεί ένα πολύπλευρο, εύστοχο και αδιόρατα ειρωνικό μυθιστόρημα για τα όρια ανάμεσα στο προσωπικό και το πολιτικό, τη στράτευση και τον εξτρεμισμό.
Λίγα λόγια για την συγγραφέα
Η Doris Lessing γεννήθηκε το 1919 στην Περσία από Βρετανούς γονείς και μεγάλωσε στη Νότια Αφρική. Υπήρξε μία από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Το 2001 τιμήθηκε με το βραβείο David Cohen για τη συνολική προσφορά της στη βρετανική λογοτεχνία. Το 2007 της απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Οι Times την κατέταξαν πέμπτη στη λίστα με τους 50 σπουδαιότερους Βρετανούς συγγραφείς από το 1945 και μετά. Πέθανε το 2013.






















