
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Κλερ Κίγκαν [Claire Keegan] «Πολύ αργά πια» (μτφρ. Μαρτίνα Ασκητοπούλου), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 7 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Την Παρασκευή, 29 Ιουλίου, το Δουβλίνο ήταν όπως ακριβώς είχε πει το δελτίο καιρού. Όλο το πρωί, ένας θρασύτατος ήλιος έλαμπε σε όλο το πάρκο Μέριον, κι έφτανε μέχρι το γραφείο του Κάχαλ, όπου εκείνος είχε βολευτεί δίπλα από το ανοιχτό παράθυρο. Ο άνεμος έφερνε μέσα τη μυρωδιά του φρεσκοκομμένου γρασιδιού και μια στο τόσο ένα αποπνικτικό αεράκι κουνούσε τον κισσό στο περβάζι. Όταν πέρασε μια σκιά, εκείνος κοίταξε έξω· ένα σμήνος χελιδόνια ανταγωνίζονταν παιχνιδιάρικα, εκεί ψηλά. Από κάτω στο γρασίδι, κάποιοι είχαν βγει για να κάνουν ηλιοθεραπεία και παντού έβλεπες παιδιά και παρτέρια πλημμυρισμένα με λουλούδια· τόση ζωή, να συνεχίζεται ομαλά, παρά τα ατέλειωτα βάσανα των ανθρώπων και τη γνώση ότι όλα θα τελειώσουν.
Ήδη η μέρα τού έμοιαζε ατέλειωτη. Όταν κοίταξε στο πάνω μέρος της οθόνης του, για μία ακόμα φορά, έγραφε 14:27. Τώρα ευχόταν να είχε βγει έξω την ώρα του μεσημεριανού για να περπατήσει πέρα ως το κανάλι. Θα είχε κάτσει για λίγο σε ένα από κείνα τα παγκάκια και θα παρατηρούσε τους σιωπηλούς κύκνους και τα μικρά τους να καταβροχθίζουν τα κομματάκια ψωμί και τα άλλα αποφάγια που τους πετούσαν οι άνθρωποι εκεί κάτω, στο νερό. Χωρίς να το καταλάβει, έκλεισε το αρχείο με τον προϋπολογισμό πριν το αποθηκεύσει. Τότε ένα σαρωτικό ρεύμα περιφρόνησης τον χτύπησε και σηκώθηκε, διέσχισε τον διάδρομο και κατέληξε στις αντρικές τουαλέτες, όπου δεν ήταν κανείς, και σπρώχνοντας την πόρτα μπήκε σε μια άδεια τουαλέτα. Κάθισε για λίγη ώρα στο καπάκι της λεκάνης, χαζεύοντας την κλειστή πόρτα, που δεν είχε τίποτα γραμμένο πάνω της, ούτε μία μουτζούρα, μέχρι που ένιωσε λίγο καλύτερα. Μετά πήγε στον νιπτήρα και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του, και σκούπισε με αργές κινήσεις το πρόσωπο και τα χέρια του με το χαρτί που έβγαινε αυτόματα από τη συσκευή.
Επιστρέφοντας στο γραφείο του, σταμάτησε για να βάλει έναν καφέ, πάτησε στο μηχάνημα το κουμπί του Americano και περίμενε να γεμίσει το κυπελλάκι. Ο καφές ήταν σχεδόν έτοιμος όταν η Σίνθια, αυτή με τα ανοιχτόχρωμα ρούχα από το λογιστήριο, μπήκε μέσα γελώντας δυνατά στο κινητό της. Σταμάτησε με το που τον είδε και μετά από λίγο το έκλεισε.
«Όλα καλά, Κάχαλ;»
«Ναι» είπε. «Τέλεια. Εσύ;»
«Τέλεια». Του χαμογέλασε. «Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον».
Πήρε τον καφέ του κι έφυγε προτού βάλει ζάχαρη, προτού την αφήσει να του μιλήσει κι άλλο.
Όταν έκατσε πάλι στο γραφείο του και κοίταξε στο πάνω μέρος της οθόνης, ήταν 14:54. Είχε ανοίξει ξανά το αρχείο και είχε μόλις αρχίσει να το διαβάζει, έτοιμος να κάνει από την αρχή όλες τις αλλαγές που έπρεπε να γίνουν, όταν ήρθε το αφεντικό του.
Όταν έκατσε πάλι στο γραφείο του και κοίταξε στο πάνω μέρος της οθόνης, ήταν 14:54. Είχε ανοίξει ξανά το αρχείο και είχε μόλις αρχίσει να το διαβάζει, έτοιμος να κάνει από την αρχή όλες τις αλλαγές που έπρεπε να γίνουν, όταν ήρθε το αφεντικό του.
Το αφεντικό ήταν απ’ τον Βορρά, σίγουρα δέκα χρόνια νεότερος από κείνον, φορούσε πάντα κουστούμια σχεδιαστών και τα Σαββατοκύριακα έπαιζε σκουός.
«Λοιπόν, Κάχαλ. Πώς τα πας;»
«Καλά» είπε ο Κάχαλ. «Ευχαριστώ».
«Τσίμπησες το μεσημέρι, έφαγες τίποτα;»
«Ναι, ναι» είπε ο Κάχαλ. «Μην ανησυχείτε».
Το αφεντικό τον περιεργαζόταν, παρατηρούσε το συνηθισμένο του πουκάμισο, τη γραβάτα και το παντελόνι του, τα παπούτσια του που ήθελαν γυάλισμα.
«Το ξέρεις ότι δεν χρειάζεται να κάτσεις κι άλλο» είπε το αφεντικό. «Γιατί δεν παίρνεις άδεια την υπόλοιπη μέρα;» Κοκκίνισε λίγο, για μια στιγμή φάνηκε να ντρέπεται με την τόσο καλοπροαίρετη πρότασή του.
«Τελειώνω τώρα με το προσχέδιο του προϋπολογισμού» είπε ο Κάχαλ. «Έλεγα να ξεμπερδέψω τουλάχιστον μ’ αυτό».
«Καλώς, λοιπόν» είπε το αφεντικό. «Όπως νομίζεις. Εδώ θα ’μαστε».
Το αφεντικό αποσύρθηκε και πάλι στο γραφείο του, και ο Κάχαλ άκουσε την πόρτα να κλείνει απαλά.
Όταν κοίταξε έξω, ο ουρανός ήταν καθαρός και γαλάζιος. Ήπιε μια γουλιά από τον πικρό καφέ του και κάρφωσε το βλέμμα του στο αρχείο που δεν είχε αποθηκεύσει. Δεν το έβλεπε καλά με την αντανάκλαση του ήλιου, κι έτσι έκανε τα γράμματα πιο έντονα κι έγειρε κάπως την οθόνη. Προσπάθησε για λίγο να συγκεντρωθεί σε αυτό που είχε μπροστά του, αλλά τελικά αποφάσισε να καταπιαστεί με τον σωρό των επιστολών, που θα ήταν ολόιδιες, με μόνη εξαίρεση την προσφώνηση και το όνομα:
Αγαπητέ/Αγαπητή ____,
Σας ευχαριστούμε για την αίτηση που υποβάλατε για την Υποτροφία στις Εικαστικές Τέχνες. Η επιτροπή συνεδρίασε και έχει καταλήξει στις τελικές της αποφάσεις. Υπήρξε μεγάλος ανταγωνισμός στον τελευταίο γύρο και δυστυχώς θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι η αίτησή σας…
Στις 5 μ.μ. είχε εκτυπώσει σχεδόν όλες τις απορριπτικές απαντήσεις σε ένα επιστολόχαρτο με το λογότυπο, και περίμενε να έρθει το ασανσέρ. Όταν άκουσε κάποιον να πλησιάζει, έσπρωξε μια πόρτα και βρέθηκε στις σκάλες. Εκεί είχε περισσότερη ζέστη και μύριζε μούχλα. Η Πολωνή που καθάριζε μετά το κλείσιμο στηριζόταν στην κουπαστή κι έστελνε μηνύματα στο κινητό. Ένιωσε το βλέμμα της πάνω του, όταν πέρασε από μπροστά της, κι ένιωσε ανακούφιση όταν έφτασε στο τελευταίο σκαλοπάτι και τελικά στην έξοδο, όταν βγήκε έξω στον δρόμο, όπου είχε φασαρία και τα αυτοκίνητα στριμώχνονταν στο φανάρι μες στη ζέστη.
Έβγαλε τη γραβάτα του και ψηλάφισε το σακάκι του για να βρει το εισιτήριο, που ήταν εκεί, στο πέτο, και μετά περπάτησε μέχρι το ξενοδοχείο Ντάβενπορτ, όπου περίμενε το λεωφορείο για το Άρκλοου. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο, για λίγο δεν ήταν σίγουρος ότι το λεωφορείο θα περνούσε εκείνη τη μέρα, αλλά σύντομα το είδε να εμφανίζεται από τη Γουέστλαντ Ρόου και να σταματάει στην άκρη, όπως πάντα, για να μπουν μέσα οι επιβάτες.
Σχεδόν όλες οι θέσεις ήταν πιασμένες κι αναγκάστηκε να καθίσει ανάμεσα στον διάδρομο και μια υπέρβαρη κυρία, που τραβήχτηκε λίγο προς το παράθυρο για να του κάνει χώρο.
«Τι μέρα κι αυτή» του είπε, χαρούμενη.
«Ναι» είπε ο Κάχαλ.
«Λένε ότι θα κρατήσει» του είπε. «Η λιακάδα».
Είχε κάνει πολύ κακή επιλογή· αυτή η γυναίκα είχε όρεξη για κουβέντα. Ευχήθηκε να μην ξανανοίξει το στόμα της – κι αμέσως συγκρατήθηκε.
Είχε κάνει πολύ κακή επιλογή· αυτή η γυναίκα είχε όρεξη για κουβέντα. Ευχήθηκε να μην ξανανοίξει το στόμα της – κι αμέσως συγκρατήθηκε.
«Καλό αυτό» είπε.
«Θα πάμε τα εγγόνια για μια βουτιά στο Μπρίτας την Κυριακή» συνέχισε εκείνη. «Αν δεν πάμε τώρα, το καλοκαίρι θα τελειώσει. Τι γρήγορα που περνούν οι μέρες».
Έβγαλε μια συσκευασία με μέντες από την τσέπη της και του προσέφερε μία, εκείνος όμως αρνήθηκε.
«Κι εσείς;» τον ρώτησε. «Έχετε σχέδια για το τριήμερο;»
«Λέω να ξεκουραστώ» είπε ο Κάχαλ, οδηγώντας την κουβέντα σε αδιέξοδο, για να μη συνεχιστεί.
Κανονικά τώρα θα έβγαζε το κινητό του, για να τσεκάρει τα μηνύματά του, αλλά συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν έτοιμος – και τότε αναρωτήθηκε αν ήταν ποτέ κανείς έτοιμος να αντιμετωπίσει κάτι δύσκολο ή επώδυνο.
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Μια ηλιόλουστη Παρασκευή στο Δουβλίνο, ο Κάχαλ παίρνει το λεωφορείο για να περάσει ένα μοναχικό τριήμερο στο σπίτι του. Δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του τη Σαμπίν, μια γλυκιά γυναίκα με την οποία θα μπορούσε να είχε περάσει τη ζωή του, αν είχε φερθεί διαφορετικά. Όλο το βράδυ με μόνη συντροφιά την τηλεόραση, ένα μπουκάλι σαμπάνια και τις σκέψεις του, ο Κάχαλ έρχεται αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό. Τελικά, τι είναι η αγάπη, όταν δεν δίνουμε ποτέ τίποτα;























