prodimosieysi schmidt

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αστυνομικό μυθιστόρημα του Γιοάχιμ Μπ. Σμιτ [Joachim B. Schmidt] «Κάλμαν» (μτφρ. Σοφία Αυγερινού), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 12 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Θα ήθελα να ήταν μαζί μου ο παππούς. Εκείνος ήξερε πάντα τι έπρεπε να κάνει. Περιπλανιόμουν βαδίζοντας με κόπο στην απέραντη πεδιάδα της Μελρακασλέτα*, πεινασμένος, εξαντλημένος, λερωμένος με αίματα, και αναρωτιόμουν τι θα είχε κάνει ο παππούς. Ίσως να είχε γεμίσει την πίπα του και να είχε απλώς αφήσει το χιόνι να σκεπάσει τη λακκούβα με το αίμα, ίσως να είχε ρίξει άλλη μια ματιά, γαλήνιος, απλώς για να σιγουρευτεί, προτού φύγει, πως κανείς άλλος δεν θα την έβρισκε.

Πάντοτε, όταν παρουσιαζόταν κάποιο πρόβλημα, γέμιζε την πίπα του και, μόλις μας τύλιγε σαν ομίχλη ο γλυκός καπνός, τα πράγματα δεν έμοιαζαν πια τόσο άσχημα. Ίσως ο παππούς να είχε αποφασίσει να μην το πει σε κανέναν. Ίσως να πήγαινε σπίτι και να μην το σκεφτόταν ποτέ ξανά. Γιατί το χιόνι είναι χιόνι και το αίμα είναι αίμα. Και όταν κάποιος εξαφανίζεται χωρίς να αφήσει ίχνη, το πρόβλημα είναι κατά βάση δικό του. Πλάι στην είσοδο του μικρού σπιτιού μας ο παππούς θα είχε χτυπήσει την πίπα του στη σόλα του παπουτσιού του για να αδειάσει, τα πυρωμένα υπολείμματα του καπνού θα έσβηναν στο χιόνι κι έτσι θα τελείωνε η υπόθεση.

Μα εγώ ήμουν ολομόναχος εκεί πάνω, ο παππούς βρισκόταν εκατόν τριάντα χιλιόμετρα μακριά και από καιρό δεν μπορούσε πια να διασχίσει με τα πόδια τη χιονισμένη και έρημη πεδιάδα της Μελρακασλέτα. Επομένως, δεν υπήρχε ούτε καπνός από την πίπα και, επειδή χιόνιζε και όλα –εκτός από την κόκκινη λακκούβα με το αίμα– ήταν λευκά και δεν ακουγόταν απολύτως τίποτα μέσα στην ησυχία, ένιωσα πως ήμουν ο τελευταίος άνθρωπος σε ολόκληρο τον κόσμο. Κι όταν είσαι ο τελευταίος άνθρωπος σε ολόκληρο τον κόσμο, χαίρεσαι άμα μπορείς να το πεις σε κάποιον. Γι’ αυτό κι εγώ το είπα σε κάποιον και τότε άρχισαν τα προβλήματα.

Ο παππούς ήταν κυνηγός και αλιευτής καρχαριών. Τώρα πια όχι. Καθόταν συνήθως σε μια αναπαυτική καρέκλα στο γηροκομείο του Χούσαβικ και κοιτούσε όλη μέρα απ’ το παράθυρο – κι όμως δεν κοιτούσε, γιατί, όταν τον ρωτούσα αν έβλεπε κάτι συγκεκριμένο, συνήθως δεν έδινε καμιά απάντηση ή μουρμούριζε και με κοιτούσε παράξενα, λες και τον ενοχλούσα. Το πρόσωπό του ήταν πια τον περισσότερο καιρό θλιμμένο, οι γωνίες του στόματός του γερμένες προς τα κάτω, τα χείλη του σφιγμένα, και δεν φαινόταν καθόλου πως του έλειπαν τέσσερα δόντια, τα πάνω μπροστινά. Δεν μπορούσε πια να δαγκώσει κανέναν. Καμιά φορά με ρωτούσε τι δουλειά είχα εκεί πέρα –αρκετά απότομα το ρωτούσε– και τότε του εξηγούσα πως ονομάζομαι Κάλμαν, είμαι εγγονός του και έχω έρθει απλώς για επίσκεψη, όπως κάθε εβδομάδα. Επομένως, δεν υπήρχε κανένας λόγος ανησυχίας. Όμως ο παππούς μού έριχνε κάτι βλέμματα όλο δυσπιστία και κοιτούσε πάλι από το παράθυρο, εντελώς κακόκεφος. Δεν με πίστευε. Μετά, δεν έλεγα κάτι άλλο, γιατί ο παππούς κοιτούσε σαν άνθρωπος που του πήραν την πίπα του, και γι’ αυτό ήταν καλύτερα να μη λέω τίποτα.

Καμιά φορά με ρωτούσε τι δουλειά είχα εκεί πέρα –αρκετά απότομα το ρωτούσε– και τότε του εξηγούσα πως ονομάζομαι Κάλμαν, είμαι εγγονός του και έχω έρθει απλώς για επίσκεψη, όπως κάθε εβδομάδα. Επομένως, δεν υπήρχε κανένας λόγος ανησυχίας. Όμως ο παππούς μού έριχνε κάτι βλέμματα όλο δυσπιστία και κοιτούσε πάλι από το παράθυρο, εντελώς κακόκεφος. Δεν με πίστευε.

Μια νοσοκόμα με είχε συμβουλεύσει να κάνω υπομονή με τον παππού, να του συμπεριφέρομαι σαν να είναι ένα μικρό παιδί που νιώθει πως το έχουν προσβάλει. Έπρεπε συνέχεια να του τα εξηγώ όλα από την αρχή, αυτό, μου είχε πει, ήταν εντελώς φυσιολογικό, κι έτσι είναι, μου είχε πει, η ζωή, γιατί κάποιοι που έχουν την τύχη να φτάσουν σε πολύ μεγάλη ηλικία γίνονται κατά κάποιον τρόπο πάλι μικρά παιδιά, που πρέπει να τα βοηθάς να φάνε, να ντυθούν, να δέσουν τα κορδόνια τους και πάει λέγοντας. Μερικοί χρειάζονται μέχρι και πάνες! Όλα πάνε ανάποδα, προς τα πίσω. Σαν μπούμερανγκ. Ξέρω τι είναι αυτό. Είναι ένα ξύλινο όπλο που το πετάς στον αέρα, σαν μπούμερανγκ, να πούμε, και μετά πετάει πάλι προς τα πίσω, διαγράφοντας ένα τόξο, και, αν δεν είσαι πολύ προσεκτικός, σου κόβει το κεφάλι.

Αναρωτήθηκα πώς θα ήμουν εγώ όταν θα γινόμουν τόσο μεγάλος όσο ο παππούς. Γιατί εγώ δεν είχα ποτέ αναπτυχθεί πραγματικά. Υπέθεταν ότι τα γρανάζια στο μυαλό μου γύριζαν ανάποδα. Ή ότι είχα παραμείνει στο επίπεδο παιδιού πρώτης δημοτικού. Το ίδιο μου κάνει. Ή ότι μέσα στο κεφάλι μου έχω μονάχα ψαρόσουπα. Ή ότι το κεφάλι μου είναι άδειο σαν σημαδούρα. Ή ότι οι συνάψεις μου είναι λάθος φτιαγμένες. Ή ότι έχω το IQ προβάτου. Βέβαια, τα πρόβατα δεν μπορούν να κάνουν τεστ IQ. «Τρέχα, Φόρεστ, τρέχα!» φώναζαν παλιά στο μάθημα της γυμναστικής και κρατούσαν την κοιλιά τους από τα γέλια. Αυτό είναι από μια ταινία όπου ο ήρωας είναι άτομο με αναπηρία, αλλά ξέρει να τρέχει γρήγορα και να παίζει καλό πινγκ πονγκ.

Εγώ δεν ξέρω να τρέχω γρήγορα ούτε να παίζω πινγκ πονγκ, ενώ παλιότερα δεν ήξερα καν τι σημαίνει IQ. Ο παππούς, βέβαια, το ήξερε, όμως έλεγε πως είναι μονάχα ένας αριθμός για να χωρίζεις τους ανθρώπους σε μαύρο και άσπρο, μια μέθοδος μέτρησης όπως ο χρόνος ή το χρήμα, μια εφεύρεση των καπιταλιστών, ενώ όλοι είμαστε ίσοι, και μετά εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα και ο παππούς μού εξήγησε ότι μόνο το σήμερα μετράει, το εδώ, το τώρα, το εγώ, εδώ μαζί του. Τέρμα. Αυτό το κατάλαβα. Με ρώτησε τι θα έκανα αν ήμουν έξω στη θάλασσα και μαζεύονταν στον ουρανό σύννεφα καταιγίδας. Η απάντηση ήταν απλή: θα επέστρεφα στο λιμάνι όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Με ρώτησε τι θα φορούσα αν έξω έβρεχε. Απλό: ρούχα βροχής. Αν κάποιος είχε πέσει από το άλογο και δεν κινούνταν καθόλου; Παιχνιδάκι: θα έφερνα κάποιον να τον βοηθήσει. Ο παππούς ικανοποιήθηκε με τις απαντήσεις μου και είπε πως έχω πολύ υψηλό πνευματικό επίπεδο.

Το καταλάβαινα κι εγώ.

Όμως κάποιες φορές δεν έπιανα αμέσως τι εννοούσαν οι άλλοι. Συνέβαινε καμιά φορά. Τότε προτιμούσα να μην πω τίποτα. Απλώς δεν είχε νόημα. Γιατί κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τα πράγματα τόσο καλά όσο ο παππούς.

Ευτυχώς, μετά απέκτησα υπολογιστή με σύνδεση στο ίντερνετ κι έτσι άρχισα ξάφνου να μαθαίνω πολύ περισσότερα απ’ όσα ήξερα μέχρι τότε. Γιατί το ίντερνετ τα ξέρει όλα. Ξέρει πότε έχεις γενέθλια και αν ξέχασες τα γενέθλια της μάνας σου. Ξέρει μέχρι και πότε πήγες τελευταία φορά στην τουαλέτα ή πότε βάρεσες μαλακία. Τουλάχιστον έτσι είπε ο Νόι, ο καλύτερός μου φίλος, τότε που έγινε η ιστορία με τον βασιλιά. Αλλά τι ακριβώς συνέβαινε μέσα στο κεφάλι μου κανείς δεν μπορούσε να μου το εξηγήσει. Κομπογιαννίτες γιατροί, είπε μια φορά η μάνα μου, όταν έμενε ακόμη στο Ροΐβαρχαπν και της ξέφυγε, προφανώς τότε που πυροβόλησα και έκανα κομμάτια τη γάτα της Έλινμποργκ, επειδή είχα μάθει από τον παππού πώς πυροβολάνε και ήθελα να κάνω εξάσκηση. Η μάνα μου θύμωσε πάρα πολύ, γιατί η Έλινμποργκ της έκανε παράπονα και απείλησε πως θα πήγαινε στην αστυνομία, και όταν θύμωνε η μάνα μου, άφηνε τα λόγια κι έπιανε τις πράξεις. Έβγαζε τα σκουπίδια, για παράδειγμα. Πατούσε απότομα το πεντάλ να ανοίξει ο κάδος, έριχνε μέσα με λύσσα τον σάκο με τα σκουπίδια και βαρούσε πάλι το καπάκι – και πάλι τον άνοιγε και πάλι τον βαρούσε. Μπαμ!

Όμως όποιος πιστεύει πως είχα δύσκολη παιδική ηλικία επειδή είχα μέσα στο κεφάλι μου ψαρόσουπα κάνει λάθος. Ο παππούς είχε αναλάβει να σκέφτεται για λογαριασμό μου. Με πρόσεχε. Αλλά, βέβαια, αυτά γίνονταν παλιά.

Τώρα ο παππούς με κοιτάζει με κάτι μάτια άχρωμα, ξεπλυμένα, και δεν θυμάται τίποτα. Και ίσως να εξαφανιστώ κι εγώ, όταν δεν θα υπάρχει πια ο παππούς, ίσως να με θάψουν κι εμένα μαζί του, όπως έκαναν οι Βίκινγκ με το καλύτερο άλογο του αρχηγού. Γιατί αυτό έκαναν παλιά οι Βίκινγκ: έθαβαν το άλογο μαζί με τον αρχηγό. Έπρεπε οι δυο τους να είναι μαζί. Έτσι, θα μπορούσε ο αρχηγός των Βίκινγκ να διασχίσει καβάλα το Μπίφροστ, την ουράνια γέφυρα, και να φτάσει στη Βαλχάλα. Ήταν πολύ εντυπωσιακό.

Ευτυχώς, μετά απέκτησα υπολογιστή με σύνδεση στο ίντερνετ κι έτσι άρχισα ξάφνου να μαθαίνω πολύ περισσότερα απ’ όσα ήξερα μέχρι τότε. Γιατί το ίντερνετ τα ξέρει όλα. Ξέρει πότε έχεις γενέθλια και αν ξέχασες τα γενέθλια της μάνας σου. Ξέρει μέχρι και πότε πήγες τελευταία φορά στην τουαλέτα ή πότε βάρεσες μαλακία.

Μα αυτή η σκέψη μού έφερνε νευρικότητα. Το να είμαι θαμμένος, δηλαδή. Πλακωμένος κάτω από το καπάκι του φέρετρου. Παθαίνεις κλειστοφοβία και τότε είναι καλύτερα να είσαι πεθαμένος. Γι’ αυτό τις περισσότερες φορές δεν έμενα πολλή ώρα στο γηροκομείο. Στο Χούσαβικ τουλάχιστον έβρισκα κάτι καλό να γεμίσω την κοιλιά μου. Στο φαστφουντάδικο του βενζινάδικου, στου Σάλβερ, είχε, βλέπεις, τα καλύτερα χάμπουργκερ και κόστιζαν μονάχα χίλιες οχτακόσιες σαράντα πέντε κορόνες. Τα λεφτά τα είχα πάντα ακριβώς, πάντα, και το ήξερε και ο Σάλβερ και δεν μετρούσε πια τα κέρματα. Αλλά καμιά φορά, παρ’ όλα αυτά, το χάμπουργκερ δεν μου φαινόταν νόστιμο, γιατί ήμουν λυπημένος που ο παππούς δεν ήξερε πλέον ποιος ήμουν. Άμα δεν το ήξερε αυτός, τότε πώς, στο καλό, να το ξέρω εγώ;

Στον παππού τα χρωστούσα όλα. Τη ζωή μου. Αν δεν ήταν αυτός, η μάνα μου θα με είχε βάλει σε κανένα άσυλο για άτομα με αναπηρία, όπου θα με κακομεταχειρίζονταν και θα με βίαζαν. Τώρα θα ζούσα στο Ρέικιαβικ, μόνος κι έρημος. Στο Ρέικιαβικ επικρατεί κυκλοφοριακό χάος και ο αέρας είναι βρόμικος και οι άνθρωποι έχουν άγχος. Nα πάρει, δεν είναι αυτά για μένα. Στον παππού το όφειλα που ήμουν κάποιος, εδώ, στο Ροΐβαρχαπν. Μου τα είχε δείξει όλα, μου είχε μάθει όλα όσα χρειάζονται για να επιβιώσεις. Με έπαιρνε μαζί του στο κυνήγι και στη θάλασσα, αν και στην αρχή δεν τον βοηθούσα και πολύ. Προπαντός στο κυνήγι συμπεριφερόμουν σαν τον τελευταίο άχρηστο, σκόνταφτα κι έβηχα, και ο παππούς έλεγε πως έβαζα τρικλοποδιά στον ίδιο μου τον εαυτό, έπρεπε να τα σηκώνω τα πόδια όταν το έδαφος δεν ήταν επίπεδο, πράγμα που άρχισα να κάνω, σήκωνα τα πόδια, δηλαδή, αλλά πάντα μονάχα για ένα δυο βήματα, μετά το ξεχνούσα πάλι και σκόνταφτα στον επόμενο σωρό με χορτάρια και καμιά φορά έπεφτα με τα μούτρα κι έκανα τέτοια φασαρία, επειδή ήμουν τόσο χοντρός, που οι λαγόποδες* έφευγαν φτερουγίζοντας κατατρομαγμένοι και οι πολικές αλεπούδες το έβαζαν στα πόδια προτού καν τις πάρουμε χαμπάρι. Αλλά όποιος τώρα νομίζει πως ο παππούς θύμωνε με όλα τούτα είναι μακριά νυχτωμένος. Γιατί ο παππούς δεν θύμωνε ποτέ. Αντιθέτως. Γελούσε και με βοηθούσε να σηκωθώ, μου τίναζε τα χώματα από τα ρούχα και μου έλεγε να μη φοβάμαι. «Μη φοβάσαι, σύντροφε!» έλεγε. Και σύντομα συνήθισα το ανώμαλο έδαφος της περιοχής και μετά έπαψα να είμαι και τόσο χοντρός. Μετά μπορούσα πια να στέκομαι όρθιος ακόμα και πάνω στο μικρό καΐκι μας, χωρίς να πέφτω, ακόμα κι αν αυτό λικνιζόταν επικίνδυνα. Ξάφνου άρχισε να μου αρέσει που τα κύματα μου χάιδευαν τα γόνατα, και δεν ήταν πια ανάγκη να συγκεντρώνω την προσοχή μου σ’ αυτό, το έκανα αυτόματα, προγραμμάτιζα τη ροή των κυμάτων στα γόνατά μου, και στο κυνήγι σήκωνα τα πόδια μου και δεν έδιωχνα πια τη λεία μας, κι έτσι υπήρχαν φορές που γυρίζαμε θριαμβευτικά στο χωριό με δυο λαγόποδες ή μια νυφίτσα δεμένη στη ζώνη μας. Καμιά φορά με μια πολική αλεπού. Ήμουν τόσο περήφανος! Και για να μας δουν όλοι στα σίγουρα, κάναμε κάθε φορά ένα δυο γύρους σ’ όλο το Ροΐβαρχαπν. Τους γύρους του θριάμβου. Και οι άνθρωποι μας έγνεφαν φιλικά και μας παίνευαν. Σου γίνεται συνήθεια μετά. Να σε παινεύουν.

Είναι σαν ναρκωτικό, έλεγε ο Νόι, ο καλύτερός μου φίλος, τότε που ήταν ακόμη ο καλύτερός μου φίλος. Πρέπει, έλεγε, να προσέχω με τους επαίνους και να μην τους συνηθίσω. Ο Νόι ήταν ιδιοφυΐα με τους υπολογιστές, αλλά με το σώμα του είχε όλο μπελάδες. Έλεγε πως ήταν το αντίθετο από μένα, το ζευγάρι μου, ο αντίπαλός μου, και δεν είχα ιδέα τι εννοούσε. Έλεγε πως, αν οι δυο μας ήμασταν ένας άνθρωπος, θα ήμασταν ανίκητοι. Κρίμα που έμενε στο Ρέικιαβικ.

Αλλά μετά έγινε η φάση με τον Ρόμπερτ Μακένζι, ήταν ντισκ τζόκεϊ στο χωριό μας, και αυτή ήταν η αρχή του τέλους και κανενός δεν του αρέσει όταν κάτι τελειώνει. Γι’ αυτό μας αρέσει καλύτερα να σκεφτόμαστε πώς ήταν πριν, τότε που άρχισε το πράγμα και το τέλος ήταν ακόμη πολύ μακριά.


metaixmio schmidt kelman

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Ο Κάλμαν Όντινσον είναι κυνηγός και αλιευτής καρχαριών στο πιο απομακρυσμένο χωριό της Ισλανδίας. Όταν μια μέρα ανακαλύπτει στο χιόνι μια λακκούβα γεμάτη αίμα, πλάι στο μεγαλιθικό μνημείο του Άρκτικ Χεντζ, δεν μπορεί να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Κι έτσι αρχίζουν τα προβλήματα. Ανήκει άραγε το αίμα στον εξαφανισμένο Ρόμπερτ Μακένζι, τον «βασιλιά» του χωριού; Τι σχέση έχει η εξαφάνισή του με ένα βαρέλι που επιπλέει στα κύματα, τους Λιθουανούς εργαζόμενους στο ξενοδοχείο του και τους κατοίκους του χωριού που αργοπεθαίνει; Ο Κάλμαν, ο «σερίφης του Ροΐβαρχαπν», φοράει το αστέρι του, παίρνει το καουμπόικο καπέλο του και αποφασίζει να διαλευκάνει την υπόθεση. Μόνο που έχει ένα ακόμα πρόβλημα: είναι «ο τρελός του χωριού».

Με ανθρωπιά και χιούμορ ο Joachim B. Schmidt αφηγείται το χρονικό μιας μυστηριώδους εξαφάνισης και μαζί μ’ αυτό την ιστορία ενός ολόκληρου τόπου, ενός τρόπου ζωής που χάνεται, ενός φυσικού τοπίου απαράμιλλης γοητείας και ενός ανθρώπου που μας ξαναθυμίζει τι σημαίνουν απλότητα, γενναιοδωρία και θάρρος.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Κύριος και σκύλος» του Τόμας Μαν (προδημοσίευση)

«Κύριος και σκύλος» του Τόμας Μαν (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη νουβέλα του Τόμας Μαν (Thomas Mann) «Κύριος και σκύλος» (μτφρ. – εισαγωγή Κυριάκος Κεντρωτής), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

[…] Στέκεται και κοιτάε...

«24 ώρες ανοιχτά» του Κιμ Χο-Γεόν (προδημοσίευση)

«24 ώρες ανοιχτά» του Κιμ Χο-Γεόν (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το feelgood μυθιστόρημα του Κιμ Χο-Γεόν [Kim Ho-Υeon] «24 ώρες ανοιχτά» (μτφρ. Βαγγέλης Γιαννίσης), το οποίο θα κυκλοφορήσει την 1 Απριλίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εμφανίστηκε ...

«Κάτω από τον τροχό» του Χέρμαν Έσσε (προδημοσίευση)

«Κάτω από τον τροχό» του Χέρμαν Έσσε (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Χέρμαν Έσσε [Hermann Hesse] «Κάτω από τον τροχό» (μτφρ. Ειρήνη Γεούργα), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 18 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Από μια ασ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Περίπατος βιβλίου 2026: «Με πυξίδα τον Νίκο Καββαδία» – Εκδήλωση για το έργο του ποιητή

Περίπατος βιβλίου 2026: «Με πυξίδα τον Νίκο Καββαδία» – Εκδήλωση για το έργο του ποιητή

Το Σάββατο 25 Απριλίου 2026, στις 13:30, το βιβλιοπωλείο Μονόκλ διοργανώνει εκδήλωση αφιερωμένη στην ποίηση του Νίκου Καββαδία στο πλαίσιο του Περιπάτου Βιβλίου 2026. 

Επιμέλεια: Book Press

Στο πλαί...

100 χρόνια από τη γέννηση του Αλέξανδρου Κοτζιά: Εκδήλωση στην Εθνική Βιβλιοθήκη

100 χρόνια από τη γέννηση του Αλέξανδρου Κοτζιά: Εκδήλωση στην Εθνική Βιβλιοθήκη

Τη Δευτέρα 27 Απριλίου 2026, στις 17:00 έως τις 21:00, η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ) διοργανώνει εκδήλωση με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Αλέξανδρου Κοτζιά. Οι ομιλίες. 

Επιμέλεια: Book Press

...
Βραβεία Ζαν Μορεάς: Στον Γιώργο Βέλτσο το μεγάλο βραβείο –  Η απονομή

Βραβεία Ζαν Μορεάς: Στον Γιώργο Βέλτσο το μεγάλο βραβείο – Η απονομή

Τα Βραβεία Ζαν Μορεάς για το έτος 2024 απονεμήθηκαν στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Αρχαιολογικού Μουσείο Πατρών. Ο Αντώνης Σκιαθάς (αριστερά) και ο Βασίλης Λαμπρόπουλος (δεξιά) ©Δημήτρης Χριστοδουλόπουλος

Επιμέλεια: Book Press

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Block Delete» του Βαγγέλη Γιαννίση (προδημοσίευση)

«Block Delete» του Βαγγέλη Γιαννίση (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα του Βαγγέλη Γιαννίση «Block Delete», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 21 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα μέσα του Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν. Φωτογραφία © Ανδρέας Σφυρίδης

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Νάσος Γρηγ...

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά «Είμαι αυτό που είμαι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 17 Απριλίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Λογοτεχνία υψηλής συμπύκνωσης: 65 ισπανόγραφα μικροδιηγήματα από 10 ισπανόφωνες χώρες

Λογοτεχνία υψηλής συμπύκνωσης: 65 ισπανόγραφα μικροδιηγήματα από 10 ισπανόφωνες χώρες

Μια ελάχιστη ανθολογία 65 ισπανόγραφων μικροδιηγημάτων προερχόμενα από δέκα ισπανόφωνες χώρες.

Ανθολόγηση – Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

65 μικροδιηγήματα από 10 ισπανόφωνες χώρες. 65 αστραπιαίες γεύσεις από την ισπανόγραφη μικρομυθοπλασία. Η αν...

Μικρά θαύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: Μαν, Τζόις, Πόε, Μάνσφιλντ, Γκάσκελ, Ντ' Άρτσο

Μικρά θαύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: Μαν, Τζόις, Πόε, Μάνσφιλντ, Γκάσκελ, Ντ' Άρτσο

Η σειρά «Τα μικρά» των εκδόσεων Μεταίχμιο δίνει τη δυνατότητα στο αναγνωστικό κοινό να διαβάσει σπουδαία διηγήματα και νουβέλες της μιας ανάσας από σημαντικούς συγγραφείς. Επτά ολιλοσέλιδα τομίδια πυκνής λογοτεχνικής αξίας με τις υπογραφές των Μαν, Τζόις, Πόε, Μάνσφιλντ, Γκάσκελ, Ντ' Άρτσο.

...
Τι διαβάζουμε τώρα: Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο – 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Τι διαβάζουμε τώρα: Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο – 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Ανατροπές, σκοτεινοί ήρωες, μυστήριο και κοινωνικός σχολιασμός: δεκατέσσερα πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα ελληνικής και μεταφρασμένης λογοτεχνίας που τραβούν την προσοχή μας και μία συλλογή ημερολογίων μιας μεγάλης συγγραφέα του είδους. Εικόνα: Από την ταινία «Έγκλημα στα παρασκήνια» του Ντίνου Κατσουρίδη.&...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ