prodimosieysi robinson

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Marilynne Robinson «Στο σπίτι» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά), που κυκλοφορεί στις 24 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η Γκλόρι πήρε τον Τζακ επάνω στο δωμάτιο που είχε ετοιμάσει για κείνον – ακόμη το έλεγαν το δωμάτιο του Λουκ και του Τέντι. «Ευγενικό εκ μέρους σου» της είπε εκείνος όταν του εξήγησε ότι δεν τον είχε βάλει στο δωμάτιο όπου είχε μεγαλώσει. Ήταν η ίδια ευγένεια που είχε δείξει ο πατέρας της σ’ εκείνη. Όταν, μισή ώρα αργότερα, ανέβηκε πάνω για να του φέρει πετσέτες, ο Τζακ είχε ήδη κρεμάσει τα ρούχα του και είχε αραδιάσει καμιά δεκαριά βιβλία πάνω στη σιφονιέρα ανάμεσα στους ορθοστάτες με την προτομή του Αβραάμ Λίνκολν, ενώ προηγουμένως είχε στοιβάξει σε μια γωνιά της ντουλάπας τους δέκα τόμους του Κίπλινγκ που οι ίδιοι ορθοστάτες στήριζαν επί δύο γενιές. Είχε πάρει ένα μικρό καδράκι από το παλιό του δωμάτιο, μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία ενός ποταμού με δέντρα στις όχθες του, και την είχε ακουμπήσει στη σιφονιέρα, πλάι στα βιβλία του. Εφόσον έκανε κάτι τέτοιο, φαίνεται ότι πραγματικά είχε κατά νου να εγκατασταθεί.

Το δωμάτιο ήταν άδειο, η πόρτα έχασκε ανοιχτή, οπότε η Γκλόρι μπήκε μέσα απλώς για να βάλει τις πετσέτες στο συρτάρι, και είναι αλήθεια πως πραγματικά κοντοστάθηκε, παρατηρώντας τις αλλαγές. Κι όταν στράφηκε, τον είδε να την κοιτάζει από τον διάδρομο, χαμογελώντας της. Αν της είχε πει κάτι, αυτό θα ήταν, «Τι ζητάς;». Όχι, μάλλον, «Ψάχνεις τίποτα;», γιατί θα νόμιζε ότι την είχε πιάσει σε μια στιγμή αδιακρισίας.

«Σου έφερα πετσέτες».
«Σ’ ευχαριστώ πολύ. Είσαι πολύ καλή».
«Ελπίζω να είσαι άνετα» του είπε.
«Είμαι. Ευχαριστώ».

Η φωνή του ήταν σιγανή, όπως πάντα. Ποτέ δεν ύψωνε τη φωνή του. Όταν ήταν παιδιά, ξεγλιστρούσε, εγκατέλειπε το παιχνίδι, έφευγε από το σπίτι, και δεν τον αντιλαμβάνονταν επειδή ήταν πάντα τόσο ήσυχος. Κι έπειτα κάποιος έλεγε το όνομά του, ο πρώτος που είχε προσέξει την απουσία του, και το παιχνίδι διαλυόταν. Δεν είχε νόημα να τον φωνάξουν. Θα ξαναγύριζε όταν θα ξαναγύριζε. Εκείνοι όμως θα τον αναζητούσαν, λες και το παιχνίδι τώρα ήταν να τον πιάσουν να κάνει καμιά αταξία. Ακόμα και ο πατέρας τους προσπαθούσε να τον βρει, τριγυρνώντας από δρόμο σε δρόμο, παραμερίζοντας θάμνους και φράχτες, κοιτάζοντας ψηλά στα δέντρα. Αλλά η αταξία θα είχε γίνει κι αυτός θα βρισκόταν και πάλι στο σπίτι, προτού εγκαταλείψουν την αναζήτηση. Μια φορά, όταν η απουσία του είχε βάλει τέλος σ’ ένα βραδινό παιχνίδι κροκέ που για πρώτη φορά το κέρδιζε η Γκλόρι, την είχαν κατακλύσει η οργή και η αγανάκτηση. Κι όταν κατάλαβε πως ήταν σπίτι, είχε μπει στο δωμάτιό του βροντοχτυπώντας τα πόδια της στο πάτωμα και ουρλιάζοντας, «Με ποιο δικαίωμα είσαι τόσο παράξενος!».

Της χαμογέλασε, παραμέρισε τα μαλλιά από το μέτωπό του και δεν είπε τίποτε. Όμως εκείνη ήξερε ότι τον είχε ταράξει, ότι σχεδόν τον είχε πληγώσει. Πρέπει να ήταν εννιά ή δέκα ετών, η μικρή αδελφούλα που την πείραζε ή την αγνοούσε. Η ερώτησή της είχε φανεί ενήλικη στην ίδια, ίσως και σ’ αυτόν. Δεν ακούστηκε άκακη, κι αυτό ξάφνιασε και τους δύο. Από τότε, η επιφυλακτικότητά του επεκτάθηκε και σ’ εκείνη – μια μικρή αλλαγή, αναπόφευκτη ωστόσο.

Και τώρα να που βρισκόταν εκεί, αμήχανη που τη βρήκε να τακτοποιεί τις πετσέτες σε ένα από καιρό άδειο δωμάτιο το οποίο είχε κοπιάσει για να του το ετοιμάσει, λες και λίγα πουκάμισα, λίγα βιβλία, συνιστούσαν απαραβίαστη αξίωση πάνω στον χώρο κι έτσι το ότι είχε περάσει το κατώφλι του ήταν μια καταπάτηση. Δεν ωφελούσε να θυμώσει. Τι θα μπορούσε να σκεφτεί ο Τζακ ότι έψαχνε; Ασφαλώς αλκοόλ. Πόσο προσβλητικό να σκεφτεί κάτι τέτοιο για εκείνη. Από την άλλη, πόσο προσβλητικό για τον ίδιο, αν πραγματικά είχε χώσει τη μύτη της στα πράγματά του. Η σκέψη δεν της είχε περάσει καν από το μυαλό, όμως εκείνος δεν μπορούσε να το ξέρει. Τώρα διαπίστωνε ότι θεωρούσε σχεδόν βέβαιο πως υπήρχε ένα μπουκάλι κρυμμένο κάπου εκεί μέσα, κάτω από το κρεβάτι ή πίσω από τη στοίβα με τα βιβλία του Κίπλινγκ. Υποσχέθηκε στον εαυτό της πως δεν θα ξαναπατούσε το πόδι της στο δωμάτιο.

Ήταν επιλογή της να βρίσκεται εκεί, σ’ αυτό το σπίτι, στην Γκίλιαντ; Όχι, σίγουρα όχι. Ο πατέρας της χρειαζόταν φροντίδα κι εκείνη έπρεπε να είναι κάπου, όπως κάθε ανθρώπινο πλάσμα επί γης. Τι ντροπή να βρίσκεσαι κάπου επειδή δεν υπάρχει πουθενά αλλού τόπος για σένα. Τόσα χρόνια δουλειάς και τίποτα να μην έχει απομείνει. Αλλά καταφέρνεις να αποσπάς το καλύτερο από τις καταστάσεις.

Ήταν επιλογή της να βρίσκεται εκεί, σ’ αυτό το σπίτι, στην Γκίλιαντ; Όχι, σίγουρα όχι. Ο πατέρας της χρειαζόταν φροντίδα κι εκείνη έπρεπε να είναι κάπου, όπως κάθε ανθρώπινο πλάσμα επί γης. Τι ντροπή να βρίσκεσαι κάπου επειδή δεν υπάρχει πουθενά αλλού τόπος για σένα. Τόσα χρόνια δουλειάς και τίποτα να μην έχει απομείνει. Αλλά καταφέρνεις να αποσπάς το καλύτερο από τις καταστάσεις. Ο κόσμος αυτό το σέβεται. Είναι ευλογία να ξέρεις τι απαιτείται από σένα. Και πώς μπορεί αυτός ο άντρας να εμφανίζεται από το πουθενά, να καταλαμβάνει ένα δωμάτιο στο σπίτι και μια θέση στο τραπέζι και να την κάνει να νιώθει ότι ήταν με το ζόρι ανεκτή εκεί μέσα; Όσο κι αν στον τρόπο του δεν διέκρινε θρασύτητα, μόνο σεβασμό και διστακτικότητα. Ήταν φανερό πως ούτε κι εκείνος βρισκόταν εκεί από δική του επιλογή. Της φαινόταν κάπως ενοχλητικό το πόσο προφανές ήταν. Ασφαλώς δεν υπήρχε τίποτε αξιοσημείωτο στο γεγονός ότι ένας ενήλικος άντρας ήθελε ένα δωμάτιο που να το θεωρεί δικό του, δεδομένου μάλιστα ότι ήταν σχεδόν ξένος στο σπίτι. Δεδομένου, επίσης, ότι ήταν και μέλος της οικογένειας.

Βγήκε στον κήπο. Ο ήλιος στους ώμους της την ηρέμησε. Οι κολοκύθες είχαν αρχίσει να ξεμυτίζουν. Να ρίξει μια ματιά στο κηπάκι με το ραβέντι. Έσκυψε να ξεριζώσει ένα δυο αγριόχορτα κι ύστερα έπιασε το σκαλιστήρι κι άρχισε να ξεχερσώνει το παρτέρι όπου θα φύτευε ντομάτες. Ανέκαθεν της άρεσε η δυνατή μυρωδιά των φυτών κάτω απ’ τον ήλιο, τα μπουμπουκάκια που έμοιαζαν με ράμφη. Ο κήπος τής έδινε μια θαυμάσια δικαιολογία για να μην είναι οπουδήποτε αλλού, για να μην κάνει οτιδήποτε άλλο. Και πάντα χρειαζόταν περισσότερο χρόνο απ’ όσο μπορούσε να του αφιερώσει.

Μπήκε στο σπίτι και βρήκε τον Τζακ να πλένει το πουκάμισό του στον νεροχύτη της κουζίνας. Σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε, μ’ αυτό το βλέμμα της καχυποψίας και της ελαφράς αμηχανίας, λες και ήταν ξένοι που μοιράζονταν υπερβολικά κοντινούς κοιτώνες και το να αντιλαμβάνονται έγκαιρα ο ένας τη διάθεση του άλλου ήταν απαραίτητο για να τηρούν τα προσχήματα. «Τελειώνω» είπε. «Να μην είμαι μες στα πόδια σου».

«Δεν είσαι μες στα πόδια μου. Αλλά αν θέλεις, μπορείς απλώς να βάλεις τα ρούχα σου στα άπλυτα. Για μένα δεν έχει καμιά διαφορά. Θα σου δείξω και πώς λειτουργεί το πλυντήριο, αν θέλεις».

«Ευχαριστώ» είπε και ξέβγαλε κι έστυψε το πουκάμισο, με προσεκτικές και επιδέξιες κινήσεις. Ύστερα το πήρε έξω, το τίναξε, το άπλωσε στο σχοινί της μπουγάδας και κάθισε στα σκαλιά της πίσω βεράντας να καπνίσει. Ε, λοιπόν, ας καπνίσει το τσιγαράκι του, εκεί έξω με τη φανέλα του, μισοκλείνοντας τα μάτια του στη λιακάδα, υπακούοντας στους κανόνες του περί ιδιωτικότητας του οικοτροφείου του. Όταν μπήκε μέσα δεν είπε ευχαριστώ για το κομμάτι το κέικ, ευχαριστώ για το φλιτζάνι τον καφέ. Πήρε το φλιτζάνι και την εφημερίδα που του πρόσφερε η Γκλόρι στο δωμάτιό του.

Στην πόλη όπου ζούσε παλιότερα τύχαινε μερικές φορές να δει έναν άντρα στον δρόμο και να σκεφτεί, Όχι, δεν είναι ο Τζακ. Τι έχει άραγε πάνω του που με έκανε να σκεφτώ τον Τζακ; Η έξαψη από κάτι σαν αναγνώριση διαρκούσε για λίγο, παρότι έλεγε στον εαυτό της, Είναι απλώς η περπατησιά του, απλώς η κλίση του κεφαλιού του. Πότε πότε διέσχιζε τον δρόμο για να κοιτάξει πρόσωπα αγνώστων απλώς και μόνο για τη στιγμιαία ευχαρίστηση μιας κάποιας ομοιότητας, και ερχόταν αντιμέτωπη μ’ ένα ψυχρό βλέμμα ή μια επιφυλακτική ματιά, όχι τόσο διαφορετικά από τα δικά του, ή με κάποια θυμηδία, όμοια με τη δική του. Ποτέ δεν ξέχασε πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε που τον είχε δει τελευταία φορά, και διόρθωνε την ανάμνησή της απ’ αυτόν, επειδή τότε ήταν πολύ νέος. Ήταν σαν να είχε περάσει όλα αυτά τα χρόνια προετοιμάζοντας τον εαυτό της να τον αναγνωρίσει όταν τον έβλεπε, και να που τώρα ήταν εκεί, νευρικός κι επιφυλακτικός, θυμίζοντάς της λιγότερο τον εαυτό του απ’ ό,τι όλοι εκείνοι οι ανώνυμοι άγνωστοι.

robinson Ξεκίνησε και πάλι από την αρχή, ετοιμάζοντας το δείπνο για να τον καλωσορίσει στο σπίτι. Το τραπέζι στρώθηκε για τρεις, με το δαντελένιο τραπεζομάντιλο, το καλό πορσελάνινο σερβίτσιο, τα ασημένια κηροπήγια. Το τραπέζι ήταν στην πραγματικότητα στρωμένο εδώ και μέρες. Όταν έβαλε στη θέση του το βάζο με τα λουλούδια, πρόσεξε σκόνη στα πιάτα και τα ποτήρια και τα σκούπισε με την ποδιά της. Κίτρινες τουλίπες και λευκές πασχαλιές. Είχε περάσει η εποχή τους, ωστόσο άντεχαν ακόμη. Είχε κανονίσει με το παντοπωλείο να της στείλουν ένα ροσμπίφ, δυο κιλά πατάτες νέας εσοδείας και ένα τέταρτο παγωτό. Εκείνη έφτιαξε μπισκότα και μπράουνις. Βγήκε στον κήπο και μάζεψε φρέσκο σπανάκι, αρκετό για να γεμίσει το σουρωτήρι, συμπιεσμένο και υπερεκχειλίζον, όπως θα έλεγε ο πατέρας της. Και ο Τζακ κοιμόταν. Και ο πατέρας της κοιμόταν. Και η μέρα περνούσε ήσυχα, μ’ εκείνες τις γλυκές νοστιμιές να φουσκώνουν στο ταψί.

Όταν μπήκε μέσα από τον κήπο, το σπίτι είχε ήδη αρχίσει να μοσχοβολάει σαν Κυριακή. Η μυρωδιά τής έφερε δάκρυα στα μάτια. Εκείνη η παλιά τάξη, ανέπαφη από κάθε αναστάτωση. Κυριακή, ημέρα Κυρίου. Τα παιδιά αεικίνητα με τα καλά τους, φορέματα και σακάκια και παπούτσια να αλλάζουν σώμα και πόδια, βάλε, βγάλε, βάλε, βγάλε, από παιδί σε παιδί, όποτε ερχόταν η σειρά του ή η σειρά της. Πολύ φαρδιά και στη συνέχεια πολύ στενά, αλλά ποτέ μα ποτέ άνετα. Οκτώ ή επτά μικρά, στριμωγμένα γύρω από τούτο το τραπέζι, τρία μαζί στο σκαμπό του πιάνου, ένα στο σκαμνί της κουζίνας, να μαθαίνουν καλούς τρόπους: να κρατούν τους αγκώνες τους κοντά στο σώμα τους, να μην κουνάνε τα πόδια τους, και για μια ώρα να μη συνεχίζουν τα πειράγματα και τους καβγάδες που ήταν ατέλειωτα ανάμεσά τους. Να περιμένουν την προσευχή, να περιμένουν να σερβιριστούν πρώτα οι καλεσμένοι – πάντα κάποιοι γηραιοί άνδρες που απέπνεαν εκκλησιαστική ιεροπρέπεια, παρουσίες που επέβαλλαν ειδικές απαγορεύσεις στην παιδική συμπεριφορά. Να περιμένουν να τους μιλήσουν οι άλλοι προτού μιλήσουν τα ίδια, να μη βγάζουν άχνα όσο διαρκούσε το γεύμα, από σεβασμό για τις συζητήσεις των μεγάλων περί δογμάτων και συνόδων. Να περιμένουν ακόμα και για να αρχίσουν να τρώνε ώσπου η μητέρα τους να σηκώσει το πιρούνι της, πράγμα που δεν έκανε προτού καταπνιγεί κάθε ίχνος ανυπομονησίας από την πλευρά τους. Και ο Τζακ τόσο ήσυχος, σαν να μην ήταν καν εκεί.

Η τραπεζαρία ήταν ίδια κι απαράλλαχτη, όπως και το υπόλοιπο σπίτι. Αλλά ήταν καταθλιπτική, εξαιτίας κάποιων στοιχείων της που θα μπορούσαν εύκολα να έχουν αλλάξει. Αν περνούσε από το χέρι της να κατεβάσει τα δαμασκηνί παραπετάσματα που πλαισίωναν τις δαντελένιες κουρτίνες, οι οποίες κρέμονταν μπροστά από τα στόρια των παραθύρων, θα το είχε κάνει στο λεπτό. Αν περνούσε από το χέρι της να απομακρύνει το δαμασκηνί χαλί με τα μαβιά ριπίδια ή πτερύγια ή ριζίδια στην μπορντούρα. Θα είχε αδειάσει τον μπουφέ από όλη εκείνη τη σαβούρα από μπιχλιμπίδια, δωράκια που μοστράρονταν εκεί από ευγένεια προς εκείνους που τους τα είχαν χαρίσει, πολλοί από τους οποίους πρέπει να είχαν ήδη αποδημήσει εις Κύριον. Πορσελάνινα γατάκια και σκυλάκια και πουλάκια, πιατάκια του γλυκού από οπαλίνα. Αλλά αυτός ο χώρος του σοβαρού, αέναου δειλινού είχε γίνει το θέατρο κάθε οικογενειακής χαράς, κι εδώ θα γιόρταζαν την παλιννόστηση του Τζακ, αν βέβαια ξυπνούσε εγκαίρως. Όταν ο πατέρας της σηκώθηκε και ντύθηκε –πράγμα που του πήρε μισή ώρα– της είπε, «Θα μπορούσες να πας να του χτυπήσεις την πόρτα». Τότε τον άκουσαν να κατεβαίνει τα σκαλιά.

Πήγε στην κουζίνα να φέρει το ψητό και επιστρέφοντας τους βρήκε και τους δυο να κάθονται σιωπηλοί στο φως των κεριών, ο πατέρας της χαμένος στις σκέψεις του, ο Τζακ παίζοντας μ’ ένα σπιρτόκουτο. Πριν από είκοσι χρόνια, είχαν μια ήσυχη συζήτηση σ’ αυτό το δωμάτιο. Έπρεπε να το είχε λάβει υπόψη της. Έπρεπε να είχε σερβίρει το δείπνο στην κουζίνα.

Έκανε ένα βήμα μέσα στο δωμάτιο και στάθηκε εκεί. Φορούσε το σακάκι και τη γραβάτα του. Φαινόταν διστακτικός, λες και φοβόταν μήπως σφετεριζόταν τον χώρο, λες και θα ήταν πιο χαρούμενος αν βρισκόταν αλλού. Έμοιαζε με τον παλιό Τζακ. Πρέπει να σκέφτηκε το ίδιο κι ο πατέρας της, γιατί ήταν φανερό πως συγκινήθηκε που τον είδε. Πέρασε ένα λεπτό προτού να πει, «Πέρασε, γιε μου. Κάθισε, κάθισε».

Η Γκλόρι είπε, «Άναψε αν θέλεις τα κεριά, Τζακ». Πήγε στην κουζίνα να φέρει το ψητό και επιστρέφοντας τους βρήκε και τους δυο να κάθονται σιωπηλοί στο φως των κεριών, ο πατέρας της χαμένος στις σκέψεις του, ο Τζακ παίζοντας μ’ ένα σπιρτόκουτο. Πριν από είκοσι χρόνια, είχαν μια ήσυχη συζήτηση σ’ αυτό το δωμάτιο. Έπρεπε να το είχε λάβει υπόψη της. Έπρεπε να είχε σερβίρει το δείπνο στην κουζίνα.

Όταν ήρθαν και τα μπισκότα στο τραπέζι κι εκείνη πήρε τη θέση της, ο γέροντας σηκώθηκε από την καρέκλα του να απευθυνθεί στον Κύριο. «Πολυαγαπημένε μας Πατέρα» είπε «Πατέρα που η αγάπη και η δύναμή σου είναι αναλλοίωτες και που αναλλοίωτοι είμαστε κι εμείς στα δικά σου μάτια, πάντοτε τα αγαπημένα σου παιδιά, όσο φθαρμένο ή ρυπαρό κι αν είναι το σάρκινο ένδυμά μας...».

Ο Τζακ χαμογέλασε κρυφά και άγγιξε το σημάδι κάτω από το μάτι του.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η καταστροφή, του Χανς Έριχ Νόσσακ (προδημοσίευση)

Η καταστροφή, του Χανς Έριχ Νόσσακ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αφήγημα του Χανς Έριχ Νόσσακ «Η καταστροφή» (μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης), που κυκλοφορεί στις 12 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Σκαρίφημα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Έζησα την καταστροφή του Αμβούργου ως θεατής. Η μο...

Ο μεσάζων, του Λ.Π. Χάρτλεϊ (προδημοσίευση)

Ο μεσάζων, του Λ.Π. Χάρτλεϊ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Λ.Π. Χάρτλεϊ «Ο μεσάζων» (μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο), που κυκλοφορεί στις 28 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Tο παρελθόν είναι μια ξένη χώρα...

Katherine Anne Porter: «Το πλοίο των τρελών»

Katherine Anne Porter: «Το πλοίο των τρελών»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Katharine Anne Porter «Το πλοίο των τρελών» (μτφρ. Έφη Τσιρώνη), που κυκλοφορεί στις 3 Ιουλίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Σχεδόν όλοι όσοι βρίσκ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Πόσο καλή ιδέα είναι να γίνει ξενώνας «Το Σπίτι των Νεκρών»;

Πόσο καλή ιδέα είναι να γίνει ξενώνας «Το Σπίτι των Νεκρών»;

Συγγραφείς και καλλιτέχνες αντιδρούν στην απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Δουβλίνου να μετατραπεί σε ξενώνα το σπίτι που ενέπνευσε τον James Joyce να γράψει το διήγημα «Οι νεκροί» που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Οι Δουβλινέζοι».

Της Σοφίας Μεσσήνη

...
«Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου», ένα μεγάλο ποιητικό δρώμενο σε live streaming

«Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου», ένα μεγάλο ποιητικό δρώμενο σε live streaming

Ποιητικό δρώμενο, με τίτλο τον εμβληματικό στίχο του Ανδρέα Εμπειρίκου «η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου», παρουσίασε η Εταιρεία Συγγραφέων στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» του Συλλόγου Φίλων της Μουσικής χωρίς την παρουσία κοινού λόγω των περιοριστικών μέτρων για την...

Πέντε αστυνομικά μυθιστορήματα με ελληνική σφραγίδα

Πέντε αστυνομικά μυθιστορήματα με ελληνική σφραγίδα

Πέντε ελληνικά αστυνομικά μυθιστορήματα από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή που ξεχωρίζουν.

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

 

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Μητέρες, της Σάρα Νοττ (προδημοσίευση)

Μητέρες, της Σάρα Νοττ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Sarah Knott «Μητέρες – Μια αντισυμβατική ιστορία» (μτφρ. Στέλλα Κάσδαγλη), που κυκλοφορεί στις 29 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΑΚΟΥΣΜΑ

...
Νο 13, του Βάλτερ Μπένγιαμιν (προδημοσίευση)

Νο 13, του Βάλτερ Μπένγιαμιν (προδημοσίευση)

Απόσπασμα μιας ενότητας και μέρος των επιλεγομένων από την ανθολογία του Walter Benjamin «Νο 13 – Εξήντα πέντε θέσεις για τα βιβλία και τις πόρνες, το γράψιμο, την κριτική, τους σνομπ και την επιτυχία», σε μετάφραση και επιλεγόμενα του Κώστα Κουτσουρέλη. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στις 27 Οκτωβρίου από τις εκδόσ...

Ανακαινίζω τη ζωή μου με αρχιτέκτονα τον Αριστοτέλη, της Φένιας Τσανάκα (προδημοσίευση)

Ανακαινίζω τη ζωή μου με αρχιτέκτονα τον Αριστοτέλη, της Φένιας Τσανάκα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Φένιας Τσανάκα «Ανακαινίζω τη ζωή μου με αρχιτέκτονα τον Αριστοτέλη» το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Πέντε αστυνομικά μυθιστορήματα με ελληνική σφραγίδα

Πέντε αστυνομικά μυθιστορήματα με ελληνική σφραγίδα

Πέντε ελληνικά αστυνομικά μυθιστορήματα από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή που ξεχωρίζουν.

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

 

...
Για τη Χρυσή Αυγή, την άκρα δεξιά, τον ελληνικό εθνικισμό: 20 βιβλία που έπρεπε να διαβάσουν

Για τη Χρυσή Αυγή, την άκρα δεξιά, τον ελληνικό εθνικισμό: 20 βιβλία που έπρεπε να διαβάσουν

Μια σχεδόν εξαντλητική περιήγηση στα βιβλία που αφορούν την ελληνική ακροδεξιά και τη Χρυσή Αυγή και κυκλοφόρησαν την τελευταία 10ετία στη χώρα μας. Ένα αξιανάγνωστο «σώμα» κειμένων που καλύπτει όλες τις όψεις του σύνθετου πολιτικού και κοινωνικού φαινομένου.

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

...
Βιβλία του φθινοπώρου ή τι θα διαβάσουμε τις μέρες που έρχονται

Βιβλία του φθινοπώρου ή τι θα διαβάσουμε τις μέρες που έρχονται

Επιλογή από τις προσεχείς εκδόσεις ελληνικής και μεταφρασμένης πεζογραφίας, ποίησης, δοκιμίων και βιογραφιών.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Με σκεπτικισμό αλλα και συγκρατημένη αισιοδοξία κινούνται οι περισσότεροι από τους εκδοτικούς οίκους ενόψει ενός χ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

17 Ιουλίου 2020 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

50 καλά βιβλία για το καλοκαίρι και για πάντα

Πενήντα καλά βιβλία από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή τα οποία ξεχωρίσαμε ανάμεσα σε πολλά ακόμη καλά βιβλία. Ελληνική και μεταφρασμένη πεζογραφία, ποίηση, δοκίμια ιστ

ΦΑΚΕΛΟΙ

ΞΕΧΩΡΙΣΑΜΕ

ΝΑ ΑΛΛΟ ΕΝΑ