alt

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Olivia Manning «Βαλκανική τριλογία - Η μεγάλη τύχη» (μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ), το οποίο κυκλοφορεί στις 5 Μαρτίου εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Τις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου το μουρμουρητό του κόσμου που συνωστιζόταν στην πλατεία είχε γίνει τόσο οικείο για τη Χάριετ όσο και το μουρμουρητό της κυκλοφοριακής κίνησης. Πολύ σύντομα μετά την αναχώρηση του Γιάκιμοφ για το Κλουζ σημειώθηκαν ξαφνικά επεισόδια, με φωνές να κραυγάζουν «abdică» και θόρυβο από τζάμια που έσπαγαν. Να και η εξέγερση, τελικά, σκέφτηκε. Όταν βγήκε έξω να δει, το πλήθος βρισκόταν σε αναβρασμό και οι αστυνομικοί ετοίμαζαν τις μάνικές τους. Και μόνο η απειλή έφτασε. Ο σαματάς κόπασε, όμως οι άνθρωποι δεν σκόρπισαν. Αυτή τη φορά αρνήθηκαν να μετακινηθούν. Αν δεν τους επιτρεπόταν να μιλήσουν, μπορούσαν ωστόσο να παραμείνουν, η παρουσία τους σιωπηρή μομφή για τους άρπαγες μέσα στα ανάκτορα.
Η Χάριετ θυμήθηκε που είχε πει στον Γκάι όταν νοίκιασαν το διαμέρισμα: «Είμαστε στο επίκεντρο των γεγονότων». Τώρα, απ' ό,τι φαινόταν, βρίσκονταν στο επίκεντρο των ταραχών.
Λίγο αργότερα, όταν προστέθηκαν στον όχλο και οι υπάλληλοι των γραφείων, ξέσπασαν αίφνης επευφημίες. Ο Γκάι είχε μόλις γυρίσει και στάθηκε δίπλα της στο μπαλκόνι. Η Χάριετ, που έβλεπε πολύ καλά μακριά, διέκρινε έναν άντρα με στρατιωτική στολή να στέκεται με χέρι υψωμένο στα σκαλιά των ανακτόρων. Ο Γκάι δεν μπορούσε να δει τίποτε απ' αυτά, άκουγε όμως το πλήθος να ουρλιάζει πανηγυρίζοντας φρενιασμένα.
«Είναι δυνατόν να είναι ο βασιλιάς;» απόρησε εκείνη. «Έκανε κάτι που επιτέλους τους ευχαρίστησε;»
Ο Γκάι δεν το θεωρούσε πιθανό. Η Ντεσπίνα όρμησε στο σαλόνι ανεμίζοντας τα μπράτσα της και φωνάζοντας ότι είχε συμβεί κάτι καταπληκτικό. Είχαν φέρει τον Αντονέσκου για τρίτη φορά από τη φυλακή και του είχαν προσφέρει για τρίτη φορά την πρωθυπουργία – με τους δικούς του όρους. Εκείνος δέχτηκε και απαίτησε επιτόπου την παραίτηση του Ουρντουρεάνου.
Τώρα, φώναξε η Ντεσπίνα χτυπώντας τη γροθιά στην παλάμη της, η χώρα θα ερχόταν στα ίσια της.
Προφανώς, την ίδια άποψη συμμερίζονταν όλοι. Αντιμετώπιζαν τον Αντονέσκου ως ήρωα. Το αυτοκίνητό του μετά βίας μπορούσε να προχωρήσει βγαίνοντας από τις πύλες των ανακτόρων, καθώς θαυμαστές το είχαν κυκλώσει από παντού. Όταν χάθηκε στο Βουλεβάρτο Ελιζαμπέτα, ο κόσμος άρχισε να διαλύεται, σαν να μην είχε να περιμένει τίποτα πια.
Νωρίς το απόγευμα ανακοινώθηκε η παραίτηση του Ουρντουρεάνου. Ο Γκάι και η Χάριετ, βγαίνοντας να συναντήσουν τον Ντέιβιντ, μπορούσαν να νιώσουν την αλλαγή στην ατμόσφαιρα. Η αίσθηση της επαναστατημένης οργής είχε εξανεμιστεί και τη θέση της είχε πάρει κάτι που έμοιαζε με αγαλλίαση. Και αυτό, διαισθάνονταν, ήταν μόνο η αρχή. Όπως είχε πει η Ντεσπίνα, τώρα η χώρα θα ερχόταν στα ίσια της. Ένας άντρας φώναξε καθώς αποχαιρετούσε τον φίλο του: «En nu abdic»1, προκαλώντας τα γέλια όσων τον άκουσαν. Ο φίλος απάντησε ότι ο Αντονέσκου θα τον έκανε να αλλάξει γνώμη.
Ο Ντέιβιντ είχε καλέσει τους Πρινγκλ να φάνε μαζί και τους περίμενε στο Εγγλέζικο Μπαρ. Πρότεινε να πάνε στο εστιατόριο Κίνα, στην πλατεία. Δεν είχαν συχνά τη δυνατότητα να τρώνε εκεί, απόψε όμως ήταν ξεχωριστή βραδιά.
«Μπορεί να συμβεί οτιδήποτε» είπε «και τότε θα έχουμε πλεονεκτική θέση».
Η μέρα ήταν πολύ ζεστή και η βραδιά θύμιζε μεσοκαλόκαιρο. Τα τραπέζια του κήπου είχαν καταληφθεί όλα από ανθρώπους που έμοιαζαν να περιμένουν κάτι.

Αίφνης καταμεσής του κήπου το βάθρο της ορχήστρας φωταγωγήθηκε και οι μουσικοί, ντυμένοι με λευκές μπλούζες και βελούδινες φουφούλες μέχρι τα γόνατα, πέρασαν ανάμεσα από τα τραπέζια κάνοντας υποκλίσεις δεξιά κι αριστερά. Ανέβηκαν στην εξέδρα. Ένας ολολυγμός από το βιολί, μια παύση κι έπειτα μια μανιασμένη μουσική ξεχύθηκε στο υπαίθριο εστιατόριο.

«Λες να περιμένουν την παραίτηση του βασιλιά;» ρώτησε ο Γκάι.
Ο Ντέιβιντ κάγχασε:
« Έτσι φαίνεται».
Τους έβαλαν σε ένα τραπέζι κοντά στον θαμνοφράχτη. Καθισμένοι στις ψάθινες καρέκλες κάτω από τις γέρικες μοσχολεμονιές, χάζευαν τους περαστικούς που έκαναν αμέριμνα τον περίπατό τους στην πλατεία. Είκοσι με τριάντα άνθρωποι, τα απομεινάρια του πρωινού πλήθους, στέκονταν γύρω από το άγαλμα του Καρόλου του Α΄. Ξαφνικά όλοι βρέθηκαν σε εγρήγορση. Κόσμος άρχισε να τρέχει προς το παλάτι. Οι συνδαιτυμόνες τους στον κήπο κυριεύτηκαν από έξαψη, άρχισαν να σαλεύουν ανήσυχα στις θέσεις τους και να απαιτούν πληροφορίες από τους σερβιτόρους. Όταν αυτοί δεν μπόρεσαν να τους πουν τίποτα, άρχισαν να παραπονιούνται λες και τους έκρυβαν σκόπιμα τα νέα. Αρκετοί ζήτησαν να δουν τον αρχισερβιτόρο, έναν ηλικιωμένο άντρα που ήξερε τους πάντες. Μπαίνοντας στον κήπο, αυτός σήκωσε ψηλά το χέρι του και είπε, αποδοκιμάζοντας τη στάση τους ευγενικά και
χαμογελαστά: « Ένα διάταγμα, δεν είναι παρά ένα διάταγμα». Και μετά έδωσε χαμηλόφωνα τις λεπτομέρειες στους σερβιτόρους, οι οποίοι τις μετέφεραν από τραπέζι σε τραπέζι.
Το διάταγμα καταργούσε τη βασιλική δικτατορία, αφήνοντας στον βασιλιά μονάχα το δικαίωμα να φοράει παράσημα και να παρασημοφορεί άλλους. Όταν τον έβαλαν να το υπογράψει, άρχισε να μαίνεται έξαλλος και κατηγόρησε τον Αντονέσκου για εσχάτη προδοσία, ωστόσο υποχρεώθηκε τελικά να το κάνει.
«Τον δύστυχο τον Μεγαλειότατο!» είπε ο Ντέιβιντ. «Κατάντησε σκέτο ανδρείκελο. Και τώρα τι θα κάνει ο στρατηγός; Δεν μπορεί να κυβερνήσει μόνος του. Θα πρέπει να καλέσει τη Σιδηρά Φρουρά ή τον στρατό, και φαντάζομαι πως ξέρει πολύ καλά τους στρατιωτικούς για να τους εμπιστευτεί».
«Λες να οδεύουμε προς μια δικτατορία της Σιδηράς Φρουράς;» τον ρώτησε ο Γκάι.
Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους.
«Δεν βλέπω άλλη εναλλακτική λύση».
Οπότε, συλλογίστηκε η Χάριετ, η κατάστασή τους ήταν πιο επισφαλής από ποτέ.
Με τα φυλλώματα να δημιουργούν έναν θόλο πάνω από τα κεφάλια τους, σειρές από χρωματιστά φωτάκια άναψαν ανάμεσα στα κλαδιά. Μέσα στα ανάκτορα, όπου ο βασιλιάς είχε απογυμνωθεί από τα πάντα εκτός από τα παράσημά του, πρόβαλαν οι γαλαξίες των πολυελαίων. Πάνω από το παλάτι ένα και μοναδικό αστέρι έλαμπε εξαιρετικά φωτεινό στο γαλάζιο μετάξι του ουρανού. Οι στέγες γυάλιζαν λουσμένες στις τελευταίες αναλαμπές της δύσης.
Αίφνης καταμεσής του κήπου το βάθρο της ορχήστρας φωταγωγήθηκε και οι μουσικοί, ντυμένοι με λευκές μπλούζες και βελούδινες φουφούλες μέχρι τα γόνατα, πέρασαν ανάμεσα από τα τραπέζια κάνοντας υποκλίσεις δεξιά κι αριστερά. Ανέβηκαν στην εξέδρα. Ένας ολολυγμός από το βιολί, μια παύση κι έπειτα μια μανιασμένη μουσική ξεχύθηκε στο υπαίθριο εστιατόριο.
Η Χάριετ θυμήθηκε την τελευταία φορά που είχαν φάει εδώ. Ήταν καταχείμωνο και, όπως κάθονταν κοντά στα διπλά παράθυρα, το τραπέζι τους φωτιζόταν από την αντανάκλαση του χιονοσκέπαστου κήπου, που φάνταζε μικρός κι ευχάριστος. Στο πλακόστρωτο υπήρχαν δύο σπασμένες καλαμένιες καρέκλες με μαξιλάρια από στοιβαγμένο χιόνι στο κάθισμά τους. Το χιόνι αναδείκνυε τα κομψά σχέδια στις πλάτες τους και τόνιζε κάθε καμπύλη και εσοχή του θόλου των δέντρων. Από κάτω τους, περίκλειστο από τα συμπλέγματα των κλαριών, υψωνόταν το βάθρο της ορχήστρας σκεπασμένο με χιόνι, σαν ένα έργο κινέζικης τέχνης με χρυσαφένια και κίτρινη λάκα. Ποιος θα φανταζόταν, βλέποντάς το τώρα στολισμένο με φώτα και φύλλα και λουλούδια, πως σε λίγο καιρό θα απόμενε έρημο κι εγκαταλειμμένο.
Το περασμένο φθινόπωρο ο Ίντσκεϊπ είχε διαβεβαιώσει τη Χάριετ πως ένας εχθρός δεν έκανε ποτέ εισβολή τον χειμώνα. «Σε λίγο καιρό θα χιονίσει και θα είμαστε όλοι σώοι και ασφαλείς» είχε πει.
Αισθάνθηκε μια νοσταλγία για το χιόνι, που της θύμιζε τη μαγεία της παιδικής ηλικίας, την ασφάλεια που γνώριζε προτού χαλάσουν όλα στην παιδική ζωή της. Όμως οι καιροί είχαν αλλάξει. Το περασμένο φθινόπωρο οι Γερμανοί βρίσκονταν δύο σύνορα πιο πέρα. Φέτος ωστόσο, όταν το χιόνι έφραζε τα περάσματα, θα έκλεινε μέσα μια γερμανική στρατιά και ολόκληρη τη Σιδηρά Φρουρά.
Όταν ξύπνησαν το επόμενο πρωί οι Πρινγκλ, επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Οι Σιδηροφρουροί είχαν ήδη πάρει τις θέσεις τους μπροστά στα κάγκελα των ανακτόρων, αλλά στέκονταν εκεί ολομόναχοι. Οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης αρκούνταν στο να αφήσουν την κατάσταση στα χέρια του Αντονέσκου.
Φέρνοντάς τους το πρωινό, η Ντεσπίνα μιλούσε ενθουσιασμένη για αυτόν τον αγωνιστή που είχε ανέλθει στην εξουσία για να διορθώσει όλες τις αδικίες. Ήταν ο μόνος που είχε τολμήσει να εναντιωθεί στον βασιλιά, και είχε πληρώσει για την αντίθεσή του. Όμως τώρα είχε επιστρέψει θριαμβευτής. Ήταν ο ηγεμόνας. Όσο για τον βασιλιά –έκανε μια απαξιωτική χειρονομία–, ο βασιλιάς ήταν μια νούλα.
Είτε ήταν νούλα είτε όχι, συλλογίστηκε η Χάριετ, ο βασιλιάς είχε υπάρξει σύμμαχος και προστάτης της αγγλικής κοινότητας. Οπότε η ίδια δεν λυπόταν που εξακολουθούσε να κάθεται στον θρόνο.
Ούτε και ο Γκάι. Μπορεί να μην εκτιμούσε καθόλου τον βασιλιά, όμως εκτιμούσε ακόμα λιγότερο τον Αντονέσκου, ο οποίος είχε αναδειχτεί από ανάγκη σε σύμβολο έντιμης δύναμης εν μέσω της δολερότητας και της σύγχυσης. Οι άνθρωποι τον έβλεπαν ως λύση μόνο και μόνο επειδή δεν υπήρχε λύση. Ίσως να μετάνιωναν για αυτή τους την ψευδαίσθηση.
Η μέρα κύλησε χωρίς επεισόδια. Ο περισσότερος κόσμος θεώρησε ότι η κατάσταση είχε διευθετηθεί, οπότε σάστισαν όταν το ίδιο βράδυ η αστυνομία έκανε δυναμικά την παρουσία της και διέταξε τους πάντες να αδειάσουν τους δρόμους.
Οι Πρινγκλ, που πήγαιναν στο Εγγλέζικο Μπαρ, βρέθηκαν αποκλεισμένοι στην πλατεία. Προχώρησαν βιαστικά ώστε να φτάσουν στο ξενοδοχείο πριν τους γυρίσουν πίσω, όμως η περιστρεφόμενη πόρτα ήταν κλειδωμένη. Κανείς δεν μπορούσε να μπει ή να βγει. Έτρεξαν στη γυάλινη πόρτα του κομμωτηρίου. Κι αυτή αμπαρωμένη. Τα παράθυρα άρχισαν να γεμίζουν με τα πρόσωπα ανθρώπων που βρίσκονταν ήδη μέσα. Η Χάριετ είδε τον Κλάρενς να τους κοιτάζει και του κούνησε το χέρι. Δεν μπορούσε να κανονίσει να περάσουν; Εκείνος έγνεψε αρνητικά με σαστισμένη ανημπόρια.
Ο Γκάλπιν, ο Σκρούμπι και άλλοι δημοσιογράφοι παρακολουθούσαν από ένα πλαϊνό παράθυρο. Ένας θυρωρός μπήκε απότομα μπροστά τους και κατέβασε το στόρι.
Η άδεια πλατεία έμοιαζε τεράστια έτσι όπως το λιθόστρωτο αντανακλούσε τη ρόδινη λάμψη του ηλιοβασιλέματος. Στο ξενοδοχείο, στα ανάκτορα, στο εστιατόριο Κίνα και στα άλλα κτίρια όλα τα στόρια είχαν κατέβει, με τις ωχρές επιφάνειές τους να επιβάλλουν μια υποχρεωτική αργία αυτή τη βραδιά.
Ένας αστυνομικός, βλέποντας τους Πρινγκλ, τους μόνους πολίτες που κυκλοφορούσαν πλέον στον δρόμο, τους είπε να πάνε στο σπίτι τους. Ο Γκάι ρώτησε τον λόγο για αυτές τις ενέργειες της αστυνομίας και πληροφορήθηκε πως είχε κηρυχθεί στρατιωτικός νόμος.
«Γιατί;» απόρησε ο Γκάι. «Τι συμβαίνει;»
Ο αστυνομικός ανασήκωσε τους ώμους με ύφος ανεξιχνίαστο και μετά, μην μπορώντας να κρατήσει τα όσα ήξερε για τον εαυτό του, είπε πως το παλάτι επρόκειτο να δεχτεί επίθεση.
«Από ποιους;»
Ο αστυνομικός δεν ήξερε.
Τη στιγμή που οι Πρινγκλ περνούσαν από την ταινία αποκλεισμού της αστυνομίας, άρχισαν να καταφτάνουν φορτηγά γεμάτα στρατιώτες. Ένα τανκ, βαμμένο γαλάζιο, πήρε θέση έξω από το ξενοδοχείο. Όπου υπήρχε κάλυψη στήνονταν πολυβόλα. Στον δρόμο έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας των Πρινγκλ ένα στρατιωτικό καμιόνι με μεγάφωνο απαιτούσε όχι μόνο να μείνουν όλοι μέσα αλλά και να κατεβάσουν τα στόρια και να εκκενώσουν τα μπαλκόνια. Όποιος βρισκόταν στον δρόμο μετά τις έξι και μισή θα κινδύνευε να συλληφθεί.
Μπαίνοντας πάλι στο διαμέρισμα μόλις ένα τέταρτο αφού είχαν βγει, οι Πρινγκλ ενθουσιάστηκαν ανακαλύπτοντας πως ενόσω έλειπαν είχε έρθει ο Ντέιβιντ, που κοίταζε τώρα έξω από την μπαλκονόπορτα.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Χάριετ.
«Κάποιο πραξικόπημα, φαντάζομαι» αποκρίθηκε εκείνος. «Οργανωμένο από τον στρατηγό. Αφαίρεσε από τον βασιλιά τις εξουσίες του, όμως η Λουπέσκου και ο Ουρντουρεάνου εξακολουθούν να βρίσκονται στο παλάτι καιροφυλακτώντας. Μάλιστα, οι άνθρωποι που είναι σε θέση να γνωρίζουν γελάνε με το διάταγμα. Ο βασιλιάς, πολύ απλά, θα περιμένει ώσπου να μπορέσει να αδράξει πάλι την εξουσία. Οπότε έχουμε αυτή την επίθεση στα ανάκτορα. Στημένη δουλειά, ίσως όμως και να πιάσει».
«Πρόκειται για επανάσταση;»
«Κατά κάποιον τρόπο. Αν μείνουμε χαμηλά ώστε να μη φαινόμαστε, θα μπορέσουμε να δούμε τα πάντα».
altΚανένας θόρυβος δεν ακουγόταν από την πλατεία. Η κυκλοφορία είχε σταματήσει. Το σκοτάδι έπεσε, όμως ακόμη δεν είχε συμβεί τίποτα. Οι δύο άντρες έμεναν ξαπλωμένοι παρακολουθώντας ανάμεσα από τα πέτρινα σκαλίσματα του παραπέτου, ενώ η Χάριετ είχε κολλήσει στον παραστάτη της πόρτας. Δεν υπήρχε ίχνος ζωής από κάτω. Όλοι, αστυνομικοί και στρατιωτικοί, ήταν κρυμμένοι στις σκιές. Ο έφιππος άντρας καθόταν στο γιγάντιο άλογό του μοναχικός. Γύρω του τα φώτα αντικατοπτρίζονταν σε έναν γυαλιστερό εβένινο κόσμο.
Τη σιωπή της πόλης καθώς περίμενε δεν διέκοπτε ο παραμικρός ψίθυρος. Ήταν τόσο ολοκληρωτική όσο και η σιωπή της χώρας.
Τελικά, η Χάριετ, έχοντας πιαστεί ολόκληρη, βαρέθηκε και πήγε στην κουζίνα. Οι υπηρέτες είχαν μαζευτεί όλοι στην ταράτσα εν αναμονή των γεγονότων. Εκείνη έφτιαξε σάντουιτς και τα πήγε στο σαλόνι. Οι τρεις τους κάθισαν οκλαδόν στο δάπεδο του μπαλκονιού και έκαναν πικνίκ. Επιστρέφοντας στη θέση της στην πόρτα, η Χάριετ είπε:
«Ακούω τραγούδι».
Το τραγούδι δεν ήταν παρά ένας παλμός στον αέρα. Ενώ αφουγκράζονταν, έφτασε ο Γιάκιμοφ. Το τραγούδι δυνάμωσε σε ένταση, συνοδευόμενο από ήχο βημάτων που προέλαυναν σταθερά ερχόμενα από το κέντρο της πόλης. Το τραγούδι διακόπηκε απότομα από μια διαταγή, δίνοντας τη θέση του σε φωνές, οι οποίες ολοένα πλησίαζαν. Ένα παράγγελμα δόθηκε στην πλατεία. Οι σκιές ξαφνικά ζωντάνεψαν.
«Τώρα» είπε ο Ντέιβιντ «κάτι πρέπει να δούμε».
Μέσα από το σκοτάδι πρόβαλαν τρέχοντας στρατιώτες με τουφέκια προτεταμένα και παρατάχθηκαν μπροστά στις διασταυρώσεις της Κάλεα Βικτόριεϊ και του Βουλεβάρτου Ελιζαμπέτα.
Ο θόρυβος από τα βήματα που πλησίαζαν και τις φωνές έσκασε πάνω τους σαν κύμα και σύντομα ήταν σε θέση να ξεχωρίσουν ατομικές απειλές εναντίον του βασιλιά, της Λουπέσκου και του Ουρντουρεάνου. Ακούγονταν επανειλημμένα συνθήματα που ζητούσαν τον θάνατο του βασιλιά.
Οι διαδηλωτές βρίσκονταν πλέον πολύ κοντά. Δόθηκε άλλο ένα παράγγελμα στην πλατεία. Οι στρατιώτες που ήταν παραταγμένοι μπροστά στο Βουλεβάρτο Ελιζαμπέτα ύψωσαν τα τουφέκια τους. Οι διαδηλωτές προχώρησαν. Ένας αξιωματικός κάτι φώναξε. Οι στρατιώτες πυροβόλησαν στον αέρα. Η ομοβροντία έδωσε αμέσως τέλος στον αναβρασμό. Έπεσε για λίγο σιωπή, την οποία ακολούθησαν τα σουρσίματα της αναδίπλωσης. Οπισθοχωρώντας όμως, οι διαδηλωτές ένωσαν τις φωνές τους σε ένα προκλητικό τραγούδι. Ήταν το «Καπιτάνουλ».
Οι στρατιώτες παρέμειναν στις θέσεις τους, όμως δεν δόθηκαν άλλες διαταγές. Το «Καπιτάνουλ» έγινε πάλι μια δόνηση στον αέρα και μετά σιγά σιγά έσβησε, ώσπου δεν ακουγόταν πια.
Ο Γκάι και ο Ντέιβιντ σηκώθηκαν όρθιοι.
«Ας πιούμε ένα ποτό» πρότεινε ο Γκάι.
«Κάπως μισερή δεν ήταν αυτή η επανάσταση;» ρώτησε η Χάριετ.
«Την κάνει τη δουλειά της» απάντησε ο Ντέιβιντ. «Τώρα ο Αντονέσκου μπορεί να πει "Βρίσκεστε σε θανάσιμο κίνδυνο. Δεν μπορώ να σας προστατέψω. Πρέπει να φύγετε"». Ο Γκάι σέρβιρε τσούικα και ο Ντέιβιντ ύψωσε το ποτήρι του. «Αποχαιρετάμε τον βασιλιά. Θα 'χει φύγει προτού ξημερώσει».
Αργότερα κυκλοφόρησε μια ιστορία πως ο Κάρολος έγραψε «Auf Wiedersehen»2 πάνω στο μενού του δείπνου του, υποκύπτοντας στις απαιτήσεις για παραίτηση, βέβαιος όμως ότι η χώρα του στο τέλος θα θυμόταν έναν τόσο πνευματώδη βασιλιά.


1. Ρουμανικά στο πρωτότυπο: «Δεν παραιτούμαι». (Σ.τ.Μ.)
2. Γερμανικά στο πρωτότυπο: «Αντίο». (Σ.τ.Μ.)


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Katherine Anne Porter: «Το πλοίο των τρελών»

Katherine Anne Porter: «Το πλοίο των τρελών»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Katharine Anne Porter «Το πλοίο των τρελών» (μτφρ. Έφη Τσιρώνη), που κυκλοφορεί στις 3 Ιουλίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Σχεδόν όλοι όσοι βρίσκ...

Colson Whitehead: «Τα αγόρια του Νίκελ»

Colson Whitehead: «Τα αγόρια του Νίκελ»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το –βραβευμένο με Pulitzer για το 2020– βιβλίο του Colson Whitehead «Τα αγόρια του Νίκελ» (μτφρ. Μυρσίνη Γκανά) που κυκλοφορεί στις 6 Ιουλίου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Σάλλυ Ρούνεϋ: «Κανονικοί άνθρωποι»

Σάλλυ Ρούνεϋ: «Κανονικοί άνθρωποι»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Σάλλυ Ρούνεϋ «Κανονικοί άνθρωποι» (μτφρ. Μαρία Φακίνου), που κυκλοφορεί στις 19 Ιουνίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ιανουάριος 2011

Ο Κόννελ χτυπάε...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Για την Αγία Σοφία»

«Για την Αγία Σοφία»

Ανακοίνωση του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού για την απόφαση μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί.

Επιμ. Απόστολος Σκλάβος

Η απόφαση της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί αποτελεί αυθαίρετη πράξη κατά των οικουμενικών α...

Δώδεκα καλά αστυνομικά βιβλία απ' όλον τον κόσμο

Δώδεκα καλά αστυνομικά βιβλία απ' όλον τον κόσμο

Επιλογή 12 μεταφρασμένων βιβλίων από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή, στο είδος του αστυνομικού ή του ψυχολογικού θρίλερ. 

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

...

Καλοκαίρι & φθινόπωρο στην Αθήνα με 78 εκδηλώσεις

Καλοκαίρι & φθινόπωρο στην Αθήνα με 78 εκδηλώσεις

Αυτό το διαφορετικό καλοκαίρι, ο Δήμος Αθηναίων με τον Οργανισμό Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ) είναι δίπλα στους πολίτες της Αθήνας, στηρίζοντας τον Πολιτισμό. Δείτε αναλυτικά τις πρώτες εκδηλώσεις, από 13 Ιουλίου έως 8 Αυγούστου.

Επιμέλεια: Απόστολος Σκλάβος ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Emmanuel Levinas «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο» σε μετάφραση και επίμετρο του Θωμά Συμεωνίδη, το οποίο κυκλοφορεί το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Θάνου M. Βερέμη «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ...

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Αζαριάδη «Παραπλάνηση», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μια Σκιά

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

30 Ιουνίου 2020 ΕΛΛΗΝΕΣ

π. Χαράλαμπος: «Είμαστε κάτι πέρα από τις σκέψεις και τα συναισθήματα»

Συνέντευξη με τον π. Χαράλαμπο Παπαδόπουλο με αφορμή το βιβλίο του «Εμπιστοσύνη – Η ελευθερία από την ανάγκη να ελέγχεις τα πάντα» (εκδ. Αρμός). Της Στε

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

30 Ιουνίου 2020 ΕΛΛΗΝΕΣ

π. Χαράλαμπος: «Είμαστε κάτι πέρα από τις σκέψεις και τα συναισθήματα»

Συνέντευξη με τον π. Χαράλαμπο Παπαδόπουλο με αφορμή το βιβλίο του «Εμπιστοσύνη – Η ελευθερία από την ανάγκη να ελέγχεις τα πάντα» (εκδ. Αρμός). Της Στε

ΦΑΚΕΛΟΙ

ΞΕΧΩΡΙΣΑΜΕ

ΝΑ ΑΛΛΟ ΕΝΑ