
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα μέσα του Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν. Φωτογραφία © Ανδρέας Σφυρίδης
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Ο Νάσος Γρηγορίου χώνεται γύρω στις εννιά στο μπαράκι. Συνήθως έρχεται τα Σάββατα ή τα μεσημέρια της Κυριακής, ποτέ καθημερινές. Πιάνει ένα από τα αδειανά σκαμπό του μπαρ, ανάμεσα στον Αλέξη και στον Ισίδωρο. Παραγγέλνει μια τεκίλα σανράιζ. Χαϊδεύει αμήχανα τις άκρες των μαλλιών του, που χύνονται στο πανωφόρι του, χουχουλίζει τα χέρια του που έχουν παγώσει από το κρύο, και ανάβει τσιγάρο. Νιώθει ξεκάρφωτος, σαν πλοίο που αγκυροβόλησε σε λάθος λιμάνι τη λάθος στιγμή. Η ματιά του σκαλώνει στην αφημένη σύριγγα και σχολιάζει φωναχτά, για να ακούσει η κοπέλα του μπαρ, με την οποία κατά καιρούς συζητάνε διάφορα.
«Γεμίσαμε από αυτές, ακόμα και στα λύκεια. Στις τουαλέτες του Διατηρητέου, αλλά και στον προαύλιο χώρο, κάθε Δευτέρα κυρίως, βρίσκουμε τουλάχιστον τρεις. Πολλοί χρήστες πηδάνε το τοιχίο τα Σαββατοκύριακα και βρίσκουν κατάλυμα. Βέβαια, το να μπαίνει η αστυνομία στα γυμνάσια και να τα περιφρουρεί δεν είναι λύση, εγκυμονεί κινδύνους αυταρχικότητας και αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς, αλλά εκεί δυστυχώς οδηγούμαστε…»
Στα ηχεία ο Παπακωνσταντίνου ερμηνεύει παράφορα το «Άσε με να κάνω λάθος».
Ο Ισίδωρος και ο Αλέξης δεν μιλάνε. Συγκεντρώνονται στους στίχους του τραγουδιού. Πού το θυμήθηκαν αυτό το παλιό κομμάτι; αναρωτιούνται και οι δύο από μέσα τους.
Στο άκουσμα του τραγουδιού, από το βάθος ακούγονται ξεφωνητά. Η κοπέλα του μπαρ εξηγεί γενικώς και αορίστως, δίχως να γυρίσει να κοιτάξει κανέναν.
«Είναι κι αυτές οι θεοπάλαβες κάθε Τετάρτη… Τον πρώτο μήνα ήταν ήρεμες, τώρα έχουν αφηνιάσει. Γνωστές του Νικηφόρου, ζητάνε κάθε τόσο το ίδιο τραγούδι του Παπακωνσταντίνου. Τους το βάζουμε κάπου κάπου μην τους χαλάσουμε χατίρι. Παραγγέλνουν κι ένα ποτό, που το βαφτίσανε “Μάριος”. Δικής τους έμπνευσης. Ρούμι, βότκα, κονιάκ, κόκα κόλα, λεμόνι και φλούδες πορτοκαλιού στο στόμιο των ποτηριών. Άντε να βγάλεις άκρη. Πίνεται τέτοιο ποτό; Ποιος ξέρει τι τρέλα κουβαλάνε…»
Ο Ισίδωρος ρίχνει μια λοξή αμήχανη ματιά στον Αλέξη, στο βάθος, που συνεχίζει να καπνίζει. Νομίζει πως από κάπου τον γνωρίζει, αλλά δεν μπορεί να θυμηθεί από πού. Ο Αλέξης σηκώνει τώρα το ποτό του και πίνει, βυθισμένος εκ νέου στις σκέψεις του. Ο Νάσος Γρηγορίου προσέχει τη σερβιτόρα, ενώ εκείνη ξεπλένει κάτι ποτήρια. Δεν μπορεί να βγάλει από τον νου του κι εκείνον τον φορτικό τύπο που σήμερα το μεσημέρι, μόλις σχόλασε από το λύκειο, του την έπεσε σε μία διασταύρωση ζητώντας του κέρματα, τάχα για να πάει με λεωφορείο να δει τη μάνα του στον Λαγκαδά. Δεν του έδωσε, αλλά νιώθει κάπως. Φως φανάρι πως μάζευε για τη δόση του, τρίκλιζε άλλωστε, μαστουρωμένος ήταν, αλλά του είχε γίνει κολλιτσίδα. Είδε κι έπαθε να του ξεφύγει. Τώρα το παλιό τραγούδι κάπως τον ηρεμεί. Τον γυρίζει χρόνια πίσω, τον πλημμυρίζει νοσταλγία.
Οι δύο από αυτές έχουν γυρισμένη την πλάτη προς τη μεριά του μπαρ. Την τρίτη, όπως κοιτάζει λοξά το είδωλό της στο ημίφως, νομίζει πως από κάπου τη γνωρίζει. Το λίγο των ματιών της, η ελαφριά κλίση της μύτης της, το περίγραμμα των χειλιών της, του είναι οικεία. Με προτεταμένα τα χέρια της υποδύεται ως ηθοποιός επί σκηνής τους στίχους του αγαπημένου της τραγουδιού...
Πίσω από τη σερβιτόρα, στον μεγάλο καθρέφτη του καφέ-μπαρ, διακρίνει τα τιρκουάζ κρόσσια της κουρτίνας να μετακινούνται. Τρεις γυναίκες, που γελούν δυνατά και συζητάνε, εμφανίζονται ανέλπιστα στο βάθος του μαγαζιού. Ο σερβιτόρος τούς πηγαίνει τα ποτά τους. Οι δύο από αυτές έχουν γυρισμένη την πλάτη προς τη μεριά του μπαρ. Την τρίτη, όπως κοιτάζει λοξά το είδωλό της στο ημίφως, νομίζει πως από κάπου τη γνωρίζει. Το λίγο των ματιών της, η ελαφριά κλίση της μύτης της, το περίγραμμα των χειλιών της, του είναι οικεία. Με προτεταμένα τα χέρια της υποδύεται ως ηθοποιός επί σκηνής τους στίχους του αγαπημένου της τραγουδιού:
Πες μου μόνο πώς περνούν τη νύχτα
με δυο φίλους σ’ ένα υπόγειο σκυφτό
η σειρήνα πάνω ουρλιάζει και η σύριγγα αδειάζει
και το αίμα χύνεται ζεστό
Είναι έτοιμος να σηκωθεί, να κοιτάξει καλύτερα, να πλησιάσει, αλλά το αναβάλει. Η δύναμη της βαρύτητας τον καθηλώνει στο σκαμπό του. Ο χρόνος ακινητοποιείται στο άκουσμα των παραπάνω στίχων. Παλιές ιστορίες σηκώνονται δειλά στο σκοτάδι και στήνουν χορό. Πιάνονται σαν αμήχανοι έφηβοι από μέση και ώμους και στροβιλίζονται στο ημίφως. Και η σύριγγα, ως εκ θαύματος, αρχίζει να μετακινείται. Τρυπά την πλαστική της συσκευασία και μετεωρίζεται στον μέσα χώρο. Σηκώνεται ψηλά, ολοένα ψηλότερα κι εντέλει φτάνει στον μισάνοιχτο φεγγίτη του μπαρ. Γίνεται ένα ολόφωτο καράβι που ταξιδεύει τους θαμώνες στους πιο μακρινούς γαλαξίες του σύμπαντος.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Στη σύγχρονη Θεσσαλονίκη, άνθρωποι κινούνται δίχως να αγγίζονται, σαν παράλληλες ευθείες που αποφεύγουν πεισματικά τη συνάντηση. Ο Αλέξης και ο Ισίδωρος ζουν στην ίδια γειτονιά, αναπνέουν τον ίδιο αέρα, συχνάζουν στα ίδια μέρη, αγνοώντας ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Ο πρώτος, εγκλωβισμένος σε ενοχές, φαντάσματα του παρελθόντος και ανεξήγητες σωματικές κρίσεις, παλεύει με μια υπαρξιακή ανησυχία που κορυφώνεται ύστερα από μια ασήμαντη –φαινομενικά– συνάντηση με έναν νεαρό ουσιοεξαρτημένο. Ο δεύτερος, παρορμητικός και συναισθηματικά ευάλωτος, παρασύρεται από έναν έρωτα που γεννιέται απρόσμενα μέσα σε έναν χώρο ρουτίνας: ένα μικροβιολογικό εργαστήριο. Γύρω τους ξεδιπλώνονται και άλλες ιστορίες: γυναίκες που κουβαλούν τα χαμένα όνειρα της νιότης τους, γάμους που τις λύγισαν, μητρότητες που τις βαραίνουν, σιωπές που έχουν γίνει δεύτερο δέρμα. Η Ολυμπία, η Ελπίδα, η Άσπα και οι υπόλοιπες γυναικείες μορφές του μυθιστορήματος προσπαθούν να επαναπροσδιορίσουν τον εαυτό τους μέσα σε μια πόλη που υπόσχεται διαφυγή αλλά συχνά ανακυκλώνει τη μοναξιά. Και τα παιδιά των τριών ηρωίδων; Ποιους δρόμους θ’ ακολουθήσουν μελλοντικά;
Με φόντο την ποίηση, τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική, τη μουσική, την ψυχανάλυση και τη φιλοσοφία, το μυθιστόρημα αναπαριστά τους ήρωές του σαν αγάλματα· ακίνητους εξωτερικά, αλλά γεμάτους εσωτερική δόνηση. Η «μελωδία» τους είναι οι ανείπωτες επιθυμίες, οι ενοχές, οι φόβοι και οι μικρές πράξεις λύτρωσης που, κάποτε, διαρρηγνύουν τη γεωμετρία των παράλληλων βίων.
Το βιβλίο Η μελωδία των αγαλμάτων είναι ένα μυθιστόρημα για τη συνάντηση και την αποξένωση, για τη μνήμη και το σώμα, για τους ανθρώπους που μοιάζουν ακίνητοι, αλλά μέσα τους παλεύουν να ξαναζωντανέψουν. Όλα συμβαίνουν στο μπαρ «Ερμής ανάδρομος», που, χρόνια μετά, «μεταμορφώνεται» σε καφέ-Neutral. Πηγή έμπνευσης όλων των γεγονότων που διαδραματίζονται στο βιβλίο η φοιτητική μου ζωή και η τριβή μου με τα παλιά μπαράκια της πόλης, της δεκαετίας του ’80 και του ’90, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ανήκει πλέον στην ιστορία της Θεσσαλονίκης. Ένα βιβλίο για ανθρώπους που επιστρέφουν στο παρελθόν όχι από νοσταλγία, αλλά για να το ξορκίσουν.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Παναγιώτης Γούτας (1962) γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε νομικά στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και παιδαγωγικά στο Α.Π.Θ. Εργάστηκε επί τριάντα χρόνια στη δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση. Πρωτοεμφανίστηκε στα Γράμματα το 1990 με διήγημά του στο περιοδικό «Παραφυάδα» (τεύχ. 6). Από το 2001 εκδίδει βιβλία πεζογραφίας, ποίησης και κριτικών δοκιμίων, και από το 2003 δημοσιεύει βιβλιοκρισίες σε έντυπα και σε ηλεκτρονικά μέσα. Το διήγημά του «Αϊσέ» μεταποιήθηκε από τον ίδιο σε λιμπρέτο και, τον Ιούνιο του 2014, παρουσιάστηκε σε σειρά μουσικοθεατρικών παραστάσεων, στο θέατρο ΑΥΛΑΙΑ. Από το 2013 είναι μέλος της Ε.Λ.Θ. Απ’ τον Σεπτέμβριο του 2024 έθεσε σε λειτουργία τη λογοτεχνική αρχειοθήκη (blog) «Λάφυρα του Αυγούστου» (pgoutas.blogspot.com). Αυτό είναι το δέκατο έβδομο βιβλίο του.




















