
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Αλεξίας Κέπελη «Η μέντορας», το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 4 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Η Vis είχε απόλυτο δίκιο. Καθισμένη σε εκείνη τη στάση, συνειδητοποιούσε ότι δεν είχε πολλά πράγματα που μπορούσε να κάνει στην άδειά της. Είχε μείνει εκτός για τρεις μέρες και ήδη αισθανόταν παράξενα. Ένιωθε πως δεν ήταν παραγωγική και αυτό την άγχωνε αφάνταστα. Πήγαινε κόντρα σε όσα της είχαν διδάξει. Πώς θα εξελισσόταν, πώς θα ήταν χρήσιμη, πώς θα έδινε ουσία στη ζωή της αν δεν επικεντρωνόταν στη δουλειά της; Πώς θα έβγαζε περισσότερα χρήματα;
Πώς θα αποκτούσε μεγαλύτερη αξία; εκείνος ο ψίθυρος, που έμοιαζε με νυχιά σε μαυροπίνακα, γέμιζε κάθε τόσο το μυαλό της.
Άκουσε το τρόλεϊ που σταμάτησε μπροστά της και είδε τον κόσμο γύρω της να κινείται νωχελικά. Όπως πάντα, υπήρχαν δύο Ρυθμιστές στο όχημα. Ένας στην μπροστινή πόρτα, στην οποία είχε ήδη δημιουργηθεί μια ουρά, για να σκανάρει τα εισιτήρια όσων ανέβαιναν, και ένας στη μέση, που έλεγχε όσους κατέβαιναν από τις πίσω πόρτες, φροντίζοντας να είναι παραταγμένοι σωστά.
Μπήκε τελευταία στην ουρά. Δεν ήταν σίγουρη πού ακριβώς θα πήγαινε, αλλά ήξερε πως δεν άντεχε να επιστρέψει στο σπίτι.
Κατέληξε στο Σύνταγμα. Περνώντας από την πλατεία για να πάει προς το μετρό, θυμήθηκε πως, όταν ήταν πολύ μικρή, συνήθως σ’ αυτό το μέρος επικρατούσε πολλή φασαρία. Μερικές φορές γίνονταν διαδηλώσεις μπροστά από το κτίριο της Βουλής. Σχεδόν σε καθημερινή βάση, μαζεύονταν στην πλατεία μουσικοί και έπαιζαν για τους περαστικούς, που συχνά άφηναν κέρματα στις θήκες από τις κιθάρες ή στα καπέλα. Η Vis, μέσω της Μονάδας Hope, χρειάστηκε μερικούς μήνες για να εξαφανίσει και τους μουσικούς και τους διαδηλωτές. Τώρα, η πλατεία ήταν απόλυτα ήσυχη. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το νερό που λαμπύριζε στο πεντακάθαρο σιντριβάνι και οι χαμηλόφωνες συζητήσεις στα τραπεζάκια των νέων καφετεριών και των εστιατορίων που είχαν ανοίξει περιμετρικά της πλατείας. Η περιοχή είχε αναβαθμιστεί. Αυτό έλεγαν και οι αφίσες που συναντούσε κανείς σε νεοανεγερθείσες πινακίδες ανά μερικά μέτρα στο κέντρο.
Νέα εμπορικά κέντρα, νέα πολυτελή διαμερίσματα, νέα υπερσύγχρονα εταιρικά γραφεία, νέοι, καθαροί δρόμοι, καθαρά πεζοδρόμια, χωρίς λακκούβες ή ρωγμές. Χωρίς τις ενοχλητικές ράμπες ή τις ειδικές πλάκες του πεζοδρομίου για κάποιους που κάποτε τις χρειάζονταν.
Επέλεξε μια τυχαία διαδρομή και κατέβηκε με τις κυλιόμενες σκάλες στο μετρό. Μια γυναικεία φωνή ακούστηκε από τα μεγάφωνα: «Αγαπητοί επιβάτες, υποχρεούστε να κρατήσετε και να επαναφορτίσετε το εισιτήριό σας. Εξοικονομούμε χρόνο, προστατεύουμε το περιβάλλον». Ρίχνοντας ένα βλέμμα σε κάποιο σημείο στην οροφή, που έμοιαζε να κινείται μαζί με τις σκάλες, σκέφτηκε πόσο εμφανείς ήταν κάποιες προτεραιότητες. Η εξοικονόμηση χρόνου ήταν κάπως πιο σημαντική σε σχέση με το περιβάλλον. Και αυτός ο τρόπος σκέψης ήταν εντυπωμένος στα πάντα.
Δεν υπήρχαν άδειες θέσεις στην αποβάθρα κι έτσι στάθηκε όρθια πίσω από την κόκκινη γραμμή. Πέρασε την τσάντα στον έναν ώμο και έβγαλε το κινητό της. Προσπάθησε να κρατήσει το βλέμμα της σ’ αυτό. Δεν θεωρούνταν ιδιαίτερα ευγενικό να κοιτάζει κανείς τους άλλους σε δημόσιους χώρους ή να μη φαίνεται συγκεντρωμένος στο να φτάσει στον προορισμό του, στο να ασχοληθεί με το κινητό του, στο να διαβάσει την εφημερίδα του.
Μια κίνηση που έπιασε με την άκρη του ματιού στα δεξιά τράβηξε την προσοχή της. Κάποιος έκανε σπασμωδικές κινήσεις δίπλα της. Σε κάθε άλλη περίπτωση δεν θα είχε ασχοληθεί, όμως το στομάχι της ήταν χάλια και ήταν εκνευρισμένη. Επομένως ο «κάποιος» την ενοχλούσε. Του έριξε ένα πλάγιο σκοτεινό βλέμμα. Ήταν όμορφος. Και καλοντυμένος. Είχε κοντά ξανθά μαλλιά και φορούσε λευκό πουκάμισο και παντελόνι μέσα στο κατακαλόκαιρο και τα Oxford παπούτσια του ήταν καλά γυαλισμένα. Μια σταγόνα ιδρώτα είχε κυλήσει στο πλάι του μετώπου του για να καταλήξει στο σαγόνι του. Έσφιγγε και ξέσφιγγε τα δάχτυλά του γύρω από τη λαβή του καφέ χαρτοφύλακα που κρατούσε, καθώς έκανε διστακτικά βήματα μπρος και πίσω. Κοίταζε μία τις ράγες, μία την οροφή και μία πίσω του και οι ανάσες του ήταν κοφτές· σχεδόν πανικόβλητες.
Ποιος να ήταν; Τι να έκανε; Ποια να ήταν η δουλειά του; Οι ερωτήσεις κατέκλυσαν το μυαλό της ταυτόχρονα.
Η Λητώ άρχισε να τον παρατηρεί πιο προσεκτικά κάτω από το γείσο του καπέλου της, με το κεφάλι χαμηλωμένο όσο γινόταν. Από μακριά μπορούσε ήδη να ακούσει τους τροχούς του μετρό να στριγκλίζουν πάνω στις ράγες.
Θα πηδούσε. Τον παρακολουθούσε όσο έπαιρνε την απόφαση. Όσο σκεφτόταν τις πιθανότητες. Ίσως αναρωτιόταν πώς θα ήταν η ζωή του αν δεν το έκανε. Ίσως σκεφτόταν πόσο θα πονούσε προτού τελειώσουν όλα. Ή αν θα το μετάνιωνε τη στιγμή που θα ένιωθε το μέταλλο να προσκρούει στο σώμα του.
Το μετρό πλησίαζε και οι ήχοι που έκανε δυνάμωναν όλο και περισσότερο.
Τον είδε να κάνει ένα απότομο βήμα, να περνάει την κόκκινη γραμμή και να ταλαντεύεται στο χείλος της αποβάθρας που τώρα ήταν κάτω από τα πέλματά του. Κράτησε την ανάσα της. Και την άφησε όταν τον είδε να τινάζει το κεφάλι, να μουρμουρίζει κάτι με έναν λυγμό και να τραβιέται πάλι πίσω, περνώντας το χέρι μέσα από τα μαλλιά του. Τα χαρακτηριστικά του εντελώς αλλοιωμένα πια. Τα μπλε μάτια του μισόκλειστα, γεμάτα δάκρυα.
Τον είδε να κάνει ένα απότομο βήμα, να περνάει την κόκκινη γραμμή και να ταλαντεύεται στο χείλος της αποβάθρας που τώρα ήταν κάτω από τα πέλματά του. Κράτησε την ανάσα της. Και την άφησε όταν τον είδε να τινάζει το κεφάλι, να μουρμουρίζει κάτι με έναν λυγμό και να τραβιέται πάλι πίσω, περνώντας το χέρι μέσα από τα μαλλιά του. Τα χαρακτηριστικά του εντελώς αλλοιωμένα πια. Τα μπλε μάτια του μισόκλειστα, γεμάτα δάκρυα.
Κοίταξε διακριτικά στ’ αριστερά της. Η Ρυθμίστρια που βρισκόταν στην αποβάθρα ήταν πολύ μακριά και δεν τους πρόσεχε καν. Οι κάμερες ήταν κι αυτές μακριά. Ή τουλάχιστον σε σημεία που δεν θα είχαν καθαρή εικόνα των προσώπων τους.
Μέσα στον εκκωφαντικό πια θόρυβο, η καρδιά της χτυπούσε εκατό φορές πιο γρήγορα.
Θα έβρισκε τρόπο να το δικαιολογήσει αν την έβλεπαν. Αν την αναγνώριζαν. Θα μπορούσε να ισχυριστεί πως είχε πέσει επάνω του κατά λάθος. Θα έβλεπαν ότι ήταν κάποιος ευυπόληπτος άνθρωπος. Κάποιος που ντυνόταν έτσι έπρεπε να είναι κάποιος σημαντικός. Σίγουρα ήταν παραγωγικός· σίγουρα πρόσφερε. Ίσως ήταν κάποιος που χρειαζόταν λίγη περισσότερη καθοδήγηση. Ήταν εμφανές πως κάποιος Ρυθμιστής δεν είχε κάνει σωστά τη δουλειά του· δεν του είχε δώσει όλες τις απαραίτητες συμβουλές. Έπρεπε να σκεφτεί όλες τις πιθανότητες προτού δράσει. Έπρεπε να σκεφτεί. Την ασφάλειά της. Την ασφάλεια του Αλέξανδρου. Τον Βογιατζή. Τον Ορφέα. Τη θέση που της πήρε οκτώ χρόνια για να κατοχυρώσει, τη ζωή της όλη. Έπρεπε να σκεφτεί όλες τις πιθανές εκβάσεις για τη ζωή της μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα.
Ώσπου τα δευτερόλεπτα τελείωσαν. Και ουσιαστικά δεν είχε σκεφτεί τίποτα.
Ένας χαρτοπόλεμος εκτινάχθηκε προς κάθε κατεύθυνση μαζί με τον χαρτοφύλακα που χτύπησε πρώτα στην καμπίνα του οδηγού και μετά στην οροφή.
Τον είχε αρπάξει από πίσω και τον είχε τραβήξει τόσο δυνατά που στην αρχή ξεχείλωσε μονάχα το πουκάμισο. Αρπάχτηκε από τα μπράτσα του και έμπηξε τα νύχια της στο ύφασμα και στο δέρμα με όση δύναμη είχε. Έριξε όλο το βάρος της πίσω και ένιωσε τη ριπή από τον αέρα που τους χτύπησε καθώς το μετρό πέρασε από μπροστά τους για να σταματήσει.
Έπεσε επάνω της, αλλά ήταν τόσο σοκαρισμένος που δεν έκανε καμία κίνηση για να σηκωθεί. Βογκώντας από την προσπάθεια, τον έσπρωξε στο πλάι, όσο γύρω τους οι άνθρωποι τους προσπερνούσαν για να πλησιάσουν τις πόρτες. Πέρα από μερικά ανήσυχα βλέμματα και κάποιους ψιθύρους, κανείς δεν έκανε καμία κίνηση προς το μέρος τους, όπως ήταν το αναμενόμενο εξάλλου. Η Ρυθμίστρια μάλλον δεν τους είχε δει, γιατί δεν τους πλησίασε. Εκείνος την κοίταζε σοκαρισμένος, παίρνοντας κοφτές ανάσες. Τα μάτια του εστίαζαν μία σ’ εκείνη και μία στο ταβάνι.
Δύο χέρια εμφανίστηκαν και άρχισαν να ελέγχουν το κεφάλι, τους ώμους και το στήθος του άντρα. Στην αρχή σκέφτηκε ότι ήταν η Ρυθμίστρια, ότι τελικά τους είχε δει, και ετοιμάστηκε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της απόφασής της. Σχεδόν αμέσως κατάλαβε πως δεν θα μπορούσε να είναι. Δεν θα έψαχνε αγχωμένα τον άντρα για τραύματα. Δεν το ανέλυσε περισσότερο. Γύρισε, στηρίχθηκε στα γόνατα και στα χέρια της και ετοιμάστηκε να ορμήσει προς την έξοδο, πιέζοντας το γείσο του καπέλου ακόμα πιο χαμηλά στο μέτωπό της.
Ένα απότομο τράβηγμα στον καρπό της την ανάγκασε να συστραφεί. Ήταν έτοιμη να αντιδράσει και να σπάσει το χέρι όποιου την είχε αρπάξει, αλλά θυμήθηκε ποια ήταν και πού βρισκόταν. Αν μέσα στην αργή ροή του κόσμου, που μπαινόβγαινε ακόμη στο μετρό, η Ρυθμίστρια δεν τους είχε παρατηρήσει, μια έντονη πάλη σίγουρα θα της τραβούσε την προσοχή. Έτσι, βρέθηκε στήθος με στήθος με έναν άλλο άντρα. Ήταν το ίδιο καλοντυμένος και εμφανίσιμος. Με εξίσου φροντισμένα ρούχα, αν και ήταν φανερό πως είχε τρέξει μέχρι εκεί. Είχε ιδρώσει και ήταν λαχανιασμένος.
«Ποια είσαι;» ρώτησε. Είχε σμίξει τα καστανά του μάτια. Κρατούσε ακόμη τον καρπό της. Αυτή δεν ήταν φυσιολογική αντίδραση. Κανένας απ’ αυτούς τους δύο ανθρώπους δεν ήταν φυσιολογικός.
Είδε από μακριά δύο Ρυθμιστές να ανοίγουν δρόμο ανάμεσα στον κόσμο και να έρχονται προς το μέρος τους. Ο ένας από τους δύο έδειξε τον άγνωστο μπροστά της και η Λητώ κατάλαβε αμέσως ότι τον είχαν ακολουθήσει. Ίσως επειδή είχε τρέξει και αυτό απαγορευόταν. Ο άντρας ακολούθησε το βλέμμα της και αυτά τα δευτερόλεπτα που αφαιρέθηκε ήταν αρκετά για να απελευθερώσει το χέρι της, να αναμειχθεί με τον κόσμο και να ανεβεί με τις κυλιόμενες σκάλες στην επιφάνεια.
Η καρδιά της βροντοχτυπούσε ακόμη όταν βγήκε ξανά στην πλατεία Συντάγματος. Αναρωτήθηκε αν την είχε δει κανείς. Η σκέψη και μόνο ότι θα μπορούσε να βρεθεί υπόλογη γι’ αυτό που είχε συμβεί την παρέλυε. Με το χέρι στον λαιμό της, προσπαθώντας να επαναφέρει την αναπνοή και τους παλμούς της σε φυσιολογικούς ρυθμούς. Κοίταξε τον καταγάλανο ουρανό. Παραδόξως, αισθανόταν ξαφνικά πιο ανάλαφρη. Σαν να είχε φύγει ένα βάρος από πάνω της.
Και τότε συνειδητοποίησε ότι η τσάντα είχε γλιστρήσει από τον ώμο της.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Σε μια εναλλακτική, σχεδόν σημερινή, Ελλάδα, η Vis και οι μονάδες της ελέγχουν τους πολίτες, τις αποφάσεις και τις πράξεις τους, ώστε η χώρα να βγει από τον βούρκο όπου έχει βουλιάξει. Η Λητώ εργάζεται ως Ρυθμίστρια στη Μονάδα Hope, ακολουθεί τους κανόνες, «καθαρίζει» τους δρόμους από τα ενοχλητικά στοιχεία, διασφαλίζει ότι τα πάντα λειτουργούν ρολόι. Παράλληλα, ζει σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες μαζί με τον αδελφό της, για τον οποίο θα έδινε ακόμα και τη ζωή της, και τη μητέρα τους.
Για να γίνει Ρυθμίστρια, πέρασε από απάνθρωπες δοκιμασίες, διέλυσε κάθε ευαισθησία μέσα της, συνειδητοποίησε πως πάνω απ’ όλα προέχει η επιβίωση – και έκανε τα πάντα για να την εξασφαλίσει. Το επόμενο βήμα; Η προαγωγή σε Μέντορα. Για να φτάσει όμως εκεί δεν αρκεί να επιβιώσει – απαιτείται να κυριαρχήσει.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Αλεξία Κέπελη γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτη του Τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου και κάτοχος μεταπτυχιακού στην Πολιτιστική Διαχείριση. Η αγάπη της για τον πολιτισμό και, ειδικότερα, για τη λογοτεχνία ξεκίνησε από τα μαθητικά της χρόνια και εντάθηκε χάρη στις μετέπειτα σπουδές της. Ασχολείται με τη συγγραφή από μικρή ηλικία και αγαπάει ιδιαίτερα τη σύγχρονη μεταφρασμένη λογοτεχνία, που καταπιάνεται με καίρια κοινωνικά θέματα, όπως και τη λογοτεχνία φαντασίας. Το 2022 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα, Η Κυριαρχία της Σιωπής (εκδ. Χάρτινη Πόλη).




















