
Για την παράσταση «Ο γλάρος» του Άντον Τσέχοφ (Anton Chekhov), σε σκηνοθεσία της Ζωής Ξανθοπούλου, στο Θέατρο «Θησείον». © Kiki Papadopoulou
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
«Χρειάζονται νέες φόρμες, νέες μορφές στην τέχνη, κι αν δεν υπάρχουν, τότε δεν χρειάζεται τίποτα»: στη βάση αυτής της φράσης η Ζωή Ξανθοπούλου συνθέτει τη δική της αισθητική φόρμα στην παράσταση «Γλάρος» που είδα στο θέατρο «Θησείο», στα πλαίσια του θεσμού «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός 2026».
Στο κατεξοχήν αυτοβιογραφικό έργο του (Чайка, 1895) ο Τσέχοφ διατυπώνει ξεκάθαρα τους προβληματισμούς του για τη ρουτίνα της καθημερινότητας, για το βάσανο της δημιουργίας και για την ευθύνη του καλλιτέχνη. Όταν το έργο πρωτοανέβηκε στο θέατρο Alexandrinsky της Αγίας Πετρούπολης, το κοινό ένιωσε τη διάσταση ανάμεσα στην υποτιθέμενη ευτυχία του συγγραφέα και στο διαρκές άγχος του για τη δημιουργία και την αναγνώριση. Eπίσης, βίωσε την παράξενη, νοσηρή ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ζουν και κινούνται όλοι οι χαρακτήρες – εκτός από την ηθοποιό Αρκάντινα, η οποία είναι ένα πλάσμα με αξιοθαύμαστη ψυχική ισορροπία. Ο άγγλος δραματουργός Priestley παρατήρησε ότι ο Τσέχοφ κατανέμει την προσωπικότητά του ανάμεσα σε τρία πρόσωπα: τον συγγραφέα Μπόρις Τριγκόριν, τον επίδοξο συγγραφέα Κονσταντίν Τρέπλιεφ και τον γιατρό Γιεβγκένι Ντορν.
Ο ανανταπόδοτος έρωτας του γιου για τη μάνα
Στην πρώτη πράξη βρισκόμαστε στο εξοχικό κτήμα του Σόριν, ενός πρώην κυβερνητικού υπαλλήλου. Η κόρη του επιστάτη Σαμράγιεφ και της γυναίκας του Πωλίνας, η Μάσα, έχει γοητεύσει τον Μεντβεντένκο, τον δασκάλο του χωριού, αλλά ο έρωτάς του δεν βρίσκει ανταπόκριση. Η αδελφή του Σόριν, η Ιρίνα Αρκάντινα, είναι μια διάσημη ηθοποιός που εμφανίζεται στο κτήμα με τον εραστή της, τον καταξιωμένο συγγραφέα Τριγκόριν: η δράση ξεκινά από τη στιγμή που εμφανίζονται επί σκηνής η Αρκάντινα και ο Τριγκόριν.
Ο γιος της Αρκάντινα, ο Κονσταντίν Τρέπλιεφ, πρόκειται να παρουσιάσει σε υπαίθρια σκηνή το νέο του έργο, με την ενδόμυχη ελπίδα να ανέβει στην εκτίμηση της μητέρας του. Προσπαθεί δε να αποσπάσει τη μητέρα του από τον Τριγκόριν, ακριβώς όπως ο σαιξπηρικός Άμλετ προσπαθεί να κερδίσει πίσω τη Βασίλισσα Γερτρούδη από τον θείο του Κλαύδιο: ανεβάζοντας ένα «έργο μέσα σ’ ένα άλλο έργο». Στο συγκεκριμένο έργο θα πρωταγωνιστήσει η Νίνα Ζαριέτσναγια, μια κοπέλα από το διπλανό κτήμα, που είναι και το αντικείμενο του έρωτά του. Ο Τρέπλιεφ αρνείται τις εύκολες δραματουργικές λύσεις και τα εύκολα φινάλε, όμως οι ήρωές του παραμένουν σ’ ένα κενό απραξίας και υπαρξιακής φθοράς. Δυστυχώς, το έργο που γράφει -ο μονόλογος που απαγγέλλει η Νίνα στο ερασιτεχνικό θεατράκι τους, και που τον επαναλαμβάνει εν μέρει στην τέταρτη πράξη- δεν είναι παρά ένα ρητορικό «ποιητικό παραλήρημα», όπως λέει η μητέρα του, Ιρίνα Αρκάντινα.

Η δεύτερη πράξη διαδραματίζεται ένα απόγευμα στο εξωτερικό του κτήματος, όπου η Αρκάντινα (που σημειολογικά δηλώνεται από τη Δέσποινα Κούρτη με ένα τσιγάρο στο χέρι) αναπολεί τις παλαιότερες ευτυχισμένες στιγμές και ανακοινώνει την απόφασή της να επιστρέψει στη Μόσχα. Ο Τρεπλιέφ εκπλήσσει τη Νίνα κάνοντάς της δώρο έναν νεκρό γλάρο που πυροβόλησε σε μια πλαστική σακούλα, πράγμα που την τρομάζει και την απωθεί. Μάλιστα, τη σοκάρει λέγοντάς της ότι ο ίδιος θα πεθάνει ακριβώς όπως και αυτός ο γλάρος, με αποτέλεσμα να γίνει πρωταγωνιστής μιας τραγικωμωδίας Ο Τριγκόριν, ανακαλύπτοντας το ταλέντο του Τρέπλιεφ, γράφει το δικό του κείμενο: «Ένα νεαρό κορίτσι ζει όλη της τη ζωή στην όχθη μιας λίμνης. Αγαπά τη λίμνη, σαν γλάρος, και είναι ευτυχισμένη και ελεύθερη, σαν γλάρος. Αλλά ένας άντρας φτάνει τυχαία, και όταν τη βλέπει, την καταστρέφει, από καθαρή πλήξη. Σαν αυτόν τον Γλάρο». Αυτό το αφήγημα είναι η παγίδα ποιητικού ρομαντισμού που ανοίγει ο Τριγκόριν για τη Νίνα, όταν εκείνη του ζητά να της μιλήσει για τη ζωή του ως συγγραφέα. «Δεν είναι εύκολη», απαντά ο Τριγκόριν, και τότε η Νίνα του εκμυστηρεύεται ότι θέλει να γίνει ηθοποιός, παρά τις δυσκολίες που επίσης εγκυμονεί το συγκεκριμένο επάγγελμα.
Τρίτη και τέταρτη Πράξη του «Γλάρου»
Στην αρχή της τρίτης πράξης μαθαίνουμε ότι ο Τρέπλιεφ έχει προβεί σε μιαν αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, και γι’ αυτό περιφέρεται με δεμένο κεφάλι. Επίσης, μαθαίνουμε ότι ο Τριγκόριν και η Αρκάντινα πρόκειται να αναχωρήσουν, πράγμα που οδηγεί εκ νέου σε σύγκρουση μάνας-γιου και στην εκδήλωση του έντονου οιδιποδείου του Τρέπλιεφ. Ο Τριγκόριν, παρελκόμενος, νεάζων και παρορμητικός όπως είναι, ερωτεύεται τη Νίνα και ρωτάει την Αρκάντινα αν θα μπορούσαν να μείνουν στο κτήμα: η Αρκάντινα, έντρομη μπρος στην επαπειλούμενη εγκατάλειψή της, επιστρατεύει όλη τη θεατρική της ικανότητα και μελοδραματικές κορώνες για να τον κρατήσει. Η Νίνα μπαίνει για το τελευταίο αντίο, ανακοινώνει πως θα γίνει ηθοποιός παρά την επιθυμία των γονιών της και φιλιέται με τον Τριγκόριν, με την κρυφή υπόσχεση να συναντηθούν σε κάποιο συγκεκριμένο ξενοδοχείο της Μόσχας.
Όπως οι γλάροι αποδημούν αναζητώντας τις κατάλληλες συνθήκες για να ζήσουν, αλλά πάντα επιστρέφουν εκεί όπου είχαν πρωτοχτίσει τη φωλιά τους, έτσι και η Νίνα επιστρέφει για να μιλήσει για την τέχνη και τη ζωή του ηθοποιού.
Η τέταρτη πράξη διαδραματίζεται δυο χρόνια αργότερα, ενώ έχει μεσολαβήσει εξωσυζυγική σχέση Νίνας και Τριγκόριν, η εγκατάλειψη της Νίνας και ο γάμος της Μάσα με τον δάσκαλο Μεντβεντένκο. Ο Τριγκόριν δεν δίστασε, με τον μαγνήτη της λαμπερής του φήμης, να «ξεμυαλίσει» την άπραγη Νίνα, να την κάνει ερωμένη του, να της κάνει ένα παιδί και να την εγκαταλείψει στην τύχη της επιστρέφοντας στην αγκαλιά της Αρκάντινα. Ο Κονσταντίν Τρέπλιεφ, που στο μεταξύ παρέμεινε στο κτήμα, έχει ήδη δημοσιεύσει μερικά διηγήματα. Τότε επιστρέφει και η Νίνα, σε μια ροκ σύνθεση «απογείωσής» της που απογειώνει και την παράσταση. Όπως οι γλάροι αποδημούν αναζητώντας τις κατάλληλες συνθήκες για να ζήσουν, αλλά πάντα επιστρέφουν εκεί όπου είχαν πρωτοχτίσει τη φωλιά τους, έτσι και η Νίνα επιστρέφει για να μιλήσει για την τέχνη και τη ζωή του ηθοποιού. Ακούμε έναν πυροβολισμό: ο Κονσταντίν αυτοπυροβολείται, όπως προοικονόμησε παλαιότερα, πυροβολώντας τον γλάρο. To αδιέξοδο της καλλιτεχνικής δημιουργίας έρχεται σε πρώτο πλάνο στη σκηνοθεσία της Ζωής Ξανθοπούλου.
Οι λεπτομέρειες συνθέτουν την ουσία
Οι τσεχοφικοί ήρωες φιλοσοφούν, ερωτοτροπούν, σπαταλούν τον χρόνο και τη μελαγχολική τους διάθεση, ενώ έχουν όλοι τους κάνει λάθος συναισθηματική επένδυση: ο δασκαλάκος Μεντβεντένκο είναι ερωτευμένος με την κόρη του επιστάτη του κτήματος, τη Μάσα, που είναι ερωτευμένη με τον νεαρό επίδοξο συγγραφέα Τρέπλιεβ, που είναι ερωτευμένος με τη νεαρότατη, επίδοξη ηθοποιό Νίνα, που με τη σειρά της ερωτεύεται τον ονομαστό συγγραφέα Τριγκόριν, εραστή της διάσημης ηθοποιού Αρκάντινα. Γύρω από τον κοινό τόπο μιας ατάραχης καλοκαιρινής λίμνης, κάθε χαρακτήρας του Τσέχοφ μπορεί να ταυτισθεί με το σύμβολο του γλάρου, γιατί όλοι ματαιώνονται, με διαφορετικό τρόπο καθένας: η Αρκάντινα επιμένει στον έρωτά της για τον Τριγκόριν, η Μάσα σκοτώνει τον ερωτά της κι έτσι επιβιώνει, ο άβουλος Τριγκόριν έχει την ψευδαίσθηση ότι θα κερδίσει το χαμένο χρόνο της νιότης του μέσα από τον εφήμερο έρωτά του για τη Νίνα, η Νίνα δραπετεύει, απογειώνεται και προσγειώνεται εκ νέου, ο Τρέπλιεφ σκοτώνει τον γλάρο μέσα του και τον εαυτό του ως κειμενικό χαρακτήρα. Τελείως διαφορετικός από τον «Γλάρο» του Καραντζά, τον «Γλάρο» του Αλέξανδρου Διαμαντή, τον «Γλάρο» του Γιώργου Βάλαρη, του Γιάννη Χουβαρδά ή του Κώστα Φιλίππογλου, ο «Γλάρος» της Ξανθοπούλου διερευνά σε βάθος τις διαφορές και τις ομοιότητες αυτών των τόσο οικείων πλέον χαρακτήρων.

Η κυρία Ξανθοπούλου κάνει μιαν ελεύθερη ανάγνωση του κειμένου του Τσέχοφ, έχοντας κατά νου τους επάλληλους καθρέφτες και τις επαναλαμβανόμενες ανακλάσεις των προσωπικοτήτων σε αυτοσχέδιες σκηνές. Κατακερματίζοντας το εκφωνούμενο κείμενο, δίνει τη δυνατότητα στους ηθοποιούς της να υποδυθούν κάποιους κεντρικούς και πολυσυζητημένους χαρακτήρες, αλλά ταυτόχρονα και να παρουσιάσουν τον εαυτό τους και τη δουλειά τους στον βαθμό οικείωσης που έχουν πετύχει ως προς τους χαρακτήρες αυτούς. Έτσι, επιτυγχάνει μια μοναδική μεταμορφωσιγένεια στην παράστασή της, επιτρέποντας στο φαντασιακό του θεατή να ταυτισθεί με τη λεπτομέρεια που τον εκφράζει περισσότερο. Σαν όνειρο μέσα σε όνειρο (ήδη έχει σχολιαστεί η συγγένεια της προσέγγισής της με το «Inception»), η Ξανθοπούλου αντιλαμβάνεται το έργο τέχνης ως εφαλτήριο για μιαν ευρύτερη, δυναμική τοποθέτηση απέναντι στη ζωή. Εκ των πραγμάτων περιορίζεται το ενδιαφέρον για τα τεκταινόμενα και η σκηνοθέτις εστιάζει στη διαγραφή των χαρακτήρων, που ναι μεν αιωρούνται στον καμβά μιας υπό κατασκευήν παράστασης, όμως φέρουν ανεξίτηλη τη σταθερή επιθυμία για δημιουργία, για αναγνώριση και για αγάπη, ενώ οι δαίμονές τους δεν παύουν να τους κατατρύχουν.
Γενική αποτίμηση της παράστασης
Δεν έχουμε μιαν αναπαράσταση του «Γλάρου», αλλά μιαν αποδόμηση, με έμφαση στον ρυθμό εκφοράς του λόγου και στα σώματα των ηθοποιών. Παρά το γεγονός ότι είναι δύσκολο να αποδοθεί η κίνηση σ’ ένα έργο νατουραλιστικό, η θαυμάσια κινησιολογική επιμέλεια της Μαρίζας Τσίγκα -μαζί με τη συμβολή της Γιώτας Παναγή στη δραματουργία- οδηγεί την Ξανθοπούλου σε μια αυθόρμητη αλλά και υπολογισμένη ως την τελευταία λεπτομέρεια εκδοχή του «Γλάρου». Σε μια από τις ωριμότερες καλλιτεχνικές του στιγμές, ο Γιώργος Παπαπαύλου ερμηνεύει με χιούμορ τον ρόλο του Τριγκόριν, καθώς και τους ρόλους του Σόριν, του Ντορν και του επιστάτη Σαμράγιεφ. Ο μονόλογός του για τη δυστυχία του συγγραφέα είναι η καλύτερη στιγμή της παράστασης. Δυναμική η παρουσία του Βασίλη Ζαφειρόπουλου στον ρόλο του Τρέπλιεφ, στον ρόλο του Μεντβεντένκο, στον ρόλο της Πωλίνας και, κυρίως, στον ρόλο του αφηγητή. Περνώντας από τη θαυμάσια μετάφραση της Ξένιας Καλογεροπούλου σε μια σύγχρονη σκηνική επιτέλεση, η Ζωή Ξανθοπούλου πειραματίζεται με τα λεπτά όρια πραγματικότητας και ψευδαίσθησης, δημιουργώντας μιαν Αρκάντινα που αιωρείται ανάμεσα στα δυο. Η κυρία Δέσποινα Κούρτη κρατά στους ώμους της ένα πολύ βαρύ μέρος της παράστασης, ερμηνεύοντας εναλλάξ τα κειμενικά μέρη της Μάσα, της Νίνα και της Αρκάντινα, ενώ διαδραματίζει και τον ρόλο της αφηγήτριας στην τέταρτη πράξη: ιδιαίτερα κινητική, ευέλικτη, με αξιοθαύμαστη ετοιμότητα και ευδιάκριτη διαγραφή του κάθε χαρακτήρα, δίνει το στίγμα της νεύρωσης που διακρίνει αυτές τις γυναικείες φιγούρες.
Πολυδιάστατη όπως είναι, αυτή η παράσταση είναι και ανοιχτή σε αναγνώσεις
Οι εξαιρετικές ερμηνείες των τριών πρωταγωνιστών, η ίδια η λιτή σκηνογραφία (ένας σκουπιδότοπος με ψήγματα/ίχνη σημαντικών αντικειμένων, ένας τυχαίος πίνακας μιας λίμνης, πεταμένος μες στα σκουπίδια, ένα μενταγιόν, ένα νεροπίστολο, ένα πακέτο τσιγάρα, κάποια μπουκάλια, ένα σύνολο από φελιζόλ σαν από παρατημένη οικοδομή και ένα μικρόφωνο που διαρκώς μετακινείται, σε μια λειτουργική σύνθεση του Βασίλη Αποστολάτου), ακόμη και η ευφυής χρήση του μικροφώνου, όλα καθορίζονται από τη μουσική συνοδεία του Τάσου Μισυρλή, σε σύνθεση του Φώτη Σιώτα: μπαίνοντας και βγαίνοντας διαδοχικά από το πρωτότυπο κείμενο, οι ήρωες συστήνονται και επανασυστήνονται, συνίστανται και επανασυνίστανται κι έπειτα αφίστανται του εαυτού τους, ενώ τα στερεότυπα που κινούν τις πράξεις τους διαλύονται μέσα σε μια γενικότερη φρέσκια ματιά. Η πρωτότυπη και καλοδουλεμένη αυτή σκηνοθετική πρόταση μεταφέρει το πλέγμα ματαιότητας και καλλιτεχνικής αγωνίας του Τσέχοφ στο ενεργό παρόν του θεάτρου. Και κυριολεκτικά και μεταφορικά, αισθάνεσαι ότι η επιτυχία και η αποτυχία καθορίζουν τη ζωή και την τέχνη του ηθοποιού και του θεατρικού συγγραφέα. Πολυδιάστατη όπως είναι, αυτή η παράσταση είναι και ανοιχτή σε αναγνώσεις: προσωπικά αισθάνθηκα ότι με αφορά η παράμετρος μιας «ανοιχτής» πύλης δημιουργίας μέσα μου, καθώς και το καθήκον να τη διατηρήσω ενεργή και δραστική.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Μετάφραση: Ξένια Καλογεροπούλου
Σκηνοθεσία, δραματουργική επεξεργασία: Ζωή Ξανθοπούλου
Σκηνικά, κοστούμια, σχεδιασμών φωτισμών: Βασίλης Αποστολάτος
Μουσική: Φώτης Σιώτας
Σύμβουλος δραματουργίας: Γιώτα Παναγή
Επιμέλεια κίνησης: Μαρίζα Τσίγκα
Υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων: Εύα Σκρομπόλα
Βοηθός σκηνοθέτη, εκτέλεση παραγωγής: Όλγα Χαραλαμποπούλου
Φωτογραφίες: Κική Παπαδοπούλου
Ερμηνεύουν: Δέσποινα Κούρτη, Γιώργος Παπαπαύλου, Βασίλης Ζαφειρόπουλος
Μουσικός επί σκηνής: Τάσος Μισυρλής
ΠΥΡ ΑΜΚΕ





















