
Για τις παραστάσεις «Όμικρον Γιώτα» του Γιάννη Διδασκάλου και «H αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι» του Άρη Κακλέα, στο «Gen 260», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου. © Άκης Χρήστου
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είναι σημαντικό να βλέπει κανείς την πτυχιακή εργασία τελειοφοίτων μια πανεπιστημιακής σχολής θεάτρου (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης) και να διαπιστώνει πόσα ταλαντούχα νέα παιδιά υπόσχονται ένα καλύτερο μέλλον στο αυριανό νεοελληνικό θέατρο. Η πρωτοβουλία Gen 260 πραγματοποιείται με την υποστήριξη του Οργανισμού Πολιτισμού και Ανάπτυξης ΝΕΟΝ.
Στο πλαίσιο του θαυμάσιου αυτού θεσμού μπορεί κανείς να δει ετερόκλιτες παραστάσεις, πολύ σημαντικές προσπάθειες, αλλά και αποτυχημένους πειραματισμούς.
«Όμικρον Γιώτα» του Γιάννη Διδασκάλου: Μια τραγική φάρσα
Ο Γιάννης Διδασκάλου, με την εποπτεία της Γλυκερίας Καλαϊτζή, μεταπλάθει δημιουργικά τις «Καρέκλες» του Ιονέσκο σε ένα πρωτότυπο, υπαρξιακού περιεχομένου κείμενο απεύθυνσης. Στο «Όμικρον Γιώτα» αντικαθιστά το υπερήλικο ζευγάρι του Ιονέσκο με ένα τρυφερό νεανικό ζευγάρι αγοριών που προσκαλεί το κοινό να συμμετάσχει σε μια φανταστική συνάντηση, προϊόν της φαντασίας του, που περιλαμβάνει όλους τους φόβους, τις ανασφάλειες και τα συναισθήματα αγάπης και έρωτα που υπάρχουν.
![]() |
|
© Anna Voultsidou |
Στις ρίζες της συνείδησης αυτού του ζευγαριού εκκρεμούν καταγεγραμμένες φροντίδες μιας σκιώδους Μάνας, κοινωνικοί θεσμοί απαγορευτικοί και ταμπού, αγγίγματα που δεν κατορθώθηκαν και αναχωρήσεις που δεν έγιναν, αναμνήσεις συγκεχυμένες, η έντονη ανάγκη για χειραφέτηση χωρίς συγκεκριμένο αντικείμενο, ένα «καταβροχθισμένο» Εγώ και μια ανεπίδοτη χειρονομία επικοινωνίας. Οι (κατεξοχήν ιονεσκικοί) χαρακτήρες του έργου είναι εσαεί παγιδευμένοι στην προοπτική της ανυπαρξίας, οπότε η μόνη δίοδος προς την κατάσταση της ύπαρξης και της παροντικότητας είναι η παρουσία των Άλλων: εξού και η ανοιχτή πρόσκληση προς εμβληματικούς χαρακτήρες της κοινωνικής τους ζωής, τον Γιατρό, την Όμορφη Κυρία, τον Βασιλιά, και τον αενάως αναμενόμενο Κήρυκα, που «κάτι» έχει να αναγγείλει.
«Δεν συμβαίνει συχνά ν’ αντικρίζεις όλον τον κόσμο»
Στη φιλοσοφική βάση της Ανυπαρξίας, το ζευγάρι των αγοριών δηλώνει τη μοναξιά του, την αθωότητά του, την ανάγκη του να μοιραστεί τα συναισθήματά του, την ανάγκη του για σεβασμό, την ιδιοτυπία της φαντασίας που τους συνδέει, το οντολογικό κενό που προκύπτει από την επικείμενη απουσία του Άλλου και από τον Θάνατο ως φάσμα. Ο τίτλος «Όμικρον Γιώτα» είναι η κατάληξη όλων αυτών των επιθέτων αρσενικού γένους, ονομαστικής πτώσης πληθυντικού αριθμού που παραπέμπει, βεβαίως, στην ποίηση της Κικής Δημουλά: «αστείοι, τραυματισμένοι, άδειοι, πονεμένοι, βρεγμένοι, κατεστραμμένοι, παράλογοι, νοσταλγικοί, διάφανοι, λησμονημένοι, ριψοκίνδυνοι, προσηλωμένοι, ελπιδοφόροι, μελλοθάνατοι». Στα πλαίσια, λοιπόν, μιας ποιητικής παραβολής, το ζευγάρι των αγοριών θα κοιτάξει κατάματα τον Κόσμο για πρώτη (και ίσως για τελευταία) φορά.
Το ερώτημα είναι εάν πράγματι υπάρχει ο κόσμος της παράστασης, ή συνιστά μιαν ουτοπία. Το κείμενο δεν δίνει τελεσίδικη απάντηση σε αυτό το ερώτημα, μόνο μένει «η τόσο μακρινή απουσία» των καλεσμένων και το άγγιγμα των δύο πρωταγωνιστών για να γεμίσει το υπαρξιακό κενό.
Ο Αλέξανδρος Μαυρουδόπουλος και ο Γιάννης Δάφνης υλοποιούν με συγκινητική αφοσίωση κι επαγγελματισμό το όραμα του συγγραφέα, παρά το νεαρό της ηλικίας τους: καλούν το κοινό να κατηφορίσει από την πλατεία, καλούν τους αόρατους καλεσμένους τους σε μιαν επί σκηνής συνεύρεση, λειτουργώντας, όπως στο πρωτότυπο έργο του Ιονέσκο, ως «ξεναγοί» ή ως «ταξιθέτες», και κομίζοντας στη σκηνή μια πληθώρα από καρέκλες, σκαμνιά και θρόνους διαφόρων μεγεθών, σχημάτων, τεχνοτροπιών, εποχών και χρήσεων, άλλα σπασμένα, άλλα επιβλητικά, άλλα ασήμαντα. Το πολύ ενδιαφέρον σκηνικό της παράστασης και τα κοστούμια-σκελέες είναι έργο των αρχιτεκτόνων Αθανασίας Χαλκιά και Ζωής Πάπαρη, για το οποίο μάλιστα κέρδισαν το βραβείο Καλύτερης Σκηνογραφίας στο 18ο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου “Saint Muse Academy”, στο Ουλάν Μπατόρ της Μογγολίας – μαζί με τον Γιάννη Διδασκάλου, που πήρε το πρώτο βραβείο σκηνοθεσίας στην ίδια διοργάνωση.
«Είδα έναν άγγελο να κατεβαίνει μπροστά μου»
Το ερώτημα είναι εάν πράγματι υπάρχει ο κόσμος της παράστασης, ή συνιστά μιαν ουτοπία. Το κείμενο δεν δίνει τελεσίδικη απάντηση σε αυτό το ερώτημα, μόνο μένει «η τόσο μακρινή απουσία» των καλεσμένων και το άγγιγμα των δύο πρωταγωνιστών για να γεμίσει το υπαρξιακό κενό. Το ζευγάρι από μόνο του συνιστά την πεμπτουσία του ερωτικού (ή άλλου) ζευγαριού, το αποκύημα μιας μακράς στον χρόνο συνύπαρξης ή, στην περίπτωσή μας, την προοπτική μιας ισόβιας συμβίωσης, αλληλεξάρτησης και απροσμέτρητης αφοσίωσης. Χαρακτηριστική κοινή μνήμη, που όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, είναι η περιγραφή του κήπου-περιβολιού με τον συγκεκριμένο αριθμό φρούτων που βρίσκονται ακόμη πάνω στα κλαδιά και των καρπών που έχουν πέσει: ένα όνειρο «διαύγειας» που ρίχνει προς στιγμή παρηγορητικό φως στο απέραντο σκοτάδι της ανυπαρξίας.
![]() |
|
© Zoi Papari |
Η πετυχημένη δραματουργία είναι αποτέλεσμα συλλογικής εργασίας (Αθανασία Χαλκιά, Αλέξανδρος Μαυρουδόπουλος, Γιάννης Δάφνης, Γιάννης Διδασκάλου, Ζωή Πάπαρη): οι δύο νέοι ηθοποιοί -Δάφνης και Μαυρουδόπουλος- φιλοτεχνούν θαυμάσια αυτήν τη στενή, αινιγματική σχέση, επιτελώντας τις μικρές τελετουργίες που τη νοηματοδοτούν. Πέρα από το «γέμισμα» της σκηνής με καρέκλες, υπάρχει και μια περιρρέουσα «υγρασία», μια σταγόνα νερού που πέφτει απειλητικά, μια μικρή λεκάνη με νερό «καθαρμού» και κάποιοι σπόροι που ταḯζει ο ένας στον άλλον. Η προσπάθεια σύνδεσης, απομάκρυνσης κι επανασύνδεσης είναι σαφής: «Λίγο πριν έρθουν οι άλλοι, θες να ξαναγνωριστούμε;» Αναλαμβάνοντας μητρικό ρόλο, ο ένας από τους δύο φοβάται μήπως χάσει τον άλλον και τον φροντίζει με υπερπροστατευτικές χειρονομίες: τον εμποδίζει να ανέβει σε μια επικίνδυνη σκαλωσιά, κραυγάζει για να αποκομίσει την προσοχή του, τρέχει ξοπίσω του τονίζοντάς του πως δεν θέλει να τον χάσει, αφηγείται αντιφατικές ιστορίες για τα κοινά που τους συνδέουν, αναγνωρίσιμες λεπτομέρειες που σκιαγραφούν μια σχέση απόλυτης, άνευ όρων Αγάπης.
«Η μοναξιά επιβάλλει ενικό αριθμό. Το πολύ πολύ να τη μοιραστείς»
Η αυτοσυνειδησία της μοναχικής ύπαρξης που θέλει ο Γιάννης Διδασκάλου να εμφυσήσει στους ήρωές του είναι κοινή με την εκπεφρασμένη πρόθεση του Ιονέσκο να περιγράψει (πέραν της ανθρώπινης) και τη θεατρική συνθήκη, τη συνθήκη του δραματουργού που κατασκευάζει μοναχικές παρουσίες και τις εκθέτει στο βλέμμα του κοινού, απογυμνωμένες κάτω από τα φώτα των προβολέων. Μια διαρκώς επικείμενη άφιξη και ο επαναλαμβανόμενος ψίθυρος «Έρχονται!», αποτελούν τον δραματουργικό άξονα από την αρχή της παράστασης. Κάτι επείγον έχουν οι δύο ήρωες να ανακοινώσουν: καλούν όσους έχουν αφήσει πάνω τους κάποιο ανεξίτηλο σημάδι. Προσπαθούν να εκφωνήσουν μια λέξη γεμάτη νόημα, αλλά δυσκολεύονται. Το έργο σκοντάφτει στην έννοια της μοναξιάς, διερωτάται για το νόημα της ζωής, δακρύζει για τα συναισθήματα αγάπης που δεν μπόρεσαν να αρθρωθούν σε λόγο, ορίζει την ανθρωπιά καθεαυτήν.
Ψέματα, αυταπάτες, ψευδαισθήσεις και προβολές της επιθυμίας των δύο πρωταγωνιστών οικοδομούν ένα μικροσύμπαν που ξεχειλίζει, λίγο-λίγο, από άδειες καρέκλες: οι καρέκλες όμως αυτές είναι γεμάτες από προσδοκίες, από ειλικρινή απεύθυνση, από διάθεση μοιράσματος, από έκθεση ενώπιον του κόσμου. Οι καρέκλες θα παραμείνουν κενές και οι κουρτίνες εκατέρωθεν της σκηνής θα συνεχίσουν να ανεμίζουν, σαν πόρτες που δεν έφεραν κανέναν και σαν δίοδοι αναχώρησης που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Το καλωσόρισμα είναι εγκάρδιο και οι «αόρατες» παρουσίες των καλεσμένων είναι έντονες, καθ΄ όλη τη διάρκεια της παράστασης: οι δυο πρωταγωνιστές κατορθώνουν να επιτελέσουν έναν μικρό κινησιολογικό άθλο (τα εύσημα του οποίου μοιράζονται με τον Αλέξανδρο Γκουντινάκη). Το γεγονός ότι οι καρέκλες παραμένουν κενές δεν συνιστά παράγοντα απομυθοποίησης του ονείρου τους, αντιθέτως καταξιώνει το ποιητικό τους επικοινωνιακό όνειρο και την Αγάπη τους στα μάτια του θεατή, και μάλιστα σε βαθμό συγκινητικό. Μια εξαιρετική παράσταση.
Σκηνοθεσία Γιάννης Διδασκάλου
Κείμενο –Δραματουργία Αθανασία Χαλκιά, Αλέξανδρος Μαυρουδόπουλος, Γιάννης Δάφνης, Γιάννης Διδασκάλου, Ζωή Πάπαρη
Σκηνικά – Ενδυματολογική επιμέλεια Αθανασία Χαλκιά, Ζωή Πάπαρη
Επιμέλεια κίνησης Αλέξανδρος Γκουντινάκης
Πρωτότυπη μουσική – Επιμέλεια ήχου Capétte
Βοηθοί σκηνοθεσίας Ειρήνη Μπάλκου Παπαδοπούλου, Φανή Πολυξένη, Κουρτίδου Βλαχογιάννη
Φωτισμοί Τάσος Παλαιορούτας
Trailer – Βίντεο παράστασης Μαλβίνα Παπάζογλου, Ιάσονας Πρελορέντζος, Αθηνά Τρούσσα
Γραφιστικά Ζωή Πάπαρη
Φωτογραφία Αλέξανδρος Ζήλος, Κωνσταντίνος Ζήλος, Μαρία Καραπαναγιώτου, Ζωή Πάπαρη, Νίκος Μαυρομάτης
Εξωτερικοί συνεργάτες Σοφία Τριάντου, Ειρήνη Σεβαστοπούλου, Μαρία Καραπαναγιώτου
Παίζουν Αλέξανδρος Μαυρουδόπουλος, Γιάννης Δάφνης
Παραγωγή Librart Performing Arts Ensemble
«H αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι» του Άρη Κακλέα: Η «αβάσταχτη βραδύτητα» του Μπλοχ
Ο Πέτερ Χάντκε το 1969 έγραψε το ποίημα «Η ενδεκάδα της Νυρεμβέργης στις 27.1.1968», κάνοντας έναν πειραματισμό «concrete» ποίησης, ενώ το ενδιαφέρον του για το ποδόσφαιρο εμφανίζεται και τρία χρόνια αργότερα, στο “Die Welt im Fussball“: κάπου εκεί ενδιάμεσα τοποθετείται και η συγγραφή του έργου Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι, όπου ο ήρωας προσιδιάζει στον κύριο Ριπλέϊ της Πατρίσια Χάισμιθ: είναι ένας χαρακτηριστικός κοινωνιοπαθής. Ποδόσφαιρο, αστυνομικό θρίλερ και «νέα εσωτερικότητα», αυτά είναι τα στοιχεία που συνθέτουν αυτό το δύσκολο κείμενο. Πολύ δύσκολη τριτοπρόσωπη αφήγηση, με πολλές παρενθετικές παρεμβάσεις, που κινούν τον Μπλοχ, άλλοτε γνωστό τερματοφύλακα και νυν μονταδόρο, σε ενέργειες εκ πρώτης όψεως ακατανόητες. Ο ήρωας είναι ένας λαϊκός, ανεπεξέργαστος χαρακτήρας, αδρανής μπροστά στη σοβαρότητα των τεκταινομένων, κάπως σαν παρατηρητής τους, διαρκώς κακότροπος και δύσθυμος, το κυριότερο όμως γνώρισμά του είναι ότι νιώθει ξεκομμένος από τους ανθρώπους.
Ο τερματοφύλακας Γιόζεφ Μπλοχ τρώει γκολ σε ένα εκτός έδρας παιχνίδι, το οποίο θεωρεί άδικο γιατί θα έπρεπε να έχει δοθεί offside. Τι γίνεται μετά; Ο χωροχρόνος επιβραδύνεται και αμβλύνεται, σαν αργό replay ενός πέναλτι στην τηλεόραση. Λίγο μετά που απολύεται, ο Μπλοχ στραγγαλίζει την ταμία του κινηματογράφου, χωρίς η συγκεκριμένη ενέργεια να έχει γι’ αυτόν κάποια σημασία – λίγο πιο κάτω, βρίσκει ένα πνιγμένο αγόρι που έχει χαθεί και το αναζητούν: και πάλι, σαν «τυφλή κηλίδα», η αντίληψη του Μπλοχ διατηρείται αποστασιοποιημένη και αδιάφορη, οι αντιδράσεις του απονενοημένες. Αντίστοιχα αποστασιοποιημένη, σχεδόν αυτιστική, είναι και η γραφή του Χάντκε. Η ιστορία διαρκώς υπονομεύει τον εαυτό της. Δεν υπάρχει νόημα σε τίποτε απολύτως, παρά ίσως μόνο στη διαπίστωση: «Ο τερματοφύλακας παραμένει στο περιθώριο σε όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού. Θα προκαλέσει την προσοχή μόνο όταν η μπάλα φτάσει στα δίχτυα του».
Πώς αποδίδεται θεατρικά το άσκοπο;
Να είναι ο Μπλοχ ψυχωσικός; Να είναι απόλυτα μόνος, και γι’ αυτό, απογυμνωμένος από κάθε αξιακό σύστημα και κάθε βεβαιότητα, να οδηγείται στο έγκλημα; Ο συγγραφέας παριστά με ακρίβεια την ανικανότητά του να χειριστεί τη γλώσσα, δηλαδή αντιμετωπίζει τη γλώσσα ως εμπόδιο στην πραγμάτωση των σχεδίων του ήρωά του. Όλο το στόρι δεν υποτάσσεται σε κανενός μυθοπλαστικού είδους δέση και λύση. Ο Άρης Κακλέας δηλώνει σε συνέντευξή του: « Η αλληγορία του τίτλου (αλλά και του βιβλίου) μεταφέρει ευφυώς την αγκύλωση του σύγχρονου ατόμου μπροστά στο ολοένα πιο αβέβαιο μέλλον. Η αποξένωση και η αδυναμία νοηματοδότησης αποτελούν δύο έννοιες που 55 χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου γίνονται ολοένα και πιο καίριες στην καθημερινότητά μας».
Ο flâneur, περιθωριακός Μπλοχ αναζητά αδέξια και αμήχανα κάτι απροσδιόριστο, επιβεβαιώνοντας το ασύμπτωτο ανάμεσα στις λέξεις και στα αντικείμενα του κόσμου (ο Χάντκε κάνει έμμεση αναφορά στον συγγραφέα Έρνστ Μπλοχ): γι’ αυτό και είναι δυσνόητη η αφήγηση, επειδή εσκεμμένα δεν αφήνει περιθώρια αντιστοίχισης των δύο, απλά περιγράφει το άμεσο δεδομένο των αισθήσεων. Ο κύριος Κακλέας προσπαθεί να μεταφέρει το έργο στο θέατρο ως μια εμπειρία αποξένωσης, όμως ο απορρυθμισμένος ήρωάς του δεν ενσαρκώνεται επαρκώς πάνω στη σκηνή, καθώς το «άσκοπο» της ύπαρξής του δεν μεταδίδεται ως αίσθηση. Εσκεμμένα παιδαριώδης είναι η λυρική σκηνή του φλερτ με το αεροπλάνο, ενώ τα αντικείμενα (τραπέζι, μαχαίρι, καρέκλα, κρεβάτι) απλώς παρίστανται με κιβώτια και χαρτοκιβώτια, χωρίς να αποκτούν δραματουργική υπόσταση.
Εικονογραφική απόδοση, ισχνή δραματουργία
Ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου είναι μια δυναμική παρουσία στο ελληνικό θέατρο και έχει στιγμές ερμηνευτικής έξαρσης που εντυπωσιάζουν, όμως διόλου δεν παραπέμπει στη χολερική φυσιογνωμία του Μπλοχ, της οποίας μάλιστα γίνεται διαρκής υπόμνηση με προβολή αποσπασμάτων από την ομώνυμη ταινία του Βιμ Βέντερς. Ο Γιάννης Κόραβος μπαινοβγαίνει, όπως κάνει και ο Χάντκε, από τον ρόλο του αφηγητή στον ρόλο του ήρωα, ενώ οι γυναικείοι ρόλοι μοιράζονται ισότιμα στις τρεις ηθοποιούς της παράστασης. Θα ξεχώριζα τη Φραγκίσκη Μουστάκη για το μπρίο και την ξεχωριστή της παρουσία, το χιούμορ και την ευελιξία στον ρόλο της, όμως και πάλι δεν είναι σαφές ποιοι είναι οι γυναικείοι χαρακτήρες: πλην της ταβερνιάρισσας, οι υπόλοιποι ρόλοι που υποδύεται παραμένουν ρευστοί. Το ίδιο ισχύει και με την Αφροδίτη Μπαλίδου και την Κατερίνα Καούστου – η αφήγηση περνά από χέρι σε χέρι σε βαρετούς ρυθμούς, το κείμενο αναγιγνώσκεται και εικονογραφείται χωρίς ξεκάθαρη δραματουργική παρέμβαση. Χαριτωμένο αλλά εξωκειμενικό το «πέρασμα» του Χρήστου Τσάβου. Πολύ θετική εντύπωση αφήνει η επί σκηνής παρουσία και μουσική επένδυση του Βάιου Πράπα, ενώ οι σκηνές μιούζικαλ φαντάζουν τελείως εμβόλιμες.
![]() |
|
© Akis Christou |
Όταν έχεις λατρέψει ένα βιβλίο και έναν συγγραφέα όπως ο Πέτερ Χάντκε, και μάλιστα όταν τον έχεις συνδυάσει με έναν σκηνοθέτη όπως ο Βέντερς, αναπόφευκτα έχεις υψηλές προσδοκίες από την ανάγνωση και τη δραματουργική διασκευή του: το υπαρξιακό άγχος είναι το πρώτο στοιχείο που θέλεις να δεις σε μια σκηνική μεταφορά αυτής της λογοτεχνίας. Το τελετουργικό ενός ποδοσφαιρικού αγώνα και ειδικά όταν «παίζεται» η έκβασή του σ’ ένα πέναλτι, είναι φυσικά πηγή άγχους ενός «ιδιαίτερου» είδους, υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση του άγχους, πιο κρυπτική και πολύ πιο δυσπρόσιτη, που η παράσταση του κύριου Κακλέα δεν καταφέρνει να αποδώσει.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία Άρης Κακλέας
Σκηνικά Σάκης Μπιρμπίλης, Άρης Κακλέας
Πρωτότυπη μουσική – Μουσικός επί σκηνής Βάιος Πράπας
Χορογραφία – Επιμέλεια κίνησης Στεφανία Σωτηροπούλου
Επιμέλεια βίντεο – Βοηθός σκηνοθέτη Τατιάνα Υφαντή
Κοστούμια Η ομάδα
Φωτισμοί Τάσος Παλαιορούτας
Παίζουν Παναγιώτης Παπαϊωάννου, Φραγκίσκη Μουστάκη, Γιάννης Κοράβος, Αφροδίτη Μπαλίδου, Κατερίνα Καούστου, Χρήστος Τσάβος (φιλική συμμετοχή)


























