
Για την παράσταση «Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ», βασισμένη στην ομότιτλη νουβέλα του Στίβεν Κινγκ (Stephen King), σε σκηνοθεσία Δημήτρη και Ορέστη Σταυρόπουλου, στο θέατρο «Άνεσις».
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στο θέατρο «Άνεσις» είδα τη θεατρική διασκευή του έργου Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ (μτφρ. Σωτήρης Καραγιάννης, εκδ. Επιλογή) του Στίβεν Κινγκ από τους Όουεν Ο’ Νιλ και Ντέιβ Τζονς, στη θαυμάσια σκηνοθεσία των αδελφών Δημήτρη και Ορέστη Σταυρόπουλου, με ένα εξαιρετικό καστ ηθοποιών.
Το 1982 ο Στίβεν Κινγκ έγραψε τη νουβέλα Rita Hayworth and the Shawshank Redemption και όλοι έχουμε δει την εξαιρετική, ομώνυμη ταινία του Φρανκ Ντάραμποντ, η αρχική εισπρακτική αποτυχία της οποίας υπερκαλύφθηκε, συν τω χρόνω, από τη διανομή της στα βιντεοκλάμπ όλης της γης.
Η «αναμόρφωση» στις φυλακές Σόουσανκ
Το κείμενο κινείται πάνω στον σαρκαστικό «κόμβο» της απόλυτα διεκπεραιωτικής συνέντευξης που διενεργείται ανά δεκαετία με τους ισοβίτες των φυλακών Σόουσανκ: η ερώτηση που υποβάλλεται στον ισοβίτη είναι «εάν θεωρεί ότι αναμορφώθηκε», η απάντηση είναι θετική, όμως η αίτηση αναστολής απορρίπτεται, σε μια φθίνουσα διαδικασία που καθιστά την ελπίδα όλο και πιο χλομή, μέχρι τον οριστικό ιδρυματισμό και την παραδοχή της αδιαφορίας για την αθώωση. Αυτή τη βασανιστική, πολυετή ματαίωση αντιμετωπίζει ο αφηγητής της ιστορίας, ο Ρεντ. Τον ρόλο ερμηνεύει με καθησυχαστική, γαλήνια φωνή ο Δημήτρης Παπανικολάου, ως ενδοδιηγητικός ήρωας που «μπαινοβγαίνει» από το αφηγηματικό στο σκηνικό τοπίο. Είναι ο ιδιότυπος ρόλος αυτού που επιβιώνει προμηθεύοντας επί χρήμασι στους συγκρατούμενούς του όσα χρειάζονται, αναπτύσσοντας σχέσεις εμπιστοσύνης στον μικρόκοσμο των φυλακών, καθώς και μια οξεία κυνική και πεσιμιστική κοσμοθεωρία που θα λειανθεί πολύ αργότερα, λόγω της φιλίας του με τον Άντυ.
Το κείμενο στηλιτεύει τον απόλυτο αμοραλισμό και τη στοιχειακή βία που διέπει τις σχέσεις εξουσίας μέσα στους αμερικανικούς θεσμούς αναμόρφωσης. Η φυλακή επιδεινώνει την ηθική κατάσταση του εγκληματία, τον εξωθεί βαθύτερα στο έγκλημα αποκλείοντάς του εντέλει την επανένταξη, άρα αδιαφορώντας τελείως και για τη (διακοσμητική) «αναμόρφωση». Αυτό τεκμηριώνεται από τις απάνθρωπες συνθήκες φυλάκισης, από την καθημερινή παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και τη σεξουαλική βία, από τη δημιουργία κλίματος οριστικής περιθωριοποίησης. Η φιλία των δύο κεντρικών ηρώων είναι ο συναισθηματικός ογκόλιθος που θ’ αποτελέσει το αντίβαρο στις απόλυτα απελπιστικές συνθήκες του κάτεργου: όπως και στο μυθιστόρημα Κόμης Μοντεχρήστος του Αλέξανδρου Δουμά, κεντρικό θέμα είναι η λύτρωση και η «έξοδος από τα ψυχικά δεσμά» μέσω του οραματισμού της ελευθερίας από τους «ελεύθερους πολιορκημένους» βαρυποινίτες του έργου, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η δραπέτευση καθεαυτήν.
Ο Άντυ του Νίκου Ψαρρά και οι άλλοι ρόλοι
Ο Ρεντ γίνεται αυτόπτης μάρτυρας της βίαιης προσαγωγής του Άντυ στη φυλακή, της απελπιστικής πρώτης νύχτας, του ψυχικού και σωματικού βιασμού που υφίσταται ο «νέος», ο «ψάρακλας». Γίνεται καταγραφέας της νηφάλιας αντιμετώπισης του Άντυ, της καταστολής των αντιστάσεών του, των ελιγμών και της εντυπωσιακής ευφυḯας του νεοφερμένου: ο Άντυ (που φυλακίζεται αδίκως για την υποτιθέμενη δολοφονία της συζύγου του και του εραστή της) προορίζεται, αναμφίβολα, για φίλος του και μαζί θα αντιμετωπίσουν τον σωματικό, πολυετή αγώνα για επιβίωση μέσα στα φέουδα εξουσίας των φυλακών, μαζί θα διεξαγάγουν τον ηθικό αγώνα αντίστασης στην καταστολή. Έξυπνα δομημένο, το κείμενο καθιστά αντιληπτό στον θεατή το δεδομένο ότι στις φυλακές «δεν πρόκειται να βρεις το δίκιο σου με τον σταυρό στο χέρι». Επίσης, είναι πολύ χαρακτηριστική η συγκάλυψη της ομοφυλόφιλης επιθυμίας πίσω από το πρόσχημα της «επίδειξης εξουσίας». Η παρουσία του Νίκου Ψαρρά στον κεντρικό ρόλο του Άντυ είναι το κεντρικό γεγονός της παράστασης: το ντουέτο του με τον Δημήτρη Παπανικολάου δεν είναι απλώς συγκινητικό, είναι το εφαλτήριο για τη φιλοτέχνηση μιας μοναδικής ερμηνείας, της καλύτερης ίσως ερμηνείας της καριέρας του και μιας από τις καλύτερες των τελευταίων χρόνων.

Οφείλω, όμως, να επαινέσω και τη συμμορία των κρατουμένων και των φυλάκων σε εναλλαγή των ρόλων από τους Νέστορα Κοψιδά, Γιώργο Ρούφα, Κρις Ραντάνοφ, Βασίλη Μπεσίρη, Αντώνη Χρήστου και Νίκο Ιατρού. Εντυπωσιακές, πολύ πειστικές μέσα στη χορογραφική τους απόδοση, οι σκηνές βίας και σεξουαλικού βιασμού: ιδιαίτερα ο Κρις Ραντάνοφ εξωτερικεύει μιαν ιδιότυπη σκηνική ηδυπάθεια και έναν τολμηρό κινησιολογικό σεξισμό (κυρίως ο ίδιος αλλά και οι συνάδελφοί του, όπως τους χορογραφεί). Πολύ δυνατή η παρουσία του Νέστορα Κοψιδά στον ρόλο του Αρχιφύλακα και του Αντώνη Χρήστου ως βίαιου φύλακα. Επίσης, βρήκα πολύ γοητευτική επί σκηνής την παρουσία του Αναστάση Γεωργούλα στον ρόλο του Τόμι, που γίνεται εξιλαστήριο θύμα στον βωμό της συγκάλυψης της αλήθειας. Όσο για τον Γιάννη Μποσταντζόγλου στον ρόλο του ηλικιωμένου βιβλιοθηκάριου Μπρουκς, είναι πολύ συγκινητικός και αποδίδει θαυμάσια τον ιδρυματισμό και την τραγικότητα του βαρυποινίτη.
Μεσσιανισμός και παρεφθαρμένες εκδοχές της σωτηρίας
Τον ρόλο του διεφθαρμένου διευθυντή των φυλακών ερμηνεύει με απόλυτη πειστικότητα και ψυχρό προσωπείο ο Μάνος Βακούσης: πρόκειται για το ωμό πρόσωπο του φασισμού, συνοψισμένο στο πορτραίτο ενός θρασύδειλου καταχραστή της εξουσίας, απάνθρωπου και παραβατικού (φοροδιαφεύγει και κάνει ξέπλυμα δημοσίου χρήματος, ενώ διαχειρίζεται τη βαρειά εργασία των βαρυποινιτών προς ίδιον όφελος), που όμως διατηρεί μια κωμική ψευδαίσθηση μεγαλείου και ένα ψυχωσικό παραλήρημα «σωτήρα», όπως όλοι οι δικτάτορες. Η επιχειρηματολογία του φασισμού αποτυπώνεται στα λόγια του ως ανεπαρκής, καθώς επιστρατεύει αποσπασματικά τα χωρία της Βίβλου που αφορούν τη «λύτρωση», ως πρόσχημα της απόλυτης κακουργίας του.

Χωρίς υπερβολή, θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι η επιτυχία του έργου αυτού εν μέρει οφείλεται στο ότι το αμερικανικό κοινό είναι γαλουχημένο με σωτηριολογικά μηνύματα και χριστιανική αγωγή: ως εκ τούτου, η μορφή του κεντρικού ήρωα, που είναι κατά βάσιν αθώος, συνιστά, πέρα από πρότυπο εγκαρτέρησης και ιώβειας υπομονής, και μια μεσσιανική φιγούρα λύτρωσης (redemption) που αγγίζει μεγάλες μάζες του κοινού. Επίσης, δημιουργεί έντονη αντίστιξη προς την εωσφορική μορφή του διευθυντή των φυλακών, που επιβάλλει την αυτοδικία στη θέση της θεόσταλτης δικαιοσύνης, ένα καθεστώς που παραπέμπει στους κατά καιρούς πλανητάρχες. Η σκηνή με την μπύρα που εξασφαλίζει ο Άντυ για τους συγκρατούμενούς του φέρει δυνάμει την αλληγορία ενός «Μυστικού Δείπνου», που βίαια διακόπτεται από τον ανήθικο διευθυντή. Περιέργως (και αντιθετικά), ο διευθυντής αυτοπαρουσιάσεται ως «το φως του κόσμου».
Όταν έρχεται η αποκατάσταση της δικαιοσύνης
Το έργο εισηγείται, όπως είναι φυσικό, τη συγχώρηση του εγκληματία, του κάθε εγκληματία, όμως αυτή η συγχώρηση απορρέει από μια μεταφυσική πηγή και όχι από το υπάρχον σύστημα αναμόρφωσης των ανθρώπινων κοινωνιών. Γι΄αυτό ο locus idealis της (έκνομης, μεν, αλλά παραδείσιας) λύτρωσης και επανασυνάντησης των δύο φίλων του έργου αποδίδεται με το τοπωνύμιο Ζιουατανέχο, το όνομα ενός παραλιακού χωριού στο Μεξικό, που το χαϊδεύει ο αέρας του Ειρηνικού. Αυτός ο φαντασιωσικός προορισμός γίνεται ρεαλιστικό στοιχείο στο κείμενο βάσει της «διαδρομής» που οδηγεί εκεί: αυτή περιλαμβάνει ένα μικροσκοπικό εργαλείο χρονοβόρας αλλά επίμονης εκσκαφής, έναν αγωγό αποχέτευσης γεμάτο ακαθαρσίες, την προτεσταντικής επιμονής τήρηση ενός λογιστικού τετραδίου και την πλαστοπροσωπία, στην υπηρεσία ενός πολυετούς σχεδίου εκδίκησης ανάλογου με εκείνο του Κόμη Μοντεχρήστου. Όπως και το έργο του Δουμά, η Τελευταία έξοδος: Ρίτα Χέιγουορθ διέπεται από ανόθευτη πίστη στην ανθρωπιά και από την επικράτηση ενός είδους συμπαντικής δικαιοσύνης στη θέση της προτεινόμενης «επανένταξης στην κοινωνία».

Η σκηνοθεσία των αδελφών Σταυρόπουλου είναι ρεαλιστική, πλην όμως αξιοποιεί το αφαιρετικό σκηνικό της Εύας Μανιδάκη: σκοτεινή, άδεια σκηνή με ηχητική υποβολή του ανοίγματος και κλεισίματος των κελιών, κάθετη δεσμίδα νερού για την απόδοση της βροχής, επιδαπέδιο μαύρο μουσαμά για το «τύλιγμα» των σκηνών απολύμανσης των κρατουμένων με μάνικες, επιβλητικούς τοίχους με παράθυρα στο βάθος και σε ύψος καφκικό, απ’ όπου αναδύονται ανθρώπινες φιγούρες. Η δομή και η πολυτροπικότητα του σκηνικού επιτρέπει τις γρήγορες εναλλαγές ρυθμού, που συνιστούν προσόν της παράστασης. Το σκοτεινό θέμα υπηρετεί θαυμάσια και το μουσικό τοπίο του Άγγελου Τριανταφύλλου. Η ζοφερή σκηνοθετική προσέγγιση, πέραν της ανεπεξέργαστης βίας και της γυμνότητας των ηθοποιών, αξιοποιεί και τους αξιόλογους φωτισμούς του Νίκου Βλασσόπουλου: ψυχρούς στις σκηνές απελπισίας, θερμούς στις σκηνές ελπίδας και τρυφερότητας. Είναι εντυπωσιακή η προβολή, πίσω από τους ηθοποιούς, αποσπασμάτων της ταινίας «Gilda» της Ρίτα Χέιγουορθ, αυτού του αυνανιστικού φετίχ, του συμβόλου για τη στιγμιαία ψυχική «δραπέτευση» που, όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα, διακόπτεται βάναυσα από τους δεσμοφύλακες.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Συγγραφέας: Στίβεν Κινγκ
Θεατρική Διασκευή: Όουεν Ο’ Νιλ και Ντέιβ Τζονς
Σκηνοθεσίa: Δημήτρης και Ορέστης Σταυρόπουλος
Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος
Διανομή: Νίκος Ψαρράς, Δημήτρης Παπανικολάου, Μάνος Βακούσης, Γιάννης Μποσταντζόγλου, Νέστορας Κοψιδάς, Γιώργος Ρούφας, Κρις Ραντάνοφ, Αναστάσης Γεωργούλας, Βασίλης Μπεσίρης, Αντώνης Χρήστου, Νίκος Ιατρού
Πρωτότυπη Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Σκηνογραφία: Εύα Μανιδάκη
Ενδυματολογία: Αλέγια Παπαγεωργίου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασσόπουλος
Κινησιολογία: Κρις Ραντάνοφ
Βοηθός Σκηνοθέτη: Νίκος Ιατρού
Βοηθός Σκηνογράφου: Άννα Μπίζα
Βοηθός Ενδυματολόγου: Νικολέτα Αναστασιάδου
Φωτογραφία / Trailer: Πάτροκλος Σκαφίδας
Γραφιστική Επιμέλεια: Μαύρα Γίδια
Διεύθυνση Παραγωγής: Ιωάννης Παντελίδης
























