
Για την παράσταση «Τριαντάφυλλο στο στήθος», του Τενεσί Ουίλιαμς, σε σκηνοθεσία Γιωργή Τσουρή, στο θέατρο Πτι Παλαί.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Το «Τριαντάφυλλο στο στήθος» (“Rose Tattoo”) στη σκηνοθεσία του Γιωργή Τσουρή παρουσιάζει μιαν ελαφρώς διαφορετική εκδοχή του έργου του Τένεσι Ουίλιαμς, που ξεκίνησε ως εμπορική αποτυχία και, μετά την ερμηνεία της Άννα Μανιάνι στο ομώνυμο κινηματογραφικό έργο, εξελίχθηκε σε μια από τις πιο mainstream θεατρικές επιτυχίες του προηγούμενου αιώνα.
Πνευματικότητα και θρησκεία, παραβατικότητα και πάθος
Το «Τριαντάφυλλο στο στήθος» διαδραματίζεται κάπου μεταξύ Νέας Ορλεάνης και Αλαμπάμα. Στις φιγούρες των σικελών μεταναστών του Ουίλιαμς κυριαρχούν η θρησκεία και η δεισιδαιμονία, η αίσθηση της τιμής και το δέος απέναντι στην κοινωνική τάξη. Το άγχος, δε, για τη γνώμη των άλλων καθιστά την πραγματικότητα της κεντρικής ηρωίδας αφόρητη, σε σημείο να γίνεται βίαιη ή να επιδίδεται σε μια σχεδόν ψυχωσική απόσυρση (βλ. σχετικά: Adler, Jacob H. “The Rose and the Fox: Notes on the Southern Drama.” South: Modern Literature in its Cultural Setting. Ed.Louis D. Rubin, Jr. and Robert D.Jacobs. Garden City: Doubleday, 1961). Παρ’όλα αυτά, ο Τενεσί Ουίλιαμς επιτρέπει στην ιστορία της χήρας Σεραφίνας μιαν αίσια έκβαση, γιατί η τελική αποδοχή του Αλβάρο σηματοδοτεί τη μετάβασή της στη ρεαλιστική αντίληψη για τους άντρες και την αγάπη, και επομένως στη δυνατότητα μιας πιο γνήσιας ένωσης.
Το έργο παρουσιάζει μια γυναίκα που οριακά συγκρατεί το ερωτικό της πάθος απέναντι σ’ένα πλήρως φετιχοποιημένο ανδρικό σώμα...
Έντονη πνευματικότητα θρησκευτικού χαρακτήρα, σε συνδυασμό με τα πάθη και τη διαφθορά του υποκόσμου, ενσαρκωμένα στην πλανώμενη φιγούρα του μακαρίτη «βαρόνου» Ροζάριο Ντελε Ρόζε συνθέτουν το κλίμα που γοήτευε τον Ουίλιαμς: και αυτό το κλίμα απέδωσε σε αυτό το έργο, που κατ’ουσίαν συνιστά ένα σαρδόνιο χαμόγελο απέναντι στις ψευδαισθήσεις του έρωτα. Το έργο παρουσιάζει μια γυναίκα που οριακά συγκρατεί το ερωτικό της πάθος απέναντι σ’ένα πλήρως φετιχοποιημένο ανδρικό σώμα (φωτογραφία τοίχου και τεφροδόχος). Όμως, στο “Rose Tattoo” ο συγγραφέας ανέστειλε τη ρομαντική μοιρολατρία του, επιτρέποντας στο πάθος να εξαργυρωθεί και όχι να καταστρέψει την ηρωίδα, όπως π.χ. συμβαίνει στο «Λεωφορείο ο Πόθος» (βλ. σχετικά: Brantley, Ben. “Upbeat Williams, for a Change: The Rose Tattoo.” New York Times 1 May 1995: C11+. ProQuest Historical Newspapers. 14 Apr. 2015).
Η προσέγγιση των συμβόλων
Το «Τριαντάφυλλο στο στήθος» έχει, ενσωματωμένα, στοιχεία νεορεαλισμού πολύ ισχυρά: οι ερμηνείες των χαρακτήρων του αφορούν τόσο τη σύγκρουση ενός παλαιού τύπου ηθικής (που άπτεται, φυσικά, του Καθολικισμού) προς την καινούργια, μεταπολεμική συνθήκη των εργατών του Νότου, όσο και τις προϋποθέσεις για την άνθηση ενός υποκόσμου παραβατικότητας. Κάποιοι μίλησαν για επιρροές από τον Τζοβάνι Βέργκα ή τον Πιραντέλλο-πάντως, η πλησιέστερη θεατρική επιρροή του «Rose Tattoo» είναι η «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Εντουάρντο ντα Φιλίπο (είναι παρεμφερής η θρησκευτικότητα των δύο πρωταγωνιστικών γυναικείων χαρακτήρων και στα δύο έργα).
Η εξαιρετική ερμηνεία της Μαρίας Καβογιάννη τηρεί αυτήν τη μετάβαση και διασώζει την εσωτερικότητα του χαρακτήρα, σε αντίθεση προς τη σκηνοθετική γραμμή, που μάλλον την υπεραπλουστεύει, τονίζοντας τις κωμικές της διαστάσεις. Το ίδιο θα ίσχυε για την «κλοουνέσκ», ευφυή ερωτοτροπία του Άλβαρο, εάν το τεράστιο ταλέντο και η μαεστρική «μπουφονερί» του Μάκη Παπαδημητρίου δεν αναπλήρωνε με το παραπάνω την απουσία μυστικισμού.
Πάντως, στον Τέννεσι Ουίλιαμς τα πάντα λειτουργούν στην υπηρεσία της τραγικότητας, ως απόρροιας της σύγκρουσης ανάμεσα στις προσδοκίες του ατόμου και την αντικειμενική πραγματικότητα. Η Σεραφίνα του έργου ταιριάζει με τούτη την «τραγική ποιητική», ενώ το συγκεκριμένο τατουάζ με το τριαντάφυλλο στο στήθος της προσλαμβάνει αυτομάτως διαστάσεις συμβόλου, που αντιτίθεται στην καθολική εικονογραφία του σπιτιού: είναι ένα υβριδικό σύμβολο πάθους που αντιπαρατίθεται στο «μυστικιστικό ρόδο» της Μαντόνα, δεδομένου ότι η Σεραφίνα δηλώνει μεγαλοφώνως στον ιερέα ότι ο σωματικός έρωτας, σε σημείο «δοξαστικό»-που θα μπορούσε να εκληφθεί και ως βλάσφημο- υπερτερεί του πλατωνικού έρωτα της Καθολικής Εκκλησίας. Παγανιστικό, διονυσιακό ως σύμβολο και αρκούντως μυστηριώδες, το «καυτό» αυτό τατουάζ επιτρέπει στη χήρα Σεραφίνα να κατανοήσει την (κατά Ουίλιαμς) πολυγαμική ανδρική φύση. Το ίδιο ισχύει και για το χρώματος σάπιου μήλου φανταιζί πουκάμισο που δεν πρόλαβε να φορέσει ο Ροζάριο (μια έμμεση κριτική του θεσμού του γάμου), όπως και για τα γαυγίσματα των σκυλιών στον δρόμο.

Μια σκηνοθεσία με νεύρο και χιούμορ
Το έργο είναι εμπνευσμένο από τα ήθη των Σικελών μεταναστών που ο Ουίλιαμς γνώρισε μέσα από τη σχέση του με τον Φρανκ Μέρλο. Ο συγγραφέας κλιμακώνει την αντίθεση ανάμεσα στο υψηλό φρόνημα μιας ευπρεπούς γυναίκας παλαιάς κοπής και στην πρωτογενή, σχεδόν ζωϊκή της ανάγκη για την αγκαλιά και αφοσίωση ενός άνδρα (‘una bestia, una bestia feroce!’). Η εξαιρετική ερμηνεία της Μαρίας Καβογιάννη τηρεί αυτήν τη μετάβαση και διασώζει την εσωτερικότητα του χαρακτήρα, σε αντίθεση προς τη σκηνοθετική γραμμή, που μάλλον την υπεραπλουστεύει, τονίζοντας τις κωμικές της διαστάσεις. Το ίδιο θα ίσχυε για την «κλοουνέσκ», ευφυή ερωτοτροπία του Άλβαρο, εάν το τεράστιο ταλέντο και η μαεστρική «μπουφονερί» του Μάκη Παπαδημητρίου δεν αναπλήρωνε με το παραπάνω την απουσία μυστικισμού.
Οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη ναι μεν συνάδουν με τη σκηνοθετική προσέγγιση, όμως είναι άκρως επεξηγηματικοί (π.χ. ο στιγμιαίος φωτισμός του πορτραίτου στον τοίχο) και οι εναλλαγές τους δημιουργούν χαοτικό κλίμα.
Τα λειτουργικά σκηνικά επιμελήθηκε ο Σάκης Μπιρμπίλης και τα πλούσια κοστούμια εποχής η Κλαιρ Μπρέισγουελ. Βοηθός σκηνοθέτης ο Φοίβος Ριμένας και βοηθός σκηνοθέτρια Β' η Λυδία Γιαννουσάκη. Οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη ναι μεν συνάδουν με τη σκηνοθετική προσέγγιση, όμως είναι άκρως επεξηγηματικοί (π.χ. ο στιγμιαίος φωτισμός του πορτραίτου στον τοίχο) και οι εναλλαγές τους δημιουργούν χαοτικό κλίμα. Αντίστοιχα, η μουσική του Σταύρου Λάντσια είναι μια ελαφρά εκδοχή μουσικού «χαλιού» που υπηρετεί μεν τη σύλληψη του σκηνοθέτη, όμως δημιουργεί κινηματογραφικά «ενσταντανέ»-και αυτό αποβαίνει εις βάρος της θεατρικότητας και, τρόπον, τινά, εξαναγκάζει τους ηθοποιούς σε συγκεκριμένη κινησιολογία (Σεσίλ Μικρούτσικου).
Οι υπόλοιπες ερμηνείες
Πέρα από το εκπληκτικό ντουέτο που συνθέτουν η Μαρία Καβογιάννη στο ρόλο της Σεραφίνας Ντελε Ρόζε και ο Μάκης Παπαδημητρίου στον ρόλο του Αλβάρο Μαντζακαβάλλο, ο Φοίβος Ριμένας παραμένει επίσης πιστός στον ρόλο του Πατρός ντε Λέο και ο Στρατής Χατζησταματίου είναι απολαυστικός στον ρόλο του Τζακ. Οι υπόλοιπες γυναίκες ηθοποιοί (η Ζώγια Σεβαστιανού ως Ασσούντα, η Βάλια Παπακωνσταντίνου ως Εστέλ και ως Μπέσσι, η Ορνέλα Λούτη ως Φλώρα, η Τόνια Μαράκη ως Ρόζα και η Λυδία Γιαννουσάκη ως Τερέζα) ακολουθούν την «ελαφρά» προσέγγιση του σκηνοθέτη, με μελοδραματικές μεταπτώσεις και φαρσικά στοιχεία και με–αναπόφευκτη- θετική απήχηση στο κοινό.
Πρέπει, ωστόσο, να αναγνωρίσω στον σκηνοθέτη την καλά φροντισμένη εναλλαγή των σκηνών, μια τεχνική που δίνει στην παράσταση «νεύρο» και ρυθμό.
Το συνεχές «πήγαιν’-έλα» των ανθρώπων του χωριού έξω από τα παράθυρα και το «μπες-βγες» των γυναικών στο σκηνικό (σε ρυθμούς αστικής κωμωδίας) υποβαθμίζει την αυστηρότητα της κριτικής ματιάς του κοινωνικού περίγυρου - τουλάχιστον στον βαθμό που ο Ουίλιαμς συνηθίζει να την αποτυπώνει (αυτόν τον χαρακτηριστικό νατουραλισμό που διακρίνει τα έργα του). Πρέπει, ωστόσο, να αναγνωρίσω στον σκηνοθέτη την καλά φροντισμένη εναλλαγή των σκηνών, μια τεχνική που δίνει στην παράσταση «νεύρο» και ρυθμό. Επίσης, είναι ευδιάκριτη η λεπτή αίσθηση του χιούμορ που διατρέχει όλες τις σκηνές - θα ήθελα το χιούμορ αυτό να είναι πιο «πικρό» (πιθανόν γιατί αυτήν τη στερεοτυπική αίσθηση αποκομίζω από το συγκεκριμένο έργο).
Απόδοση - Σκηνοθεσία: Γιωργής Τσουρής
Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Λυδία Γιαννουσάκη
Δραματουργική ομάδα: Φοίβος Ριμένας, Βάλια Παπακωνσταντίνου, Λυδία Γιαννουσάκη
Φλώρα: Ορνέλα Λούτη
*Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Το νέο του μυθιστόρημα «Αλλοτεκοίτη – Εκεί που χάθηκε η βλάστηση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική.






















