
Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος (1939-2026) πέθανε το Σάββατο 30 Μαΐου. Σήμερα, στη 1μμ θα τελεστεί η κηδεία του από το Α' Νεκροταφείο. Η Εταιρεία Συγγραφέων αποχαιρετά το ιδρυτικό της μέλος με ένα κείμενο του τέως προέδρου της, Αλέξη Ζήρα.
Επιμέλεια: Book Press
Ο ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας, γραμματολόγος και βιβλιογράφος Δημήτρης Δασκαλόπουλος υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων που τον αποχαιρετά αναφέροντας: «Αποχαιρετάμε με μεγάλη θλίψη το ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, σπουδαίο ποιητή, μελετητή της λογοτεχνίας και βιβλιογράφο Δημήτρη Δασκαλόπουλο. Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος υπήρξε μέλος με συνεχόμενη και πολυετή ενεργή προσφορά στη ζωή της Εταιρείας μας».
Ο κριτικός και τέως πρόεδρος της ΕΣ, Αλέξης Ζήρας, τον αποχαιρετά με το παρακάτω κείμενο.
«Κατευόδιο του Ιουνίου για τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο»
Σήμερα, σε λίγες ώρες, αποχαιρετούμε τον αγαπημένο φίλο Δημήτρη Δασκαλόπουλο. Τον αποχωριζόμαστε όπως και η σύζυγός του και φίλη μας, Μαρία Στασινοπούλου. Αλλά, όπως συνέβη με άλλους δικούς μας, της λογοτεχνίας, που έφυγαν, και η εξακολουθητική παρουσία τους δεν περιορίστηκε στις σελίδες των κειμένων, έτσι και με τον Δημήτρη κρατούμε ως συνέχεια αυτό που μετρά μέσα μας ως μνήμη από το πέρασμα του. Η οικεία στον Δημήτρη φωνή του Καβάφη, αναμφισβήτητα το έχει πει πιο καίρια, με τον γνωστό στίχο από το ποίημα «Ευρίωνος τάφος». Ο Ευρίων μαθήτευσε μεν στη φιλοσοφία και στη ρητορική, και δεν του ήταν άγνωστη η ιστορία, αλλά η απώλειά του στερεί τον αφηγητή του ποιήματος από «το πιο τίμιο-την μορφή του». Αυτό σημαίνει ότι σε οσαδήποτε στοιχεία και αν προστρέξουμε, προκειμένου να αναστήσουμε το σχήμα ενός συνολικού προσώπου, οσεσδήποτε πληροφορίες και αν συγκεντρώσουμε για τα επιτεύγματα, τις διακρίσεις και τις ενέργειες, ακόμα και ενός ξεχωριστού λογίου, όπως ήταν ο Δημήτρης, αν αρκεστούμε σε αυτά και μόνο, θα μας έχουν διαφύγει πολύ περισσότερα: η εσωτερική του, συναισθηματική συγκρότηση, ο αργός και τελετουργικός τρόπος που εκφραζόταν, τα μετρημένα λόγια, οι δυσπιστίες και οι δύσκολοι ενθουσιασμοί που τον έκαναν διαρκώς να σταθμίζει, να επιλέγει ή να αποφεύγει.
Δεν είναι τυχαίο, ενδεχομένως, το ότι σπουδάζοντας τον καβαφικό και τον σεφερικό λόγο, μα και τον λόγο του ύστερου Μανόλη Αναγνωστάκη, ο Δημήτρης κατάλαβε ότι η τήρηση μιας απόστασης όταν χρησιμοποιούμε τη γλώσσα της λογοτεχνίας, είναι απλώς το απαραίτητο υφάδι που σκεπάζει τα σπαραγμένα σώματα και τις σπαραγμένες ψυχές μας.
Δεν ξέρω αν αναρωτήθηκε ποτέ κανείς, αν υπήρχαν βαθύτερες αιτιάσεις που οδήγησαν τον Δημήτρη ήδη από τα χρόνια του ’60 και του ‘70 να ασχοληθεί περισσότερο από κάθε τι άλλο με τον Καβάφη και τον Σεφέρη. Ίσως δεν επιλέγουμε τυχαία τα πάθη μας. Πράγμα που είχε την ανάλογη συνέχειά του αργότερα με τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Πήρε άραγε κάτι ή επιβεβαίωσε κάτι μέσα στη μακρόχρονη θητεία του, από ετούτα τα τρία κατεξοχήν ηθικά αναστήματα της σύγχρονης ποίησής μας; Ό,τι και να υποθέσουμε πρόκειται για επιλογές και «συνομιλίες» που ξεχωρίζουν ευδιάκριτα στα όσα έγραψε, μα και στα όσα του «δίδαξαν» οι «παρέες» του αυτές. Μήπως επαλήθευσε από εκεί την αξία ενός ελληνικού κόσμου που βρίσκει πάντα την εσωτερική ισορροπία του; Ή μήπως επιβεβαίωσε έτσι την αξία της νηφαλιότητας, η οποία έγινε ένα είδος δομικής αρχής στη σύνθεση της ποίησής του, επιδρώντας ανάλογα στο γλωσσικό ήθος και ύφος του; Οπωσδήποτε, πλάι στον Καβάφη και τον Σεφέρη, δούλεψε πάνω στην άκρως προσεκτική και στρογγυλεμένη διατύπωση, έτσι ώστε να μην αφήνει ο λόγος του σκιές νοήματος.
Στοιχεία των δασκάλων του, αλλά μαζί και δικά του ιδιοσυγκρασιακά γνωρίσματα. Δεν είναι τυχαίο, ενδεχομένως, το ότι σπουδάζοντας τον καβαφικό και τον σεφερικό λόγο, μα και τον λόγο του ύστερου Μανόλη Αναγνωστάκη, ο Δημήτρης κατάλαβε ότι η τήρηση μιας απόστασης όταν χρησιμοποιούμε τη γλώσσα της λογοτεχνίας, είναι απλώς το απαραίτητο υφάδι που σκεπάζει τα σπαραγμένα σώματα και τις σπαραγμένες ψυχές μας. Και έτσι ακριβώς έγινε στον ίδιο, επίσης. Τα κείμενά του θα μας δείχνουν τον ιδιαίτερο, συγκρατημένο τρόπο τού να αφηγείται, να σχολιάζει με χιούμορ, να κρίνει. Το περίβλημα του λόγου του χαρακτηριζόταν από την αποφθεγματική ακρίβεια, τον χαμηλό και διαλογικό τόνο, όμως ενδομύχως έπαλλε στο βάθος ένας τρωτός συναισθηματικός κόσμος, κατευθυνόμενος όπως και ο κόσμος των περισσότερων μυθικών ποιητικών προσώπων του, από την βασανιστική έλλειψη δικαιοσύνης.
3 Ιουνίου 2026, Αλέξης Ζήρας



















