
Για την ταινία του Στέφαν Κομαντάρεφ (Stephan Komandarev) «Τα μαθήματα της Μπλάγκα».
Γράφει ο Θεόδωρος Τσιριγώτης
Υπάρχουν ταινίες που αφηγούνται μια ιστορία και ταινίες που λειτουργούν σαν κοινωνικά συμπτώματα. Η βουλγαρική ταινία «Τα μαθήματα της Μπλάγκα» («Blaga’s lessons») του Stephan Komandarev ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Παρακολουθώντας την, έχει κανείς την αίσθηση ότι δεν βλέπει μόνο την ιστορία μιας ηλικιωμένης γυναίκας που πέφτει θύμα τηλεφωνικής απάτης, αλλά κάτι πολύ ευρύτερο: την ιστορία μιας κοινωνίας που έχει μάθει να ζει με την ταπείνωση.
Η ηρωίδα, την οποία υποδύεται με σπάνια λιτότητα η Eli Skorcheva, είναι μια χήρα συνταξιούχος δασκάλα. Έχει μόλις χάσει τον σύζυγό της και προσπαθεί να εξασφαλίσει έναν αξιοπρεπή τάφο γι’ αυτόν. Παράλληλα, δίνει ιδιαίτερα μαθήματα βουλγαρικών σε μια Σύρια πρόσφυγα που θέλει να αποκτήσει υπηκοότητα. Έχει αφιερώσει τη ζωή της στη γλώσσα, στην εκπαίδευση, στην πειθαρχία, στην ιδέα ότι ο πολιτισμός συγκροτείται μέσω κανόνων. Δεν είναι τυχαίο ότι ο σκηνοθέτης επέλεξε μια δασκάλα: η Μπλάγκα αντιπροσωπεύει μια ολόκληρη γενιά της Ανατολικής Ευρώπης που πίστεψε στην αξία της μόρφωσης, της προσπάθειας και της κοινωνικής ευπρέπειας. «Έζησα με κανόνες όλη μου τη ζωή», λέει κάποια στιγμή – και η φράση αυτή συμπυκνώνει τον κόσμο που πρόκειται να καταρρεύσει.
Η τηλεφωνική απάτη και οι αντιδράσεις
Όταν εξαπατάται και χάνει τις οικονομίες της, χάνει κάτι περισσότερο από χρήματα. Χάνει τη βεβαιότητα ότι ο κόσμος εξακολουθεί να διέπεται από κάποιους στοιχειώδεις κανόνες. Και το ενδιαφέρον είναι ότι η ταινία δεν επικεντρώνεται στην απάτη, το τηλεφώνημα είναι απλώς η αφορμή. Το πραγματικό της θέμα είναι η κοινωνική αποσύνθεση.

Η Μπλάγκα προσπαθεί να βρει δικαιοσύνη, κατανόηση ή έστω συμπόνια, αλλά αντί γι’ αυτά συναντά αδιαφορία. Κανείς δεν φαίνεται πραγματικά σοκαρισμένος. Ένας δημοσιογράφος τη ρωτά ευθέως πώς μπόρεσε να κάνει «κάτι τόσο ανόητο». Ο γιος της, μετανάστης στις Ηνωμένες Πολιτείες, παραμένει μια απομακρυσμένη, ελάχιστα συμπονετική παρουσία πίσω από την οθόνη μιας βιντεοκλήσης. Η εξαπάτηση αντιμετωπίζεται σχεδόν ως φυσικό γεγονός, όπως η βροχή ή η φθορά του χρόνου. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η πρώτη μεγάλη αλήθεια της ταινίας: η μεγαλύτερη απειλή για μια κοινωνία δεν είναι η ύπαρξη απατεώνων, αλλά η εξοικείωση με την ύπαρξή τους.
Κάτι ανάλογο διαπερνά τον κόσμο της Μπλάγκα. Δεν υπάρχουν δαίμονες ούτε σατανικοί εγκέφαλοι: υπάρχουν μόνο συνηθισμένοι άνθρωποι που έχουν αποδεχθεί μια κατάσταση πραγμάτων.
Η Χάνα Άρεντ, προσπαθώντας να κατανοήσει τους μηχανισμούς των ολοκληρωτικών καθεστώτων, εισήγαγε την έννοια της «κοινοτοπίας του κακού». Δεν εννοούσε ότι το κακό είναι ασήμαντο, αλλά κάτι πιο ανησυχητικό: ότι μπορεί να ασκείται από ανθρώπους που δεν στοχάζονται τις πράξεις τους, ότι μπορεί να ενσωματωθεί στη γραφειοκρατική κανονικότητα και να πάψει να μοιάζει με κακό. Κάτι ανάλογο διαπερνά τον κόσμο της Μπλάγκα. Δεν υπάρχουν δαίμονες ούτε σατανικοί εγκέφαλοι: υπάρχουν μόνο συνηθισμένοι άνθρωποι που έχουν αποδεχθεί μια κατάσταση πραγμάτων. Ένας δημόσιος υπάλληλος που δεν ενδιαφέρεται, ένας έμπορος που εκμεταλλεύεται, ένας πολίτης που κοιτάζει αλλού, ένας απατεώνας που θεωρεί τη δράση του επάγγελμα. Η κοινωνία δεν καταρρέει εξαιτίας ενός μεγάλου κακού· καταρρέει εξαιτίας χιλιάδων μικρών παραιτήσεων.
Όμως η ταινία δεν αφορά μόνο τον κυνισμό. Αφορά και την ντροπή. Εδώ η σκέψη του Sándor Ferenczi αποδεικνύεται εξαιρετικά επίκαιρη. Ο Ferenczi υπήρξε από τους πρώτους ψυχαναλυτές που αντιλήφθηκαν ότι το τραύμα δεν προκαλείται αποκλειστικά από τη βία, αλλά συχνά από την άρνηση αναγνώρισής της. Το τραυματικό γεγονός είναι μόνο η αρχή, η πραγματική καταστροφή ξεκινά όταν το περιβάλλον αδυνατεί ή αρνείται να κατανοήσει τι συνέβη. Η Μπλάγκα δεν συντρίβεται μόνο επειδή έχασε τα χρήματά της, αλλά επειδή ανακαλύπτει ότι η κοινωνία γύρω της θεωρεί την απώλειά της προσωπική της υπόθεση.

Το ερώτημα παύει να είναι «ποιος σε εξαπάτησε;» και γίνεται «πώς άφησες να σε εξαπατήσουν;». Η ευθύνη μετακινείται αθόρυβα από τον θύτη στο θύμα. Αυτή η μετατόπιση αποτελεί ίσως ένα από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά των σύγχρονων κοινωνιών: από την οικονομική αποτυχία μέχρι τη φτώχεια, από την ανεργία μέχρι την ψυχική κατάρρευση, όλο και περισσότεροι άνθρωποι καλούνται να εξηγήσουν γιατί δεν κατάφεραν να προστατεύσουν τον εαυτό τους. Η κοινωνία δεν υπόσχεται πλέον προστασία· υπόσχεται μόνο ατομική ευθύνη. Όχι τυχαία, ο έμπορος που της πουλά τον τάφο τής εξηγεί ότι έτσι «μαθαίνει πώς λειτουργεί η οικονομία της αγοράς» — ένα μάθημα που η Μπλάγκα δεν θα ήθελε ποτέ να διδαχθεί.
Από αυτή την άποψη, η Μπλάγκα δεν είναι απλώς Βουλγάρα. Είναι Ευρωπαία. Η ιστορία της θα μπορούσε να διαδραματίζεται στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στο Βουκουρέστι, στο Βελιγράδι ή στη Σόφια. Ανήκει στον κοινό ψυχισμό των κοινωνιών που πέρασαν από τη διάψευση των συλλογικών ονείρων στη μοναξιά της ατομικής επιβίωσης. Οι βαλκανικές κοινωνίες γνώρισαν τα τελευταία τριάντα χρόνια δραματικές μεταβολές -την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, τους πολέμους της Γιουγκοσλαβίας, τις οικονομικές κρίσεις, τη μαζική μετανάστευση, την αποδυνάμωση των θεσμών- που δημιούργησαν μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης. Όταν οι άνθρωποι παύουν να εμπιστεύονται τους θεσμούς, αρχίζουν να μην εμπιστεύονται ούτε ο ένας τον άλλον. Και όταν χάνεται η εμπιστοσύνη, εμφανίζεται ο κυνισμός, που δεν είναι ιδεολογία αλλά ψυχολογική άμυνα: η πεποίθηση ότι όλοι ψεύδονται, όλοι εκμεταλλεύονται, όλοι σκέφτονται μόνο τον εαυτό τους. Μια στάση που προστατεύει προσωρινά από την απογοήτευση, αλλά μακροπρόθεσμα διαβρώνει κάθε δυνατότητα κοινότητας.
Όταν η ηθική αδυνατεί να προσφέρει ασφάλεια
Σε αυτό το σημείο η ταινία συναντά το έργο του Πρίμο Λέβι. Ο Λέβι, γράφοντας για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, προειδοποίησε ότι οι ακραίες συνθήκες δεν παράγουν ήρωες αλλά γκρίζες ζώνες: ανάμεσα στο θύμα και τον θύτη υπάρχει συχνά ένας τεράστιος ενδιάμεσος χώρος γεμάτος συμβιβασμούς, φόβους και προσαρμογές. Η έννοια αυτή είναι καθοριστική για την κατανόηση της Μπλάγκα, γιατί η ταινία τολμά να την οδηγήσει ως το τέλος της. Απελπισμένη να ξανακερδίσει τα χρήματά της, η ηρωίδα κάνει το αδιανόητο: γίνεται η ίδια «μουλάρι» των απατεώνων, εισπράκτορας που αποσπά χρήματα από ηλικιωμένους θύματα ακριβώς σαν κι εκείνη. Η μετάβαση δεν είναι θεαματική, είναι αργή, σχεδόν ανεπαίσθητη — και ακριβώς γι’ αυτό είναι πειστική. Η Μπλάγκα δεν γίνεται κακή. Γίνεται λειτουργική μέσα σε έναν κόσμο όπου η ηθική αδυνατεί να προσφέρει ασφάλεια.
Το τραγικό στοιχείο της ταινίας δεν είναι λοιπόν η εξαπάτηση. Είναι η απώλεια της δυνατότητας αναγνώρισης. Αυτό που παρακολουθούμε στο τέλος δεν είναι η πτώση ενός ανθρώπου αλλά η αποτυχία μιας κοινωνίας.
Ο Komandarev δεν την κρίνει, και αυτή η σκηνοθετική απόσταση κάνει το φινάλε ακόμη πιο αμείλικτο. Η λιτή, σχεδόν μονόχρωμη φωτογραφία του Vesselin Hristov -γκρίζοι δρόμοι, ένα άδειο διαμέρισμα, το ανθρακί φως- μετατρέπει την απομόνωση της ηρωίδας σε εικόνα. Ένα μοτίβο επιστρέφει ξανά και ξανά: η Μπλάγκα ανεβαίνει αργά τα ατελείωτα σκαλιά προς ένα τεράστιο μνημείο που δεσπόζει στην πόλη, χτισμένο για να τιμά την ίδρυση του βουλγαρικού κράτους. Το μνημείο είναι έρημο, απρόσιτο, αποκομμένο από κάθε ανθρώπινη παρουσία – σαν να μας λέει ότι το έπος της εθνικής δόξας δεν αφορά πια ανθρώπους όπως αυτή. Η κάμερα την παρακολουθεί όπως ένας ανθρωπολόγος θα παρακολουθούσε ένα είδος υπό εξαφάνιση.

Εδώ μπορούμε να φέρουμε τη συμβολή της Jessica Benjamin, η οποία υποστήριξε ότι οι ανθρώπινες σχέσεις θεμελιώνονται στην αμοιβαία αναγνώριση: ο άνθρωπος χρειάζεται να αναγνωρίζει και να αναγνωρίζεται ως πλήρες υποκείμενο. Όταν αυτή η αμοιβαιότητα διαρρηγνύεται, εμφανίζονται σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής. Η Μπλάγκα παύει σταδιακά να αντιμετωπίζει τους άλλους ως πρόσωπα και αρχίζει να τους βλέπει ως μέσα – όχι επειδή είναι ανήθικη, αλλά επειδή ολόκληρο το κοινωνικό της περιβάλλον έχει οργανωθεί με αυτόν τον τρόπο. Το τραγικό στοιχείο της ταινίας δεν είναι λοιπόν η εξαπάτηση. Είναι η απώλεια της δυνατότητας αναγνώρισης. Αυτό που παρακολουθούμε στο τέλος δεν είναι η πτώση ενός ανθρώπου αλλά η αποτυχία μιας κοινωνίας. Η Μπλάγκα δεν είναι η αιτία του προβλήματος, είναι το σύμπτωμά του.
Γι’ αυτό η ταινία παραμένει τόσο επίκαιρη. Ζούμε σε μια εποχή όπου η ταπείνωση έχει μετατραπεί σε καθημερινή εμπειρία για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού: ο ηλικιωμένος που δεν μπορεί να ζήσει με τη σύνταξή του, ο νέος που εργάζεται χωρίς προοπτική, ο άνεργος που αισθάνεται περιττός, ο άνθρωπος που βιώνει την αποτυχία ως προσωπικό ελάττωμα και όχι ως κοινωνικό γεγονός. Η μεγαλύτερη επιτυχία του Komandarev είναι ότι μας αναγκάζει να δούμε αυτή την πραγματικότητα χωρίς μελοδραματισμούς. Η ταινία δεν ζητά τη συμπόνια μας. Ζητά κάτι δυσκολότερο: να αναγνωρίσουμε ότι η κοινωνία της ταπείνωσης δεν είναι ένα βουλγαρικό πρόβλημα. Είναι η δική μας κοινωνία. Και η Μπλάγκα δεν είναι μια μακρινή κινηματογραφική ηρωίδα. Είναι ο καθρέφτης μιας Ευρώπης που δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να θυμηθεί τι σημαίνει αλληλεγγύη.
* Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΤΣΙΡΙΓΩΤΗΣ είναι ψυχαναλυτικός ψυχοθεραπευτής.





















