
Κριτική για την ταινία «Σπασμένη φλέβα» του Γιάννη Οικονομίδη, που παίζεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους.
Γράφει ο Φίλιππος Χατζίκος
Ο Θωμάς Αλεξόπουλος χρωστάει σε έναν τοκογλύφο 327 χιλιάδες ευρώ. Πρέπει να τα βρει μέσα σε λίγες μέρες, αλλιώς το σπίτι που διαμένει με τη σύζυγό του θα περάσει στα χέρια του άκαμπτου δανειστή. Η Σπασμένη Φλέβα είναι η ιστορία μιας σειράς μονομαχιών στις οποίες ο Αλεξόπουλος εισέρχεται πότε σαν αγρίμι και πότε σαν ταπεινωμένο παιδί που έκανε αταξία. Το διακύβευμα είναι πάντα το ίδιο: να βρεθούν τα δανεικά χρήματα, να αποπληρωθεί το χρέος, και ας εξοβελιστεί κάθε υποψία αξιοπρέπειας και πίστης από το κάδρο.
Ο Γιάννης Οικονομίδης βυθίζει τον κεντρικό χαρακτήρα σε συνθήκες μεσοαστικής ασφυξίας. Μας επιτρέπει απλώς να λοξοκοιτάξουμε προς ένα παρελθόν ευμάρειας που απλώνει βαριά τη σκιά του στο ζοφερό παρόν, χωρίς να παρεκκλίνει από την αφηγηματική διαδρομή του. Το μαγαζί που βρήκε από τον πατέρα του έτοιμο και αποφάσισε να το εξελίξει σε κάτι περισπούδαστο και προφανώς το έριξε στα βράχια, είναι πλέον ένα λεηλατημένο οχυρό, απομεινάρι μιας αλλοτινής αυταξίας που έχει πλέον τσακιστεί. Το ακριβό διαμέρισμα που εμφανώς πλέον δε μπορεί να συντηρήσει, δείγμα μιας κοινωνικής ανέλιξης που πραγματοποιήθηκε άνευ αναγκαίων πόρων, είναι πλέον ο τόπος της απόλυτης ταπείνωσης, εκεί που τον περιμένει ο δικαιολογημένος συζυγικός εξάψαλμος για όσα μοιραία έχει διαπράξει.
Μέσα στα γνώριμα ακίνητα και πνιγηρά κάδρα του Οικονομίδη, οι συναντήσεις που διαδέχονται η μια την άλλη φωτίζουν μια προσωπικότητα αποκρουστική, σε βαθμό να αναρωτιέται κανείς τι είναι αυτό που τον ωθεί να δώσει αυτόν τον υπέρ πάντων αγώνα για τη διάσωση του σπιτιού.
Η ταινία, βέβαια, δεν προσκαλεί τον οίκτο μας για έναν μεσήλικα άνδρα που κάποτε μεγαλοπιάστηκε. Μέσα στα γνώριμα ακίνητα και πνιγηρά κάδρα του Οικονομίδη, οι συναντήσεις που διαδέχονται η μια την άλλη φωτίζουν μια προσωπικότητα αποκρουστική, σε βαθμό να αναρωτιέται κανείς τι είναι αυτό που τον ωθεί να δώσει αυτόν τον υπέρ πάντων αγώνα για τη διάσωση του σπιτιού. Σίγουρα δεν είναι μια καλά εδραιωμένη αφοσίωση στη συζυγική και οικογενειακή στέγη, καθώς ο Αλεξόπουλος εκθέτει όλη την οικογένειά του σε διαρκή κίνδυνο, χωρίς ούτε μια στοιχειώδη προειδοποίηση, ενώ οι όποιοι δεσμοί με τη σύζυγό δείχνουν να έχουν ατονήσει.
Δε θα μάθουμε ποτέ γιατί αυτό το διαμέρισμα υπήρξε το ύστατο σημείο για εκείνον, ο Οικονομίδης γόνιμα θα μας αφήσει να υποθέτουμε. Είναι ίσως το τελευταίο περιουσιακό στοιχείο του, μια υπενθύμιση της αξίας του ή η τελευταία γραμμή άμυνας πριν την οριστική κατάρρευση. Μπορεί να βλέπει στους τοίχους του την τελευταία ευκαιρία του να ανακτήσει τη θέση του στα μάτια της συζύγου του και της κόρης του, κάτι που δείχνει να έχει σημασία για αυτόν, ακόμα και αν δε μπορεί να δικαιολογήσει συνολικά τη συμπεριφορά του.
Άμφια κατάλληλα για την περίσταση
Ωθούμενος από την ανάγκη να αποπληρώσει το χρέος του, ο Αλεξόπουλος ντύνεται κάθε φορά τα άμφια που είναι τα κατάλληλα για την περίσταση. Απέναντι στην μεγαλοαστή και μεγαλύτερης ηλικίας ερωμένη του, είναι ο συναισθηματικά εκβιαστικός εραστής που προστρέχει σε αυτήν απαιτώντας μια έμπρακτη και γενναιόδωρη συνδρομή στη βάση των υποτιθέμενων αμοιβαίων συναισθημάτων και τονίζει ότι εκείνη είναι η μόνη του ελπίδα μπροστά στον γκρεμό που χάσκει εμπρός του. Στον τοκογλύφο προστρέχει εν είδει ικέτη ελπίζοντας ματαίως στη μεγαλοψυχία του, ενώ προσεγγίζει φίλους και γνωστούς με το προφίλ ενός ανθρώπου που ορισμένοι εσφαλμένοι χειρισμοί τον έφεραν προ του χάους, επιχειρώντας να προξενήσει την αίσθηση ότι στη θέση του θα μπορούσαν να βρίσκονται εκείνοι.
Μπροστά σε κάθε πιθανή πηγή χρηματοδότησης, λοιπόν, αναζητά την πιο αποδοτική μέθοδο, διατηρώντας το χαμαιλεοντικό του χάρισμα ακόμα και ενώπιον του γιου του, στον οποίο επίσης οφείλει, διαβεβαιώνοντας τον, ψευδώς και ανερυθρίαστα, ότι τα χρήματα θα του επιστραφούν άμεσα. Μόνο απέναντι στους μύδρους που εξαπολύει η γυναίκα του δε βρίσκει καμία απάντηση, καθώς ταπεινωμένος αποδέχεται σιωπηρά την ευθύνη για τη δεινή θέση στην οποία έχουν περιέλθει. Σε αυτή την κομβική σκηνή ο δημιουργός έχει χορογραφήσει τη μονόπλευρη υβρεοπομπή με μαεστρία και ο Βασίλης Μπισμπίκης μεταφράζει σε λεπτές αποχρώσεις, καθαρά σωματικά και με το κεφάλι σκυμμένο, την εσωτερίκευση της χλεύης.
Ο τοκογλύφος είναι νομικά κατοχυρωμένος, το σπίτι θα περιέλθει σε αυτόν νομίμως μετά την παρέλευση της προθεσμίας, και μπορεί να κυκλοφορεί με τους γνωστούς μπράβους, αλλά καμιά θανάσιμη απειλή δεν συνιστά για τον Αλεξόπουλο
Εν αντιθέσει με άλλες απόπειρες του Οικονομίδη να περιηγηθεί σε νουάρ κόσμους, εδώ η πιάτσα του ήρωα δε γειτνιάζει με τον πλέον νοσηρό υπόκοσμο. Ο τοκογλύφος είναι νομικά κατοχυρωμένος, το σπίτι θα περιέλθει σε αυτόν νομίμως μετά την παρέλευση της προθεσμίας, και μπορεί να κυκλοφορεί με τους γνωστούς μπράβους, αλλά καμιά θανάσιμη απειλή δεν συνιστά για τον Αλεξόπουλο. Αν αυτός αποτύχει να βρει τα λεφτά, οι χαμένοι θα είναι ουσιαστικά άλλοι, δηλαδή η γυναίκα του, που θα βρεθεί ξαφνικά στον δρόμο και η κόρη του, μακάρια μέσα στην άγνοιά της για το ποιόν του πατέρα της, στην οποία ανήκει το σπίτι. Με αυτόν τον ευφάνταστο τρόπο, το σενάριο των Οικονομίδη και Μουρίκη υπερβαίνει έναν σημαντικό σκόπελο, που έγκειται στον ίδιο τον κεντρικό χαρακτήρα, έναν αγνώμονα, αντιπαθή, μικροπρεπή και χειριστικό τύπο, τις περιπέτειές του οποίου παρακολουθούμε με αγωνία.
«Η μοίρα του ανθρώπου είναι ο χαρακτήρας του»
Πέραν όμως των συνεπειών που εκτείνονται εκτός της προσωπικής του σφαίρας, η ίδια η κινηματογραφική γλώσσα του δημιουργού μας αναγκάζει να παραμερίσουμε την όποια ηθική αποδοκιμασία μας απέναντι στον (αντι)ήρωα, χωρίς να τον μετατοπίζει προς μια φιλικότερη κατάσταση. Άλλωστε, «η μοίρα του ανθρώπου είναι ο χαρακτήρας του», υπενθυμίζει ο Ηράκλειτος στην προμετωπίδα της ταινίας, και ο Οικονομίδης μοιάζει να ακολουθεί πιστά αυτή την κατευθυντήρια γραμμή, διανθίζοντας την με ειρωνεία, ενίοτε τραγική, σίγουρα πάντως χαρακτηριστική της ιδιολέκτου του.
Ο Αλεξόπουλος βρίσκεται με δική του ευθύνη στο μάτι του κυκλώνα, αλλά περιβάλλεται από εικόνες σήψης που έχουν κυριεύσει την αστική καθημερινότητα. Σταδιακά, αλλά κυρίως διακριτικά, μετατρέπεται από εγωιστικό κάθαρμα σε μέρος μιας παθογενούς κατάστασης που είναι προ καιρού εκτός ελέγχου. Όπως και στο Μικρό Ψάρι, ο Οικονομίδης αξιοποιεί το σκηνικό της παρακμής για να συνθέσει τον ψυχισμό του ήρωα, διατηρώντας τους διαλόγους απαλλαγμένους από επεξηγήσεις και απλουστεύσεις, με σποραδικές εκρήξεις κάπως μικρότερης έντασης σε σχέση με όσα είχαν προηγηθεί στο έργο του δημιουργού.
Πριν από κάθε αναμέτρηση του Αλεξόπουλου με τους επίδοξους σωτήρες του, η σκηνοθεσία έχει φροντίσει να αφομοιώσουμε το σκηνικό και να επικοινωνήσουμε με τον ρυθμό του κάθε τόπου...
Η Σπασμένη Φλέβα υπακούει στον οικονομιδικό ρυθμό και αγκαλιάζει τη διττή ιδιομορφία του. Αρχικά, στις στιγμές όπου η ένταση κορυφώνεται, υπάρχει μια παροξυσμική μουσικότητα στον λόγο που εκφέρεται, ένα τέμπο το οποίο προσδίδει μια σχεδόν θεατρική αίσθηση στην αφήγηση και συμπλέει απόλυτα με τα μεσαία πλάνα και τα επιμελημένα ντεκόρ της ταινίας. Πέραν αυτού, όμως, οικονομιδικός ρυθμός σημαίνει παύσεις στην ασθματική ροή και γενικά πλάνα επαρκούς διάρκειας που ιδρύουν αποτελεσματικά τη σχέση του χαρακτήρα με το περιβάλλον του. Πριν από κάθε αναμέτρηση του Αλεξόπουλου με τους επίδοξους σωτήρες του, η σκηνοθεσία έχει φροντίσει να αφομοιώσουμε το σκηνικό και να επικοινωνήσουμε με τον ρυθμό του κάθε τόπου, προτού μας εκτοξεύσει μία ακόμα εκδοχή της αγωνιώδους απόγνωσης του κεντρικού χαρακτήρα.
Ο Γιάννης Οικονομίδης μετέρχεται τις μεθόδους της αρχαίας τραγωδίας προκειμένου να σφραγίσει οριστικά μια εφιαλτική διαδρομή και να ετοιμάσει έναν αληθινά ανατριχιαστικό επίλογο. Σε αυτή τη ραφιναρισμένη για τα μέτρα του δημιουργία, όσοι χαρακτήρες παρελαύνουν από την οθόνη, ακόμα και για λίγα λεπτά, κομίζουν κάτι το ουσιώδες στο καλοκουρδισμένο σύνολο. Το φιλμ μπορεί να μην ξεχειλίζει από την ορμή της πρότερης περιόδου του δημιουργού, τουλάχιστον με τους προφανείς τρόπους, αλλά διαθέτει μια βραδυφλεγή αφήγηση τέτοιας έντασης και σφοδρότητας που καθηλώνει το κοινό και μοιάζει αδύνατο να εκτονωθεί.
* Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΧΑΤΖΙΚΟΣ είναι κριτικός κινηματογράφου, μέλος της Π.Ε.Κ.Κ.






















