
Για την ταινία «Ντίγκερ» του Μεξικανού σκηνοθέτη Αλεχάντρο Γκονσάλες Ινιαρίτου, που προβάλλεται αυτές τις μέρες στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Το «Ντίγκερ» είναι η νέα, στυλιζαρισμένη, φιλόδοξη ταινία του Αλεχάντρο Γκονσάλες Ινιαρίτου. Μετά τη διερεύνηση διαφορετικών πολιτιστικών ομάδων στις προηγούμενες ταινίες του, ο σπουδαίος μεξικανός σκηνοθέτης έρχεται τώρα να εντυπωσιάσει με αυτό το ευρηματικό φιλμ τεράστιων διαστάσεων, που κύριο θέμα του έχει την καταδίκη του πλανήτη. Για κεντρικό ήρωά του ο Ινιαρίτου επιλέγει έναν τεξανό μεγιστάνα του πλούτου: λιπαρός, αν όχι παχύσαρκος, και με ύφος αρπακτικού, ο Digger Rockwell κρατά ένα φτυάρι στο χέρι και, εξορύσσοντας πετρέλαιο από τη Γροιλανδία, ασκεί μεγαλύτερη επιρροή και από τον πλανητάρχη και σταδιακά απεργάζεται την καταστροφή της γήινης ατμόσφαιρας.
Φυσικά ο Digger (που μαζί με τον Πρόεδρο συνθέτουν μιαν άλλη εκδοχή του Τραμπ και των ανήθικων επιλογών του για τον πλανήτη) αγνοεί τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, είναι απόλυτα επηρμένος, υπερφίαλος, σπάταλος και κακόγουστος. Η έπαυλή του είναι αποκρουστικά διακοσμημένη με κρανία ζώων, βαλσαμωμένα τρωκτικά και κέρατα, ενώ η μεγάλη του αδυναμία (σε μια σαρκαστική επίδειξη ζωοφιλίας και εμετικής «τρυφερότητας») είναι μια εξαθλιωμένη, υπερήλικη animatronic λευκή γάτα, που την κρατά στη ζωή με το ζόρι, ουσιαστικά υποβάλλοντάς την σε ένα μαρτύριο. Το τοπίο που περιβάλλει τη νεοπλουτική, εκκεντρική του κατοικία είναι πνιγμένο στη βλάστηση, με μιαν αισθητική που παραπέμπει στο εθνικό πάρκο Yosemite της Σιέρα Νεβάδα.
Εξωφρενικές λήψεις και θέατρο μέσα στο θέατρο
Έξοχη είναι η ερμηνεία του Ριζ Άχμεντ στον ρόλο του κλιματολόγου Δρ. Γκανές: με έναν συνδυασμό φυσικής δειλίας και εκρηκτικής παρρησίας, ο Δρ. Γκανές ανακοινώνει στον άπληστο μεγιστάνα μιαν έκρηξη μεθανίου, τον θάνατο πολλών εργατών και την αποκόλληση ενός απειλητικού παγόβουνου που από τη Γροιλανδία που κατευθύνεται προς τον Ατλαντικό. Αμετανόητος, ο Digger αποφαίνεται ότι η κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί με βομβαρδισμό: αυτήν την προσέγγιση συμμερίζονται ο ετοιμοθάνατος Πρόεδρος -τον οποίο υποδύεται θαυμάσια ο Τζον Γκούντμαν-, σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο, οι δημοσιογράφοι και τα στελέχη των επιχειρήσεων, που στην ταινία εμφανίζονται ως μια Φάρμα των Ζώων, με μεγεθύνσεις και oblique λήψεις που συναγωνίζονται τον Κιούμπρικ («SOS: Πεντάγωνο καλεί Μόσχα»).
«Αν δεν μπορούμε να ελέγξουμε την πορεία της φύσης, μπορούμε να ελέγξουμε την αφήγηση. Όταν όλα καταρρέουν, δώσε τους τη γυμνή, σκληρή αλήθεια!» δηλώνει κυνικά ο Digger: η δημόσια λεκτική έκθεση της υπαιτιότητάς του μπροστά στους Ευρωπαίους ηγέτες, αντί για παραδοχή της ενοχής του, μεταστρέφεται μακιαβελικά σε ειδωλοποίηση. Ακολουθεί μαζική υστερία, πανικός, μια σλάπστικ τραγωδία, ένα μεταδοτικό γλωσσικό παραλήρημα πολύ γνώριμο στις ταινίες του Ινιαρίτου. Οι «ιθύνοντες», ελαφρά τη συνειδήσει, αποφασίζουν την αποσιώπηση από τα media, σε μιαν αγωνιώδη επιδίωξη ελέγχου της κοινής γνώμης.

Η αίσθηση ότι ο Ινιαρίτου και ο Λάνθιμος κάπου διασταυρώνονται ενισχύθηκε σημαντικά από τις επιλογές των φαντασμαγορικών σκηνικών και από το καταγγελτικό ύφος της ταινίας. Επίσης, οι χρωματικές ποιότητες στη σκηνή της ομιλίας μπροστά στους υπόλοιπους «ισχυρούς» θυμίζουν Ρόι Άντερσον, ενώ η όλη μαξιμαλιστική προσέγγιση θυμίζει Κόππολα («Megalopolis») και τα υπερβολικά εφέ τον Τέρι Γκίλιαμ («Βrazil»), καθώς αξιοποιούνται στον μέγιστο βαθμό οι δυνατότητες του στούντιο. Σεναριακά, αυτό υποστηρίζεται από μια μεταθεατρική ανατροπή: όλο το πρώτο ημίωρο της ταινίας δεν είναι παρά η πρόβα τζενεράλε για μια πολύ υψηλού budget παράσταση με τίτλο «Fossil Fools» και ο Digger είναι ένα fiction πρόσωπο-ήρωας της παράστασης αυτής που τον υποδύεται ένας ηθοποιός με το όνομα Κέρτις Μάρκσον. Γι' αυτόν τον διπλό ρόλο είναι έξοχη η επιλογή του Τομ Κρουζ, που με υπερτονισμό των απεχθών του ιδιοτήτων μετατρέπεται σε φελινική φιγούρα με αραιά δόντια και περούκα, τελικά ως ένας αστέρας του θεάτρου που στέκεται ανάμεσα στον κόσμο και τον αφανισμό του.
Το δυστοπικό σενάριο της πραγματικότητας
Και αυτή δεν είναι η μοναδική αναφορά της ταινίας στον Φελίνι: όπως εκείνος γύριζε ολόκληρες τις ταινίες του μέσα στα τεχνητά πλατό της Cinecittà, έτσι και ο Ινιαρίτου στα στούντιο Pinewood επιστρατεύει ψευδαισθησιακά μονοπλάνα, κάμερα στο χέρι, ευρυγώνιους φακούς και απίθανους ηχητικούς σχεδιασμούς. Ακόμη, κατασκευάζει μεγάλους υφασμάτινους τοίχους και χρησιμοποιεί stand-ins για να εικονογραφήσει το σενάριό του: οι «αντικαταστάτες» παίρνουν τη θέση των βασικών ηθοποιών στο πλατό, ενόσω το συνεργείο του Εμανουέλ Λουμπέσκι εφαρμόζει τον αυστηρά προκαθορισμένο φωτισμό, τη λήψη κάθε προσχεδιασμένου πλάνου και την ακριβή κίνηση των ηθοποιών στον χώρο. Ο Ινιαρίτου δεν το κρύβει: δηλώνει σαφέστατα, ακόμα και θεματικά, την επιρροή του από τον Φελίνι στη σκηνή όπου αποκαλύπτεται η πλαστική θάλασσα κάτω απ’ το καράβι και η στάχτη της γάτας σκορπίζεται στα κύματα: η αναφορά στο «E la nave va» του Φεντερίκο Φελίνι δεν είναι λεκτική, αλλά προκύπτει από το ίδιο το εύρημα του σεναρίου.

Και ενώ το τέλος προοικονομείται με συνεχές στάξιμο νερού στους χώρους των γυρισμάτων, με μια σταδιακά εισβάλλουσα υγρασία, με επαπειλούμενη πλημμύρα, όταν τελειώνει η παράσταση η κάμερα ακολουθεί τους θεατές που βγαίνουν από το θέατρο. Εκεί αποκαλύπτεται ότι βρίσκονται σε ένα πλήρως κατεστραμμένο, μετα-αποκαλυπτικό μέλλον με ακραία επίπεδα τοξικότητας στον αέρα. Όλοι φορούν ειδικές μάσκες οξυγόνου για να επιβιώσουν από την ήδη συντελεσθείσα καταστροφή του πλανήτη. Η κάμερα αποκαλύπτει μια φαντασμαγορική και ανατριχιαστική εκδοχή της πόλης: ο ουρανός είναι γκρίζος, οι δρόμοι πλημμυρισμένοι και οπλισμένοι στρατιώτες περιπολούν σε κάθε γωνιά. Πολύ βαριά σκηνή για να την αντέξει το εφησυχασμένο κοινό: ήδη από το 2012 οι ειδήσεις για την απόψυξη του έως χθες παγωμένου εδάφους (permafrost) της Αρκτικής και τον υπερδιπλασιασμό της έκλυσης μεθανίου ήταν σαρωτικές. Όταν τα δυσάρεστα νέα περιέλαβαν και την Ανταρκτική, λογικά οι ηγέτες των τεχνολογικά ισχυρών κρατών θα έπρεπε να ευαισθητοποιηθούν για την τήξη των πάγων και την υπερθέρμανση του πλανήτη. Όμως κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Γιατί να μην είναι άκρως ρεαλιστικό (και ίσως και αποκρουστικό) το τέλος του έργου;
• Διαβάστε επίσης: Είδαμε το «Ντίγκερ» του Αλεχάντρο Γκονσάλες Ινιαρίτου – Ένα φαντασμαγορικό οικολογικό, κοινωνικοπολιτικό φιλμ
Μπλα, μπλα, μπλα
Οι κριτικές για την «άβολη» αυτήν ταινία διχάστηκαν, πλειοψήφισαν οι αρνητικές, και το αποτέλεσμα ήταν, ήδη στη δεύτερη εβδομάδα προβολής του στις αίθουσες, το «Ντίγκερ» να σημειώσει πτώση 60% στα έσοδά του στις Ηνωμένες Πολιτείες και η παραγωγή να καταγράψει απώλεια 245 εκατομμυρίων δολαρίων. Το ρίσκο της Warner ήταν καταστροφικό γιατί οι Αμερικανοί δεν συμπάθησαν καθόλου αυτόν τον καθρέφτη της πραγματικότητάς τους – όμως η δική μου επίγευση της ταινίας ήταν απόλυτα θετική και για μια ακόμη φορά ψιθύρισα «τι μεγαλοφυḯα ο Ινιαρίτου!». Τις επόμενες μέρες προστέθηκε, στην αρχική μου αίσθηση, η βεβαιότητα πως δεν πρόκειται απλώς για μια ταινία πολιτικού και οικολογικού προβληματισμού, αλλά για μια ταινία που στηλιτεύει την αμετροέπεια των ιθυνόντων και το γεγονός ότι ο σύγχρονος άνθρωπος ευθύνεται επίσης για τους παραπειστικούς τους μονολόγους.

Προς επίρρωσιν αυτής της σκέψης μου, διάβασα ότι το σενάριο είχε αρχικά τον προσωρινό τίτλο «Blah, Blah, Blah» και κατάλαβα ότι ο Ινιαρίτου θέλησε να αποκαλύψει έναν κόσμο όπου οι έννοιες των λέξεων έχουν χάσει το νόημά τους και όπου το κενό φώνημα ή το διαφημιστικό μήνυμα αρκεί από μόνο του για να επιφέρει αλλαγές συμπεριφοράς των μαζών. Σαν να έχει μειωθεί η αντίληψη του μέσου πολίτη και να αφομοιώνει αυτός «αμάσητη», εντελώς ανεπεξέργαστη, την κάθε πληροφορία. Σαν να έχει υποχωρήσει η ικανότητα διατύπωσης συλλογισμών, για να παραχωρήσει τη θέση της στη μαγνητισμένη, ισοπεδωμένη αποδοχή του κυρίαρχου αφηγήματος. Το marketing της πολιτικής αποδίδεται με την αναπαράσταση της «παράστασης», και δυστυχώς η προσπάθεια της τέχνης να αντιμετωπίσει ή να θεραπεύσει τις τραγωδίες του πραγματικού κόσμου είναι σκέτη ματαιοπονία.
Ως εκ τούτου, ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο μπορούμε να ανακτήσουμε την επαφή μας με την πραγματικότητα είναι να αποστρέψουμε το βλέμμα από τις παραπλανητικές αναπαραστάσεις της και να βάλουμε το μυαλό μας να λειτουργήσει. Σε αντίθετη περίπτωση, ας παρηγορηθούμε από το γεγονός ότι, προς το παρόν, οι τιμές των μασκών ασφυξίας, των κονσερβοποιημένων προϊόντων και των υπόγειων καταφυγίων παραμένουν σχετικά προσιτές.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Παραγωγή: Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου, Μέρι Πάρεντ, Τομ Κρουζ
Σκηνοθεσία: Αλεχάντρο Γκ. Ινιάριτου
Συμβολή στο σενάριο: Αλεχάντρο Γκ. Ινιάριτου, Αλεξάντερ Ντινελάρις, Νικολάς Τζιακομπόνε, Σαμπίνα Μπέρμαν, Τζεζ Μπάτεργουορθ
Φωτογραφία: Εμανουέλ Λουμπέσκι
Μοντάζ: Στίβεν Μιριόνε, Κόνορ Ο'Νιλ
Μουσική: Κόζμο Σέλντεϊκ
Studio: Warner Bros
Πρωταγωνιστούν: Tom Cruise, Sandra Hüller, John Goodman, Riz Ahmed, Michael Stuhlbarg, Jessy Plemmons, Emma D’Arcy






















