
Για τη βραβευμένη με τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ της Βενετίας, νέα ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ [Pedro Almodóvar] «Το διπλανό δωμάτιο», με την Τίλντα Σουίντον και την Τζούλιαν Μουρ.
Γράφει ο Θόδωρος Σούμας
Το τελευταίο φιλμ του Πέδρο Αλμοδόβαρ Το διπλανό δωμάτιο, η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του, κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στο φετινό Φεστιβάλ Βενετίας. Εξέρχεται από τη συνήθη θεματική του σπουδαίου Ισπανού σκηνοθέτη και προσεγγίζει άμεσα το θέμα της υποβοηθούμενης ευθανασίας.

Το κεντρικό ζήτημα που απασχολεί την ταινία είναι η υποβοηθούμενη αυτοκτονία του βαριά αρρώστου, με σκοπό την ευθανασία και την αποφυγή του βασανιστηρίου των πόνων, της πλήρους αδυναμίας και της ταπείνωσης τού να μην μπορείς να αναλάβεις τον άρρωστο εαυτό σου, τις οδύνες του και τον «εξευτελισμό» της πλήρους ανημπόριας. Δηλαδή την ανάληψη από το υποκείμενο, το άτομο, της πλήρους ευθύνης για το πεπρωμένο, το τέλος του... Θέμα που απαιτεί θάρρος τόσο από τον ασθενή, όσο και από τον σκηνοθέτη που του συμπαρίσταται εικονοποιώντας την ιστορία του. Το σενάριο της ταινίας, γραμμένο από τον Αλμοδόβαρ, είναι βασισμένο στο βιβλίο της Αμερικανίδας Σίγκριντ Νούνιες «What are you going through».
O Ισπανός σκηνοθέτης τοποθετεί για άλλη μια φορά στο επίκεντρο της μυθοπλασίας του ορισμένες ενεργητικές, ισχυρές και σημαντικές γυναικείες προσωπικότητες από αυτές που κοσμούν συχνά το έργο του, π.χ. τις ταινίες «Το μυστικό μου λουλούδι», «Ψηλά τακούνια», «Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης», «Όλα για την μητέρα μου», και «Κίκα».
Στην καρδιά της ιστορίας του φιλμ βρίσκονται δύο φίλες, η βαριά άρρωστη από καρκίνο δημοσιογράφος (Τίλντα Σουίντον) και η φίλη της συγγραφέας (Tζούλιαν Μουρ). Η καρκινοπαθής αποφασίζει να βάλει τέλος στη ζωή της χρησιμοποιώντας ένα δηλητήριο που προμηθεύτηκε στο σκοτεινό διαδίκτυο, μα χρειάζεται τη συναισθηματική στήριξη ενός κοντινού, φιλικού προσώπου της ώστε να τα καταφέρει να τα βγάλει πέρα με σταθερότητα, ηρεμία και ψυχολογική υποστήριξη. Γι’ αυτό επιλέγει τη φίλη της συγγραφέα για να της συμπαρασταθεί. Η στενή φίλη της παραμερίζει τους όποιους αρχικούς δισταγμούς της για να φέρει σε πέρας το λεπτό έργο της, παρεμποδίζοντας και την ψυχική κατάρρευση της φίλης της και τη δική της.
Έτσι ξεκινά ένα λιτό φιλμ, χωρίς μελοδραματισμό μα με συναίσθημα και τρυφερότητα, επικεντρωμένο στα δυο γυναικεία πρόσωπα και στο προσωρινό περιβάλλον τους (η καρκινοπαθής έχει νοικιάσει γι’ αυτή τη δοκιμασία ένα σπίτι μέσα στη βλάστηση).
Ο ανθρώπινος στοχασμός έχει συχνά ένα όριο, τον θάνατο του σκεπτόμενου υποκειμένου. Ο θάνατος σαν αντικείμενο του στοχασμού δεν είναι προσβάσιμος.
Αν το φιλμ περιοριζόταν στα παραπάνω, το ενδιαφέρον μας θα εξαντλείτο. Όμως η βεντάλια της προβληματικής και της θεματολογίας της διευρύνεται πολύ περισσότερο. Διότι στην ουσία το ζήτημα που θέτει η μυθοπλασία είναι πολύ ευρύτερο και μάλιστα οικουμενικό: είναι ο ίδιος ο θάνατος! Και το φιλμ ουσιαστικά είναι φιλοσοφικό, ξεπερνώντας τα όρια της υποβοηθούμενης ευθανασίας.
Ο ανθρώπινος στοχασμός έχει συχνά ένα όριο, τον θάνατο του σκεπτόμενου υποκειμένου. Ο θάνατος σαν αντικείμενο του στοχασμού δεν είναι προσβάσιμος. Οι τέχνες και οι επιστήμες έχουν ασχοληθεί με τον θάνατο και έχουν πει πολλά. Ο καθαρός φιλοσοφικός στοχασμός δυσκολεύεται, με ορισμένες φωτεινές εξαιρέσεις, τον Χάιντεγκερ, τον Επίκουρο, τον Εντγκάρ Μορέν και άλλους. Το σινεμά, αν εξαιρέσεις τον Μπέργκμαν και τις κλασικές αμερικάνικες πολεμικές και αστυνομικές περιπέτειες, δεν έχει επιμείνει. Είπαμε πως ο θάνατος είναι θέμα που επιβάλλει μια κάποια αφασία ή έστω μια μυστηριακή, μεταφυσική αχλή.

Ο Αλμοδόβαρ τολμά να αντικρίσει το ζήτημα κατά πρόσωπο. Τι έχει να μας πει για τον θάνατο; Πολλά και διάφορα. Κατ’ αρχάς για την υπαρξιακή αγωνία. Τα πιο ενδιαφέροντα όμως μας τα λέει κατ’ αντιδιαστολή προς τον θάνατο, μιλώντας για τη ζωή.
Σχολιάζει τον θάνατο αναφερόμενος στη ζωή και στις απολαύσεις της. Αυτές μπορεί να είναι κάποιοι όμορφοι έρωτες ή η εργασία που αγαπάμε, η ωραιότητα της φύσης που μας περιβάλλει, ή ακόμη ένα δροσερό αεράκι που μας αγγίζει, το χάδι του ήλιου και το όραμα της βαθυπράσινης πλούσιας βλάστησης…
Ο Αλμοδόβαρ φωτίζει τον θάνατο με το ευχάριστο θέαμα και το γλυκό βίωμα της πολυποίκιλης ζωής. (Μπορούμε να ισχυριστούμε και το αντίθετο, πως το αναπόφευκτο δεδομένο του θανάτου χρωματίζει και σφραγίζει τη ζωή μας).
Τι έχει να μας πει για τον θάνατο; Πολλά και διάφορα. Κατ’ αρχάς για την υπαρξιακή αγωνία. Τα πιο ενδιαφέροντα όμως μας τα λέει κατ’ αντιδιαστολή προς τον θάνατο, μιλώντας για τη ζωή.
Ο Αλμοδόβαρ πραγματεύεται ακόμη το θέμα της ανιδιοτελούς, γνήσιας φιλίας. Η φιλία των δύο γυναικών είναι αληθινή, μεγαλόψυχη και γενναία (και κρύβει κάποιον υπολανθάνοντα ερωτισμό έστω επειδή είχαν ορισμένους κοινούς εραστές).
Η εικαστική και σκηνογραφική αισθητική της ταινίας μοιάζει με την αισθητική των άλλων, πιο ελαφριών και εύθυμων ταινιών του Αλμοδόβαρ ως προς τη χρωματική παλέτα του, που εδώ όμως είναι πιο μετρημένη, περιέχει λιγότερο φως, λιγότερο χαρούμενες αποχρώσεις και λίγο πιο βαριά χρώματα, μπλε και σκούρα πράσινα.
*Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΣΟΥΜΑΣ είναι συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου. Τελευταίο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων του «Παράλογοι συνήθεις πόθοι» (εκδ. Bακχικόν).





















