
Για την ταινία του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ «Ο φόβος τρώει τα σωθικά», η οποία κλείνει φέτος 50 χρόνια ζωής και προβάλλεται ξανά σε ψηφιακά αποκατεστημένες κόπιες στις αίθουσες.
Γράφει ο Θόδωρος Σούμας
Ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ ασχολήθηκε αρκετές φορές με τους ανθρώπους που βρίσκονται, από ερωτικοσεξουαλική άποψη, σε μειονεκτική θέση, στην κατάσταση του θύματος ή του προδομένου εραστή. Αυτή τη θεματική και προβληματική τη βρίσκουμε στα Πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ (1972), στο Παιχνίδι της τύχης (1975), στη Χρονιά με τα 13 φεγγάρια (1978) και στο Ο φόβος τρώει τα σωθικά του 1974 (ισχύει και για τους δυο ήρωες)· στη Γυναίκα του σταθμάρχη (1973) και στον Έμπορο των τεσσάρων εποχών (1972).
Ενώ στα τρία πρώτα φιλμ που σημειώσαμε, τα θύματα είναι ομοφυλόφιλοι, στα τρία τελευταία τα θύματα είναι ετεροφυλόφιλοι. Ο Φασμπίντερ, μεταξύ άλλων, γνώριζε και σκιαγραφούσε πολύ καλά τα τραύματα του πληγωμένου και τσαλαπατημένου άντρα. Τον Φασμπίντερ απασχόλησε πολύ και η γυναικεία ιδιαιτερότητα, η διαφορετικότητα της γυναίκας. Δημιούργησε αξιόλογα κι ουσιώδη γυναικεία πορτρέτα που αναφέρονται στη γυναικεία ευαισθησία, νεύρωση και έκφραση, στην καταπίεση κι εκμετάλλευση των γυναικών, στην Έφι Μπριστ (Fontane Effi Briest, 1974), στη Βερόνικα Φος (Die Sehnsucht der Veronika Voss, 1982), στα Πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ, στη Μάρθα (1973), καθώς και στις ταινίες που πρωταγωνιστεί η γηραιά Μπριγκίτα Μίρα, Ο φόβος τρώει τα σωθικά (Angst essen Seele auf, 1973) και Η μαμά Κιούστερς πηγαίνει στον ουρανό (Mutter Küsters fahrt zum Himmel, 1975).
Τον ενδιαφέρει πολύ και η αντιμετώπιση της φυλετικής ιδιαιτερότητας και κατά συνέπεια το ζήτημα του φυλετικού ρατσισμού και όχι μόνο ο σεξουαλικός, σεξιστικός ρατσισμός. Η σκέψη του για τις φυλετικές διαφορές και διακρίσεις ξεδιπλώνεται ήδη από νωρίς στη φιλμογραφία του, στη δεύτερη μεγάλου μήκους του, τον Έλληνα γείτονα (Katzelmacher, 1969) όπου υποδύεται ο ίδιος έναν φαλλοκράτη, Έλληνα μετανάστη.
Στο μεταγενέστερο και εξαιρετικά ολοκληρωμένο Ο φόβος τρώει τα σωθικά, ο Φασμπίντερ περιγράφει έναν ασύμμετρο έρωτα, καταδιωγμένο και προπηλακισμένο από το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον.
Στο μεταγενέστερο και εξαιρετικά ολοκληρωμένο Ο φόβος τρώει τα σωθικά, ο Φασμπίντερ περιγράφει έναν ασύμμετρο έρωτα, καταδιωγμένο και προπηλακισμένο από το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον: Τον ερωτικό δεσμό και το γάμο μιας μεσήλικης Γερμανίδας χήρας και ενός πολύ νεότερού της και ακμαίου Μαροκινού, που γίνονται αντικείμενο περιφρόνησης και χλευασμού. Και σ’ αυτό το φιλμ, ο σκηνοθέτης επιστρατεύει τον στιβαρό, ρωμαλέο κι εκφραστικότατο ρεαλισμό του. Έναν ρεαλισμό σημαίνοντα και αντιπροσωπευτικό από κοινωνική άποψη. Ο κοινωνικός ρεαλισμός του Φασμπίντερ συνδέεται με το πλάσιμο ολοκληρωμένων χαρακτήρων, με το σχεδιασμό της ψυχολογίας τους, μα και με τη σκιαγράφηση των κοινωνικοπολιτικών δομών της σύγχρονης Γερμανίας.
Στο Ο φόβος τρώει τα σωθικά αφήνει πίσω του όλους τους σκοπέλους μιας εκκεντρικής, εστετίστικης κινηματογραφική σύλληψης, υιοθετεί ένα αδρό, εκφραστικό, δυνατό και άμεσο ρεαλιστικό στιλ στη δημιουργία των χαρακτήρων και στην τοιχογραφία της περιβάλλουσας κοινωνίας. Ο Φασμπίντερ επιστρατεύει όλη τη στοργή του, την αγάπη, την ανθρωπιά και το συναίσθημα προς τους δύο συμπαθείς, κατατρεγμένους ήρωές του, που έχουν κι αυτοί δικαίωμα στην αγάπη και στην αλληλεγγύη, παρ’ όλες τις ηλικιακές, πολιτισμικές, φυλετικές και κοινωνικές διαφορές τους και διεκδικούν με αξιοθαύμαστη εγκαρτέρηση αυτό το θεμελιακό δικαίωμά τους.
Ο Φασμπίντερ ασχολήθηκε πολύ, στο έργο του, με τις κοινωνικές διαφορές προς τους άλλους, των προσώπων που ζωγράφισε, δηλαδή με το θέμα της κοινωνικής διαφορετικότητας των ανθρώπων. Αυτή είναι η κοινή παράμετρος των φιλμ Ο φόβος τρώει τα σωθικά, Το παιχνίδι της τύχης, Ο έμπορος των τεσσάρων εποχών, Θεοί της πανούκλας (Götter der Prest), του Έλληνα γείτονα, του σπουδαίου σήριαλ Berlin Alexanderplatz (1979-80), του Η μάνα Κιούστερς ανεβαίνει στον ουρανό (1975), κ.α. πολλών.
*Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΣΟΥΜΑΣ είναι συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου. Τελευταίο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων του «Παράλογοι συνήθεις πόθοι» (εκδ. Bακχικόν).






















