alt

Του Νίκου Ξένιου

Η περσόνα του Άρθουρ Φλεκ, όπως την ενσαρκώνει ο Χοακίμ Φοίνιξ, είναι εκ των πραγμάτων προσαρμοσμένη στα δεδομένα του γνωστού κόμικ με την Γκόθαμ Σίτυ του Μπάτμαν της DC. Έτσι, οποιαδήποτε αναζήτηση κοινωνικών καταστάσεων που θα παρέπεμπαν στο σήμερα, οποιοσδήποτε παραλληλισμός με ταινίες σαν το Fight Club είναι μάταιοι συσχετισμοί: σκληρό δράμα, μυστήριο, ψυχολογική διείσδυση, ψυχανάλυση και βία είναι τα συστατικά στοιχεία του έργου. Και αυτά, μαζί με έναν ήρωα που πασχίζει «να νιώσει καλύτερα», γιατί είναι πολύ πολύ άρρωστος. Κατά τα άλλα, οι αντιφατικές κριτικές που δέχτηκε προέκυψαν, προφανώς, από προσδοκίες θεατών που ματαιώθηκαν. 

Ο Κακός-πρότυπο, ο αντιήρωας

Οι σεναριογράφοι, πιθανώς «τρολάροντας», συνθέτουν στον αντίποδα έναν ιδιαίτερο, «μη ενηλικιωμένο» χαρακτήρα, έναν κλόουν που κατά τύχη θα συνοψίσει και θα συγκεφαλαιώσει τη συμπλεγματική, συσσωρευμένη οργή του αστικού πλήθους σε βαθμό «σκοτεινού» συμβόλου. Μιλούμε για μια «σκοτεινότητα» απολύτως προσχηματική.

Κινούμενος ανάμεσα στην απάθεια και τη σκληρότητα, ο Άρθουρ Φλεκ της ταινίας είναι ο «κακός» του κόμικ «Batman», ο εχθρός του ίδιου του Batman, ένα σχεδόν στερεότυπο ρόλου προηγούμενες καταγραφές του οποίου όλοι ξέρουμε από τον Τζακ Νίκολσον, τον Κηθ Λέτζερ και άλλους σημαντικούς ηθοποιούς του αμερικανικού κινηματογραφικού στερεώματος. Εκδηλώσεις συναισθηματικής ανωριμότητας –πέραν της αυτονόητης ιδιοτυπίας που έχει το να συγκαλύπτεις τις γκριμάτσες του προσώπου σου πίσω από το προσωπείο του κλόουν– είναι ο κλαυσίγελως, το σπασμωδικό γέλιο που ο ήρωας «προβάρει», οι εμπνευσμένες χορευτικές του φιγούρες, το ακατάσχετο κύμα ηχηρού γέλιου που προτείνει ως «πάθηση pseudobulbar», η ανικανότητά του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις οποιασδήποτε επαγγελματικής απασχόλησης, η σχεδόν αυνανιστική σχέση του με το γυμνό του σώμα και τον καθρέφτη, ο παρεκκλίνων ναρκισσισμός του, αλλά και η κοινωνική απόρριψη, η επιείκειά του προς τον νάνο που του φέρθηκε καλά, η αδιαφορία της θετής του μητέρας όταν ήταν παιδί, ο χρόνος που διήνυσαν, μάνα και γιος, σε άσυλο ψυχοπαθών, η εμμονή τους με το τηλεοπτικό σώου του Μάρεϊ Φράνκλιν (που τον υποδύεται ο Ντε Νίρο), ο αφύσικος αποκλεισμός τους σε ένα σκοτεινό, ασφυκτικό διαμέρισμα, και κυρίως η ψευδαίσθηση της ψυχοπαθούς μάνας (την ερμηνεύει η Φράνσις Κόνροϊ) σχετικά με την υποτιθέμενη σχέση της με τον πολιτικό Τόμας Ουέιν. 

Ο Τόμας Ουέιν (Μπρετ Κάλεν) παρουσιάζεται, υπεραπλουστευτικά, ως ο κυνικός ολιγάρχης που καταπατά και συνθλίβει τους ανθρώπους γύρω του, ενώ παράλληλα προτείνει ένα λαϊκίστικο «δημοφιλές» προσωπείο, αποδίδοντας την ιδιότητα του «αποτυχημένου» στα θύματα των περιστάσεων και χρησιμοποιώντας την περιφρονητική έκφραση «clowns» για να υποτιμήσει όσους στέκονται εμπόδιο στην επιτυχημένη πολιτική του καμπάνια ως υποψήφιου ρεπουμπλικανού δημάρχου. Οι σεναριογράφοι, πιθανώς «τρολάροντας», συνθέτουν στον αντίποδα έναν ιδιαίτερο, «μη ενηλικιωμένο» χαρακτήρα, έναν κλόουν που κατά τύχη (και με την επιφανειακή μίμηση δράσεων τύπου «Κουρδιστό Πορτοκάλι») θα συνοψίσει και θα συγκεφαλαιώσει τη συμπλεγματική, συσσωρευμένη οργή του αστικού πλήθους σε βαθμό «σκοτεινού» συμβόλου. Μιλούμε για μια «σκοτεινότητα» απολύτως προσχηματική.

Gotham City ή Νέα Υόρκη;

Είναι μάταια οποιαδήποτε προσδοκία για κοινωνική ή πολιτική ή άλλη νοηματοδότηση μιας ταινίας που εξ ορισμού κινείται στη σφαίρα του κόμικ, ακόμη και αν η ατμόσφαιρά της είναι γκόθικ.

Το σενάριο αποκτά διαφορετικές διαστάσεις στο πλαίσιο της εφιαλτικής, δυστοπικής μητρόπολης όπου κατοικούν και κινούνται οι ήρωες: παρά το γεγονός ότι η εικόνα παραπέμπει ελαφρώς στη Νέα Υόρκη των '80s, πολύ δύσκολα θα ανιχνεύονταν αναλογίες με τη σημερινή Νέα Υόρκη. Ως εκ τούτου, είναι μάταια οποιαδήποτε προσδοκία για κοινωνική ή πολιτική ή άλλη νοηματοδότηση μιας ταινίας που εξ ορισμού κινείται στη σφαίρα του κόμικ, ακόμη και αν η ατμόσφαιρά της είναι γκόθικ. Το Joker επικεντρώνει στο φάσμα της Νέμεσης, υπερσχηματοποιώντας τα συστατικά της στοιχεία και χωρίς την εμβάθυνση που θα απέρρεε από την παρατήρηση της πραγματικότητας. Θέλω να πω ότι ο ρεαλισμός του είναι, το δίχως άλλο, άκρως αμφισβητήσιμος. 

Ο Χοακίμ Φοίνιξ (εκ φύσεως κατάλληλος στο να ερμηνεύει οριακούς ρόλους) εδώ έχει αδυνατίσει θεαματικά, επιστρατεύει κάποιες μανιέρες, κάποιες σχιζοφρενικές, σπασμωδικές εκφράσεις προσώπου, και χειριζόμενος τα εκφραστικά του μέσα ενσαρκώνει με αξιοθαύμαστη ένταση έναν βαθιά άρρωστο, σε οριακή κατάσταση φορέα όλων των ακραίων ψυχικών μεταπτώσεων, έναν κανονικό loser της σύγχρονης μεγαλούπολης, βασανισμένο από τα παιδικά του τραύματα, προκλητικό και σε βαθμό θηλυπρέπειας αντίθετο προς τα macho πρότυπα που επικρατούν. Αλλά και έναν «Σούπερ-Κακό», παράγωγο και προϊόν –προφανώς– του «συστήματος».

Συνθέτοντας κινηματογραφικές καταγραφές από τον Ταξιτζή και Τον Βασιλιά της Κωμωδίας του Σκορσέζε και το Σέρπικο και το Δίκτυο του Σίντνεϋ Λιούμετ, οι σεναριογράφοι ενεργοποιούν το Κακό με απλοϊκό τρόπο: λόγω της αδιαφορίας των κρατικών φορέων, ο ήρωάς τους αναγκάζεται να διακόψει τη φαρμακευτική του αγωγή. Έρμαιο, πλέον των συναισθηματικών του μεταπτώσεων, της παραίσθησης και του υπαρξιακού τρόμου, βιώνει τη διόγκωση των παθογενών ριζών της φοβίας του απέναντι στη μοναξιά και ενοχοποιεί γι’ αυτήν τη μητέρα του, τον υποτιθέμενο πατέρα του, την ψυχαναλύτριά του, την κοινωνία ολόκληρη. Τι πιο προβλέψιμο από το να ασκήσει bullying αυτός που το έχει υποστεί;

Τι πιο προβλέψιμο από το να ασκήσει bullying αυτός που το έχει υποστεί;

Και σε αυτό το σημείο έγκειται η διαμφισβητούμενη ποιότητα της σεναριακής επιλογής: προχωρώντας στην άσκηση βίας, ο ήρωας γίνεται αυτομάτως φορέας μιας κάποιας ιδεολογίας, που –στην πλειοψηφία των κριτικών που έλαβε η ταινία– φαίνεται ύποπτη και αντιδραστική. Και η μεγαλούπολη της ταινίας είναι ένα συνονθύλευμα από συνοικίες άναρχης δράσης ομάδων, από ατιμωρησία και ανεπεξέργαστη βία στους δρόμους, από μαύρους κατοίκους που έχουν περιθωριοποιηθεί και εκδικούνται ανεξήγητα, από λευκούς «νονούς» που επιδίδονται σε αναίτιο γρονθοκόπημα έτσι, «για την πλάκα τους». Αντίστοιχα, ο Άρθουρ Φλεκ μετατρέπεται σε «Μαύρο Ιππότη», είναι ένας «Εκδικητής», επικεφαλής ενός κοινωνικού κινήματος που εκρήγνυται στους κόλπους μιας άδικης κοινωνίας.

alt

Send In The Clowns

Ο Άρθουρ Φλεκ είναι η παραγνωρισμένη περίπτωση ενός μεγαλοφυούς καλλιτέχνη απέναντι στον οποίον η ζωή στάθηκε άδικη και για τον οποίον αυτομάτως ο θεατής νιώθει συμπάθεια. Αυτή είναι, κατά την άποψή μου, η κεντρική σύλληψη των σεναριογράφων.

Παραπαίοντας ανάμεσα στην πραγματικότητα και την παραίσθηση, ο Άρθουρ Φλεκ θα μείνει στα χρονικά των κινηματογραφικών ερμηνειών ως καρικατούρα του θύματος που κατά βάθος είναι υπερευαίσθητο, ταλαντούχο, παρατηρητικό και μεθοδικό, έχει εξαιρετική αίσθηση του μαύρου χιούμορ. Ο Άρθουρ Φλεκ είναι η παραγνωρισμένη περίπτωση ενός μεγαλοφυούς καλλιτέχνη απέναντι στον οποίον η ζωή στάθηκε άδικη και για τον οποίον αυτομάτως ο θεατής νιώθει συμπάθεια. Αυτή είναι, κατά την άποψή μου, η κεντρική σύλληψη των σεναριογράφων, ενώ η ερωτική πλευρά αυτής της προσωπικότητας αποδίδεται από μια σχέση στο στάδιο της σύναψης, ανολοκλήρωτη και ατελέσφορη. Ο χαρακτήρας της Σοφι (Ζάζι Μπητς) συνιστά απλώς ένα «αντικείμενο ενδιαφέροντος» και παραμένει σχηματικός: περίπου όπως ήταν η Σύμπιλ Σέπερντ στον Ταξιτζή. Μα το ίδιο συμβαίνει και με τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα, που κατά την άποψή μου είναι σε εξωφρενικό βαθμό ασχημάτιστος. 

Η αρνητική κριτική εστίασε στα εξής: οι προτεινόμενες λύσεις περιορίζονται στο «κάντε τα όλα λαμπόγυαλο» και στην αποκήρυξη της πολιτικής; Ο εχθρός εντοπίζεται στις διάφορες ελίτ; Υπάρχει η παραμικρή αναρχική διάθεση πίσω απ’ όλα αυτά; Και (το κυριότερο): ποια είναι η θέση της ψυχικής πάθησης μέσα σε όλα αυτά; Οδηγεί απαρεγκλίτως η ψυχική νόσος στη βία και την αντικοινωνική συμπεριφορά του τύπου life sucks; Πόσο επικίνδυνη μπορεί να αποδειχτεί η ταύτιση, ιδιαίτερα ενός νεανικού κοινού που αποζητά και θεοποιεί τις διασημότητες, με την περσόνα του Joker; Μήπως η φιγούρα του Άρθουρ Φλεκ μετατρέπεται εντέχνως σε απολογητή του συστήματος, που προσφέρει άφθονο αίμα, βία και εκτόνωση στις μάζες; Και σε ποια κοινωνία αναφερόμαστε επακριβώς; 

Σε αυτές τις αιτιάσεις και τις ίσως δικαιολογημένες επιφυλάξεις μπορεί κανείς να αντιτάξει τα θετικά στοιχεία της ταινίας, την υπέροχη μουσική της Χιλντούρ Γκουαναντοτίρ, την ωραία κινηματογράφηση του Λόρενς Σερ και τη μνημειώδη ερμηνεία του Χοακίμ Φοίνιξ.

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.
Το τελευταίο βιβλίο του, το μυθιστόρημα «Τα σπλάχνα» κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδ. Κριτική.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Σπάικ Λι: Ουσιαστικός και επίκαιρος

Σπάικ Λι: Ουσιαστικός και επίκαιρος

Ο Σπάικ Λι αποτελεί την κινηματογραφική συνείδηση της μαύρης Αμερικής, μέχρι σήμερα. Σκηνοθέτης σπιρτόζος, διεισδυτικός, αντισυμβατικός, οξυδερκής, πολυπολιτισμικός, «πολύχρωμος» και γραφικός, σπινθιροβόλος και έξυπνος...

...

Σινεμά λαϊκό, κοινωνικό, μοραλιστικό

Σινεμά λαϊκό, κοινωνικό, μοραλιστικό

Κριτική για την ταινία του Γιάννη Οικονομίδη «Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς».

Του Θόδωρου Σούμα 

Η τελευταία, πέμπτη, ευφυής ταινία του Γιάννη Οικον...

Το τελειοκρατικό κινηματογραφικό βλέμμα του Στάνλεϊ Κιούμπρικ

Το τελειοκρατικό κινηματογραφικό βλέμμα του Στάνλεϊ Κιούμπρικ

Περιδιάβαση σε σημαντικές ταινίες της φιλμογραφίας του Στάνλεϊ Κιούμπρικ με αφορμή την έκδοση δύο συλλογικών τόμων αφιερωμένων στο έργο του: «Στάνλεϊ Κιούμπρικ – Ο σκηνοθέτης από το μέλλον» (εκδ. Το Μέλλον) & «Στάνλεϊ Κιούμπρικ – Μια κριτική ματιά στο έργο του» (Πανελλήνια Ένωση Κριτικώ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Πράκτορες με καρδιά, εν μέσω Ψυχρού Πολέμου

Πράκτορες με καρδιά, εν μέσω Ψυχρού Πολέμου

Για το μυθιστόρημα του Γκράχαμ Γκρην «Ο ανθρώπινος παράγοντας» (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Πόλις).

Της Χριστίνας Μουκούλη

Λονδίνο. Οι Βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, καλούνται να εντοπίσουν την πηγή μιας διαρροής πληροφορι...

Βραβεία «Αναγνώστη»: Διαδικτυακά και με ασφάλεια

Βραβεία «Αναγνώστη»: Διαδικτυακά και με ασφάλεια

Σε ζωντανή διαδικτυακή μετάδοση, χωρίς παρουσία κοινού, ανακοινώθηκαν χθες το απόγευμα τα βραβεία του ηλεκτρονικού περιοδικού oanagnostis.

Επιμέλεια: Απόστολος Σκλάβος

Οι κριτικές επιτροπές του «Αναγνώστη» ανακοίνωσαν τα Λογοτεχνικά Βραβεία 2020 για την εκδοτική παραγωγή του 2019....

94 οργανισμοί ενώνουν τις φωνές τους για τον πολιτισμό

94 οργανισμοί ενώνουν τις φωνές τους για τον πολιτισμό

Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται στη φάση των συζητήσεων σχετικά με το πλάνο ανασυγκρότησης της οικονομίας, 94 οργανισμοί, που προέρχονται από τους πολιτιστικούς και δημιουργικούς κλάδους, ενώνουν τις φωνές τους για να αφυπνίσουν τους ευρωπαίους ηγέτες: η πολιτιστική βιομηχανία έχει άμεση ανάγκη από μέτρα ενίσχυσης...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Θάνου M. Βερέμη «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ...

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Αζαριάδη «Παραπλάνηση», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μια Σκιά

...
Katherine Anne Porter: «Το πλοίο των τρελών»

Katherine Anne Porter: «Το πλοίο των τρελών»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Katharine Anne Porter «Το πλοίο των τρελών» (μτφρ. Έφη Τσιρώνη), που κυκλοφορεί στις 3 Ιουλίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Σχεδόν όλοι όσοι βρίσκ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

13 Ιανουαρίου 2020 ΕΛΛΗΝΕΣ

Δημήτρης Κουρέτας: «Ελιές, τυρί, ντομάτα, κρεμμύδι, αρκούν»

Συνέντευξη με τον καθηγητή Βιοτεχνολογίας του πανεπιστημίου Θεσσαλίας Δημήτρη Κουρέτα, με αφορμή το βιβλίο «Διαλειμματική νηστεία και αποφυγή νόσων» (εκδ. Αρμός). Της

ΦΑΚΕΛΟΙ