
Για το μυθιστόρημα του Γκρέγκορ φον Ρετσόρι (Gregor von Rezzori) «Μια ερμίνα στο Τσέρνοπολ» (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Όπως το Εμβατήριο Ραντέτσκυ είναι το πικρό κατευόδιο του Γιόζεφ Ροτ στον παλαιό κόσμο της Αυστροουγγαρίας, που δίνει τη θέση της (ηττημένη, πλέον, στα πεδία των μαχών) στον καινούργιο κόσμο και σε κράτη που γεννήθηκαν μέσα από τα σπάργανα της αυτοκρατορίας, έτσι και το μυθιστόρημα του Γκρέγκορ φον Ρετσόρι Μια ερμίνα στο Τσέρνοπολ είναι ένα μεγάλο παράθυρο σε ό,τι διαφορετικό έφερε ο Μεγάλος Πόλεμος.
Ο ίδιος ο Ρετσόρι γαλουχήθηκε μέσα σε μια πατρίδα που περιείχε πολλές άλλες. Γεννήθηκε στο Τσερνόβιτς που τότε ήταν η πρωτεύουσα της Μπουκοβίνα, άρα αναπόσπαστο κομμάτι του κλέους των Αψβούργων. Τέσσερα χρόνια μετά τη γέννησή του, το 1918, με την κατάρρευση της Αυστροουγγαρίας η Μπουκοβίβα παραχωρήθηκε στη Ρουμανία, το Τσέρνοβο μετονομάστηκε σε Τσερνάουτι, για να αλλάξει εκ νέου όνομα και να γίνει Τσερνιβτσί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε και βρέθηκε κάτω από την ομπρέλα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Από το 1991, το Τσερνιβτσί ανήκει στην Ουκρανία, αλλά ποιος ξέρει τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον;
Ανακατατάξεις
Όλες αυτές οι γεωγραφικές, πολιτικές και ιστορικές ανακατατάξεις δεν θα μπορούσαν να μην επηρεάσουν και τον τρόπο που έβλεπε ο Ρετσόρι τη λειτουργικότητα της λογοτεχνίας στην ιστορική αφήγηση. Για εκείνον δεν υπάρχει παρελθόν, αλλά ένας διαρκής αναστοχασμός για όσα πέρασαν, αλλά ποτέ δεν έφυγαν.
Το δικό του Τσερνοπόλ (ένα μυθικό μέρος) είναι ένα διαρκές παλίμψηστο πάνω στο οποίο είναι γραμμένες όλες οι αλλαγές, οι συσσωματώσεις και η συνύπαρξη διαφορετικών εθνοτήτων και θρησκειών. Μια πλούσια πανσπερμία που με κάποιο τρόπο είχε μάθει να ζει σχεδόν αρμονικά, έως τη στιγμή που η βαριά μπότα του πολέμου άλλαξε άρδην τα πάντα. Το Τσέρνοβιτς δεν θα ήταν ποτέ πια η επονομαζόμενη «Μικρή Βιέννη».
Ενδιάμεσος τόπος
Ο Ρετσόρι, τόσο με την Ερμίνα στο Τσέρνοπολ, όσο και με τα βιβλία του Αναμνήσεις ενός αντισημίτη και Τα περσινά χιόνια (μια εξαιρετική τριλογία για την Μπουκοβίνα) δημιουργεί ένα ενδιάμεσο τόπο όπου οι μύθοι και τα πρόσωπα αμφιρρέπουν μεταξύ πραγματικότητας και επινόησης. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια τυπική αυτοβιογραφία, αλλά με διήγηση που θολώνει τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια και τη μυθοπλασία.
Από τα τρία προαναφερθέντα μυθιστορήματά του, σαφώς, το πιο φιλόδοξο είναι το Μια ερμίνα στο Τσέρνοπολ. Και τούτο διότι φέρει ένα πλούσιο, πολλές φορές αντιφατικό υλικό, το οποίο όμως αποκτάει σφρίγος και δύναμη από τη γεμάτη γλώσσα του συγγραφέα. Θα μπορούσε να πει κανείς πως ο Ρετσόρι στέκεται στο ύψος ενός Μπροχ ή ενός Ναμπόκοφ, με τη στιλιστική επιδεξιότητα που δείχνει να κατέχει.
Υπάρχουν πάμπολλες προτάσεις στο μυθιστόρημα που μοιάζουν με μικρά χειροποίητα υφαντά ή με περίτεχνα σκαλίσματα που έφεραν τα παλιά έπιπλα των αριστοκρατικών σπιτιών. Μπορεί στις μέρες μας αυτό το ύφος να λογίζεται κάπως ξεπερασμένο ή μπαρόκ, εντούτοις θα πρέπει να σκεφτόμαστε πάντα πως το τι θεωρούμε σύγχρονο, είναι μια χρονική σήμανση και όχι απόδειξη σπουδαιότητας.
Ο Τίλντυ
Τυπικά πρωταγωνιστής είναι ο επίλαρχος Τίλντυ, ένας Ουσάρος που έχει προσχωρήσει στον αυστριακό στρατό μετά το πέρας του Μεγάλου Πολέμου και ο οποίος διατηρεί ακέραια μέσα του το ήθος και την έννοια της τιμής και της υπόληψης, όπως τα είχε μάθει από παλιά. Είναι ένας λοξός Γερμανός, ένας Δον Κιχώτης που έρχεται αντιμέτωπος με τους νεωτερισμούς ενός κόσμου που αλλάζει ραγδαία. Εξ ου και οι πράξεις και τα παθήματά του κινούνται μεταξύ δράματος και κωμωδίας.
Ακόμη και οι σκληρές σκηνές της καθημερινότητας θα μπορούσαν να προκαλέσουν ρίγη συγκίνησης, παρόλο που τους κατοίκους του Τσέρνοπολ τους αφήνουν αδιάφορους.
Πάνω από όλους, όμως, αυτό που διατηρεί ως το τέλος τον πρωταγωνιστικό ρόλο είναι το επινοημένο Τσέρνοπολ. Μια πόλη που έχει τους πλούσιους, τους φτωχούς και τους ζητιάνους της. Μια πόλη που έχει μάθει να μετατρέπει τα πάντα σε πηγαίο γέλωτα. Ακόμη και οι σκληρές σκηνές της καθημερινότητας θα μπορούσαν να προκαλέσουν ρίγη συγκίνησης, παρόλο που τους κατοίκους του Τσέρνοπολ τους αφήνουν αδιάφορους.
Ταπισερί
Κάπως έτσι, η ομολογουμένως πλούσια ταπιστερί του μυθιστορήματος ζωγραφίζεται πάνω στον πολύχρωμο καμβά της πόλης. Αφηγητής είναι ένα μικρό παιδί που μέσα από τα μάτια του (αν και συχνά εκείνο καταφεύγει σε ένα συλλογικό «εμείς») βλέπουμε μια εικόνα που διαμορφώνεται εν προόδω. Υπό μια έννοια, έχουμε ένα μυθιστόρημα μαθητείας, καθώς ο νεαρός μεγαλώνει σιγά σιγά και αποκτάει συνείδηση του περιβάλλοντος, αλλά και του εαυτού του. Μα, μήπως και ο κόσμος που εικονοποιεί δεν ξεκινάει μπουσουλώντας για να μεγαλώσει στην πορεία;
Οι μορφές που περιγράφει με τόση ευχαρίστηση χρησιμεύουν ως κωμική ανακούφιση, απεικονίσεις κοινωνικοϊστορικών τάσεων ή προάγγελοι της «καταστροφής που έρχεται». Είναι παραλλαγές θεμάτων ή προβολές στις οποίες ο αφηγητής εκθέτει τις παιδικές του ελπίδες και επιθυμίες.
Ο έπαρχος χερ Ταρανγκολιάν είναι ένα από τα κυρίαρχα πρόσωπα του μυθιστορήματος. Ένας τοπικός προύχοντας που θαυμάζεται για την πραγματισμό του (τον λες και κυνισμό), το φλέγμα του και την κομψότητά του. Πάνω από όλα αγαπάει το Τσέρνοπολ και τους ανθρώπους του, γι’ αυτό και στο τέλος θα λυπηθεί αφάνταστα, όταν θα αναγκαστεί να φύγει για να αναλάβει υψηλότερα αξιώματα.
Όταν ένας αγενής συγγραφέας προσβάλλει την τιμή της ακόλαστης ετεροθαλούς αδελφής της γυναίκας του, ο Τίλντυ μπλέκεται σε μια αλυσίδα κλιμακούμενων μονομαχιών.
Όσο για τον περιβόητο Τίλντυ, αυτό το κατάλοιπο της παλαιάς εποχής, έχει παντρευτεί την κόρη ενός ντόπιου χωρικού που έχει κάνει περιουσία μέσω της ξυλείας. Η γυναίκα του είναι εθισμένη στα ναρκωτικά, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει τα παλεύει μέχρις εσχάτων για την τιμή και την υπόληψη της οικογένειάς του. Όταν ένας αγενής συγγραφέας προσβάλλει την τιμή της ακόλαστης ετεροθαλούς αδελφής της γυναίκας του, ο Τίλντυ μπλέκεται σε μια αλυσίδα κλιμακούμενων μονομαχιών. Μάλιστα, φτάνει στο σημείο να ζητήσει τον λόγο και από τον ίδιο τον στρατηγό και να τον καλέσει σε μονομαχία. Φυσικά, όχι μόνο δεν τελείται καμία από αυτές τις μονομαχίες, αλλά τελικά ο Τίλντυ κλείνεται σε ψυχιατρική κλινική ως επικίνδυνος, ενώ όταν τελικά αφήνεται ελεύθερος, θα τον αποτελειώσει ένα διερχόμενο τραμ που είχε χαλάσει και έτρεχε με ταχύτητα στο πουθενά. Η ερμίνα με την οποία θα καλύψει το άψυχο σώμα του μια τυχαία πόρνη, με την οποία είχε δημιουργήσει σχέση από τότε που βγήκε από την κλινική, θα ορίσει και το τέλος των πραγμάτων της αφήγησης.
Παρεκβάσεις
Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο από παρεκβάσεις και υποπλοκές που άλλοτε συνενώνονται κι άλλοτε ξεστρατίζουν. Αυτό δίνει το «δικαίωμα» στο Ρετσόρι, με την επίρρωση των δευτερευουσών πλοκών, να αναφερθεί σε μια σειρά από πολιτικά, κοινωνικά έως και φιλοσοφικά θέματα, τα οποία έχουν να κάνουν εν πολλοίς με το πώς διαμορφώνεται ο κόσμος μετά το πέρας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ίσως γι’ αυτό και ο συγγραφέας επιλέγει ως αφηγητή ένα μικρό παιδί, καθώς μέσα από τη δική του πρωτόβγαλτη και αδιαμεσολάβητη αντίληψη του κόσμου, βλέπουμε την αλήθεια ωμή και ως έχει.
Ωστόσο, το κεντρικό και πιο συναρπαστικό νήμα στο βιβλίο είναι η εξέλιξη της συναισθηματικής και ηθικής εκπαίδευσης του αφηγητή, η αφύπνισή του στην «ωμή κοινοτοπία» ενός κόσμου που οριοθετείται από την «πεισματική επιβεβαίωση προκαταλήψεων» των ενηλίκων.
Ο μικρός αφηγητής
Ίσως γι’ αυτό και ο συγγραφέας επιλέγει ως αφηγητή ένα μικρό παιδί, καθώς μέσα από τη δική του πρωτόβγαλτη και αδιαμεσολάβητη αντίληψη του κόσμου, βλέπουμε την αλήθεια ωμή και ως έχει. Θρηνώντας τη χαμένη του ικανότητα να αντιλαμβάνεται τον κόσμο με την έκσταση της παιδικής του ηλικίας, ο αφηγητής της Ερμίνας διαπιστώνει σχεδόν με πικρία ότι η ψυχή μας δεν είναι ικανή για τίποτα περισσότερο από το να ανιχνεύει τη μυστική ουσία των βασικών μοτίβων μέσα από οτιδήποτε συναντά. Σαν να λέμε: ποτέ δεν προχωρά μέσα στην καρδιά των πραγμάτων.
Σε αντίθεση με τον Ρετσόρι που λογοτεχνικά έπιασε τον σφυγμό του κόσμου και μας τον παρέδωσε μέσω έργων που είναι πραγματικά κομψοτεχνήματα. Κάτι παραπάνω από άριστη η μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου σε ένα μυθιστόρημα άκρως απαιτητικό.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γκρέγκορ φον Ρετσόρι (1914–1998) γεννήθηκε σε μια γερμανόφωνη αριστοκρατική οικογένεια της Μπουκοβίνας, όταν η περιοχή ανήκε ακόμα στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία (κατόπιν περιήλθε στον έλεγχο της Ρουμανίας, στη συνέχεια ένα μέρος της πέρασε στη Σοβιετική Ένωση, ενώ σήμερα ανήκει στην Ουκρανία).

Ο Ρετσόρι σπούδασε στη Βιέννη, και πριν απ’ τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έζησε στο Βουκουρέστι. Ο πόλεμος τον βρήκε στο Βερολίνο. Στη συνέχεια έζησε ως άπατρις σε διάφορες χώρες, σαν ένας «ζωντανός αναχρονισμός», δουλεύοντας στον εκδοτικό χώρο, στο ραδιόφωνο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, και δημοσιεύοντας τα πρώτα του μυθιστορήματα. Τη δεκαετία του ’60 εγκαταστάθηκε στην Τοσκάνη.
Η λογοτεχνική του καταξίωση ήρθε σε μεγάλη ηλικία, ενώ σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας απ’ τους κορυφαίους στυλίστες της γερμανόφωνης λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.






















