
Για τη στοχαστική πλευρά του Δημήτρη Μορτόγια (1934-1975), διαβάζοντας την πρώτη συγκεντρωτική έκδοση «Τα έργα. Άπαντα τα ευρεθέντα», σε φιλολογική επιμέλεια της Μαίρης Μικέ και της Ελένης Κατσαβέλη (εκδ. Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη).
Γράφει ο Παναγιώτης Λύγουρης
Συχνά στη φιλολογία τα ερευνητικά μας μονοπάτια συναντώνται με ίχνη έργων συγγραφέων λιγότερο ή περισσότερο λησμονημένων σήμερα. Κάθε φορά, λοιπόν, που αναλαμβάνουμε την ανασυγκρότηση της μορφής τους, την αναζήτηση και παρουσίαση εκ νέου του έργου τους, ο στόχος είναι καταρχήν η κάλυψη του βιβλιογραφικού κενού – πράγμα, φυσικά, από μόνο του σημαντικό. Είναι ευχής έργον, βέβαια, όταν το νέο υλικό που έρχεται στο φως ή η πρώτη συγκεντρωτική έκδοση του έργου ενός/μιας συγγραφέα μπορούν να λειτουργήσουν όχι μόνο αποκαταστατικά, αλλά να οδηγήσουν στην ανατίμηση της σημασίας του/της δημιουργού. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί, πιστεύω, και ο τόμος των Έργων. Απάντων των ευρεθέντων του Δημήτρη Μορτόγια (1934-1975), που κυκλοφόρησε μόλις πρόσφατα από τις εκδόσεις του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη σε φιλολογική επιμέλεια της Μαίρης Μικέ και της Ελένης Κατσαβέλη.
Στην έκδοση συγκεντρώνεται το δοκιμιακό, ποιητικό και μεταφραστικό έργο του Μορτόγια, αποσπάσματα από το ημερολόγιο και τις επιστολές του, συμπεριλαμβάνονται ακόμα -αν και εύλογα δεν σχολιάζονται- τα οικονομικο-πολιτικού χαρακτήρα άρθρα του στον Οικονομικό Ταχυδρόμο κι ολοκληρώνεται έτσι η συγγραφική του παρουσία, ενώ δύο Ευρετήρια, τίτλων των ποιημάτων και προσώπων, και δύο Επίμετρα, με τις συνεργασίες του σε έντυπα και τις (λιγοστές) μέχρι σήμερα κρίσεις περί του έργου του, στέκονται επιπλέον αρωγοί στην αναγνωστική πλοήγηση στις συνολικά 708 σελίδες του τόμου. Οι επιμελήτριες δεν μένουν στην έρευνα, τη συγκέντρωση και την παρατακτική παράθεση του υλικού, αλλά προχωρούν έως την ειδολογική ανακατάταξή του, πλαισιώνοντάς το, πρώτα απ’ όλα, με μια αναλυτική Εισαγωγή 53 σελίδων, όπου χαρτογραφείται το συγγραφικό αποτύπωμα του Μορτόγια, διερευνώνται εκλεκτικές συγγένειες και δοκιμάζονται συνδυαστικές ερμηνείες γύρω από την κεντρική υπόθεση εργασίας ότι: «ιδέες και απόψεις του προαναγγέλλουν ορισμένες από τις τάσεις και κατευθύνσεις που καθίστανται κυρίαρχες στα χρόνια της Μεταπολίτευσης» (σ. 8) – θυμίζω ότι πεθαίνει το 1975.
Αυτή ακριβώς η έμφαση στις «ιδέες και απόψεις του», πάνω στις οποίες στηρίζεται η υπόθεση εργασίας, από κοινού με άλλα στοιχεία, όπως το γεγονός ότι οι μελέτες του προηγούνται στη διάρθρωση του corpus ή ότι αναφέρεται πρώτα ως δοκιμιογράφος κι έπειτα ως ποιητής, μεταφραστής κ.ο.κ., προκρίνουν, επιπλέον, την ιδιότητα του στοχαστή Μορτόγια. Σε αυτή τη στοχαστική του πλευρά θα εστιάσω ενδεικτικά εδώ, και πιο συγκεκριμένα στις θέσεις του για την αυτονομία της τέχνης, όπως εκφράζονται κυρίως, πλην όχι αποκλειστικά, στα κεφάλαια και προσχέδια της ανολοκλήρωτης εντέλει διδακτορικής του διατριβής που διαβάζουμε στον τόμο και τα οποία συντάσσονται στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960. Συνδυαστικά με πιο σύντομα δοκίμια και άρθρα του, αλλά και με τις εξομολογητικές γραφές του ημερολογίου και των επιστολών του, θα δοκιμάσω, πατώντας στα ερμηνευτικά χνάρια της Εισαγωγής, μία από τις πολλές αναγνωστικές διαδρομές που μπορεί να εμπνεύσει το βιβλίο.1
Αυτονομία και χειραφετική δυνατότητα της τέχνης
Αρχικά, στο άτιτλο κείμενο που ανοίγει την ανολοκλήρωτη διδακτορική του διατριβή, γράφει σχετικά:
«Η αιτία που επιτρέπει στην τέχνη να είναι ανθεκτικότερη στην έφοδο της ιδεολογίας και της προπαγάνδας και να ψηλαφεί τολμηρότερα την αλήθεια ανάγεται αφενός στο αντικείμενο της τέχνης, και αφετέρου στη διαδεδομένη πλάνη που τοποθετεί την τέχνη έξω από τις διαμορφωτικές δυνάμεις της κοινωνικής ζωής. Μολονότι η πλάνη αυτή είναι η ίδια ιδεολογικά καθορισμένη, έχει σαν αποτέλεσμα να χειραφετείται η τέχνη από την ιδεολογία, να μεταχειρίζεται κυριαρχικά το υλικό της, και να μην μένει προσηλωμένη στις πρόδηλες κοινοτοπίες της στιλπνής πρόσοψης». (σ. 77.)
Την ίδια περίοδο, σε επιστολή προς τη γυναίκα του δηλώνει στην αρχή: «Η τέχνη που δεν πραγματώνει αισθητικές αξίες δεν είναι τέχνη»· για να καταλήξει, όμως, μερικές παραγράφους μετά πως, την ίδια στιγμή, «η αυτοτελής ύπαρξη των αισθητικών αξιών είναι αδιανόητη» (σ. 342-344).
Το φαινομενικά εδώ παράδοξο -η τέχνη σε διαλεκτική σχέση με την κοινωνία, αλλά διατηρώντας συγχρόνως την αυτονομία της- θυμίζει το δίλημμα στο οποίο επιχειρεί να απαντήσει ο Αντόρνο στην Αισθητική θεωρία, για την τέχνη που εάν μετριάσει, από τη μία, την αυτονομία της θα παραδοθεί στην υπηρεσία της υφιστάμενης κοινωνίας, και που εάν, από την άλλη, παραμείνει αυστηρά περιχαρακωμένη στον εαυτό της θα ενσωματωθεί εξίσου εύκολα ως ακίνδυνη.2 Ο Αντόρνο και εν γένει η Σχολή της Φρανκφούρτης επιμένουν, βέβαια, στην αυτονομία ως τον απαραίτητο όρο για τη δυνατότητα κριτικής λειτουργίας της τέχνης, δυνατότητα η οποία εδράζεται, υποστηρίζουν, πρωτίστως στη μορφή του καλλιτεχνικού έργου.3 Η σκέψη του Μορτόγια, ωστόσο, φαίνεται πως αντλεί και από άλλες πηγές, κάτι που γίνεται πιο εμφανές αν δούμε συγκριτικά το πέρασμά του από τη θεωρία στην αναλυτική πράξη τής υπό εκπόνηση διατριβής, αλλά κι άλλα κείμενά του, όπως τις καταθέσεις για τον Μπρεχτ.
Πρώτα πρώτα, καταγράφεται σε αρκετά σημεία η πίστη του Μορτόγια στη διαλεκτικά αλληλένδετη σχέση μορφής και περιεχομένου (σ. 163, 342-345) – ήδη μια διαφοροποίηση από τον Αντόρνο. Επιπλέον, στα κεφάλαια της διατριβής που δούλευε, η μεθοδολογία του προσιδιάζει περισσότερο στον «γενετικό δομισμό» του Γκόλντμαν -όπως το επισημαίνουν κι οι επιμελήτριες-, καθώς επιχειρεί να ανιχνεύσει, κάπως πιο συμμετρικά, όψεις της νεοελληνικής κοινωνίας, ιδιαίτερα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όπως φωτίζονται στο μεσοπολεμικό μυθιστόρημα. Κι αυτό γιατί θεωρεί πως ειδικά το μυθιστόρημα ενσωματώνει, συνειδητά ή ασυνείδητα, τη «δομή της σκέψης», τη συλλογική συνείδηση της κοινωνικής τάξης όπου ανήκει ο συγγραφέας του (σ. 79-80).4 Διαβάζουμε, έτσι, π.χ., για «πραγμοποίηση της γυναίκας» (σ. 138) στον Ζορμπά του Καζαντζάκη, για «το προτσές [που εμφανίζεται] υποκειμενοποιημένο» στους Πάρνηδες (τριλογία Γερές και αδύναμες γενεές), (σ. 146) του Πετσάλη-Διομήδη, για την «υλική ύπαρξη που προϋποτίθεται εξασφαλισμένη» για τους χαρακτήρες των περισσότερων μυθιστορημάτων της γενιάς του 1930 (σ. 147) και άλλα ενδιαφέροντα.
Παρότι, ωστόσο, χρησιμοποιεί το μεσοπολεμικό μυθιστόρημα ως όχημα για την περισσότερο κοινωνιολογική ανάλυσή του, ο Μορτόγιας κατακρίνει, σε επίπεδο μορφής, τον αστικό ρεαλισμό του (σ. 156). Αντίθετα, αναγνωρίζει τη χειραφετική δυνατότητα της τέχνης στους τρόπους του μπρεχτικού θεάτρου -σε αντίστοιχο δοκίμιό του για τον Μπρεχτ-, στο πώς εκείνος, μέσω του περίφημου τεχνάσματος της «αποστασιοποίησης», πολιτικοποιεί τη θέαση, εμπλέκοντας ενεργά το κοινό στους μηχανισμούς παραγωγής νοήματος (σ. 165-167).
Πρέπει να έχουμε κατά νου, βέβαια, ότι σπαραγματικό όπως είναι το έργο του Μορτόγια δεν υπακούει πάντα σε ένα ενιαίο και σταθερό σχήμα, οπότε βοηθά να το βλέπουμε σε συνάρτηση με τα σημεία εκείνα όπου τέμνει το συνεχές της ζωής του.
Άρα, για να συνοψίσουμε, στο θραυσματικό στοχαστικό του έργο, ο Μορτόγιας κρατά: (α) από τη Σχολή της Φρανκφούρτης, την ανάγκη υπεράσπισης και της αυτονομίας της τέχνης ως απαραίτητου χώρου άσκησης της κριτικής της λειτουργίας· (β) από τον Γκόλντμαν αξιοποιεί μεθοδολογικά τη διαλεκτική μορφής και κοινωνικής συνείδησης· ενώ (γ) στον Μπρεχτ βρίσκει ακριβώς το παράδειγμα του πώς η τέχνη μπορεί να δημιουργήσει μια απόσταση από την κυρίαρχη ιδεολογία ωθώντας μας να την αντιμετωπίσουμε κριτικά.
Τοποθετείται, έτσι, η πολυσυλλεκτική, διαμορφωμένη κυρίως στα χρόνια της Γερμανίας, σκέψη του Μορτόγια ήδη -θυμίζω, αρχές δεκαετίας του ’60- πέρα από την πρώιμη μαρξιστική θεωρία της «αντανάκλασης» (η απλοϊκή μεταφορά του καθρέφτη για τη σχέση τέχνης και κοινωνίας) και, ταυτόχρονα, πέρα από την παραδοσιακή αντίληψη της απόλυτης αυτονομίας, του δόγματος «η τέχνη για την τέχνη». Συνδυάζοντας διαφορετικές αποχρώσεις του ρεύματος που συνολικότερα έμεινε γνωστό ως Δυτικός Μαρξισμός, βρίσκεται σε πιο προωθημένη γραμμή, όπως υποστήριξε πρόσφατα κι ο Κώστας Καραβίδας, «και από τους μαχητικότερα ανανεωτικούς μαρξιστές κριτικούς της προδικτατορικής περιόδου».5 Πρέπει να έχουμε κατά νου, βέβαια, ότι σπαραγματικό όπως είναι το έργο του Μορτόγια δεν υπακούει πάντα σε ένα ενιαίο και σταθερό σχήμα, οπότε βοηθά να το βλέπουμε σε συνάρτηση με τα σημεία εκείνα όπου τέμνει το συνεχές της ζωής του.
Σταθερός ανθρωπιστικός προσανατολισμός
Εάν ένα στοιχείο, πάντως, μένει σταθερό τόσο στο έργο όσο και στη ζωή του αυτό είναι ο ανθρωπιστικός του προσανατολισμός, όπου εκβάλλουν και οι παραπάνω θεωρήσεις του. Δεν είναι μόνο το «όραμα μιας ζωής αφοσιωμένης στον άνθρωπο, στην πολιτική δράση» (σ. 302), όπως εξομολογείται στο ημερολόγιό του, αλλά και η «εξανθρωπιστική», «εξευγενιστική», «αγωνιστική» χειρονομία -τα επίθετα δικά του-, την οποία διαβάζει και ασπάζεται στους Μπρεχτ, Μπένγιαμιν, Γιόνσον, Αχμάτοβα. Πρόκειται για έναν ανθρωπισμό χωρίς ουσιοκρατικό ή μεταφυσικό έρμα, που δένεται «με τον αγώνα του ανθρώπου στον ιστορικό στίβο» (σ. 162), με την προσπάθειά του να παραγάγει Ιστορία – ό,τι, δηλαδή, για τον ίδιο, δεν άρθρωσε αισθητικά το μεσοπολεμικό μυθιστόρημα.
(...) έχει τη σημασία του να ανασκαλέψουμε και την κληρονομιά του Δυτικού Μαρξισμού για τη λειτουργία της τέχνης, όταν, για παράδειγμα, κυριαρχεί ακόμα στις δημόσιες συζητήσεις το ερώτημα για το «τι ήθελε τελικά να μας πει ο ποιητής» ή για το «τι νόημα ήθελε να μας περάσει το έργο»
Τώρα, όλα τα παραπάνω που συλλέξαμε, και ιδίως ο στοχασμός του Μορτόγια γύρω από την αυτονομία και τη χειραφετική δυνατότητα της τέχνης, έχουν αξία, όπως αναφέρθηκε -και σύμφωνα με την υπόθεση εργασίας των επιμελητριών- κυρίως για τον προδρομικό τους χαρακτήρα σε σχέση με την εποχή στην οποία γράφονται. Παραμένουν, όμως, νομίζω, σημαντικά και σήμερα, καθώς, πέρα από την αυτονόητη ανάγκη του αγωνιστικού ανθρωπισμού σε έναν κόσμο όπου βομβαρδίζονται κυριολεκτικά πια οι ανθρωπιστικές αξίες, έχει τη σημασία του να ανασκαλέψουμε και την κληρονομιά του Δυτικού Μαρξισμού για τη λειτουργία της τέχνης, όταν, για παράδειγμα, κυριαρχεί ακόμα στις δημόσιες συζητήσεις το ερώτημα για το «τι ήθελε τελικά να μας πει ο ποιητής» ή για το «τι νόημα ήθελε να μας περάσει το έργο» κ.λπ., αντί έστω της υποψίας για τη σύνθετη και ιστορικά μεταβλητή σχέση τέχνης και ιδεολογίας.
Επιλογικά: Η προσωπική, τραγική όψη του στοχαστή Μορτόγια
Μέχρι αυτό το σημείο, στα χνάρια πάντα της Εισαγωγής, επιχείρησα μια συνδυαστική ανάγνωση κειμένων του τόμου σε σχέση με έναν κεντρικό άξονα. Η έκδοση προσφέρεται για ποικίλες περαιτέρω διερευνήσεις, από διαφορετικούς μάλιστα χώρους, χωρίς η διάρθρωσή της να δεσμεύει απαραίτητα τους υποψήφιους μελετητές και τις μελετήτριες. Αναφέρω ενδεικτικά σενάρια εργασίας: (α) το βιβλίο ενδιαφέρει τις πολιτικές επιστήμες, πέρα από το κομμάτι της θεωρίας, για τη συμμετοχή του Μορτόγια στον Όμιλο Παπαναστασίου και ακολούθως στην αντιδικτατορική οργάνωση «Δημοκρατική Άμυνα», όπου θήτευσε μαζί με τον Κώστα Σημίτη και άλλους που αποτέλεσαν τον πυρήνα του μετέπειτα «εκσυγχρονιστικού» ΠΑΣΟΚ· (β) ενδιαφέρει τους/τις οικονομολόγους για τα άρθρα στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και όχι μόνο· (γ) τη φιλολογία και την ιστορία, προφανώς, τόσο για το νεοελληνικό παράδειγμα και τον τρόπο που το προσεγγίζει ο Μορτόγιας όσο ακόμα και για το εργαστήριο του συγγραφέα – πολλά ποιήματά του εμφανίζονται, π.χ., σε παραλλαγές· ενώ (δ) ανοιχτά παραμένουν προς διερεύνηση το δίκτυο των επιρροών του, η συνομιλία τέχνης και επιστήμης, και πολλά ακόμη.
Κλείνοντας, θα ήθελα να σταθώ λίγο και στην άλλη, πιο προσωπική και τραγική όψη της στοχαστικής αυτής πλευράς του Μορτόγια, όπως περνά πρωτίστως στην εξομολογητική γραφή του ημερολογίου του. Εκεί, μεταξύ άλλων, ασκεί οξεία (αυτο-)κριτική στον διανοουμενισμό και τη χωρίς υλικό αντίκτυπο συσσώρευση γνώσης, με τα βέλη του να στρέφονται και στον εαυτό του (σ. 301-302, 317, 353). Αυτές ακριβώς οι αγωνίες του θα βρουν και ποιητική έκφραση στο ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Με κενό βαλάντιο», το οποίο, μάλιστα, είναι το τελευταίο που γράφει, τον Δεκέμβριο του 1974, πριν πεθάνει σε ηλικία μόλις 41 ετών. Τους στίχους αυτούς διατρέχει κι ένα αίσθημα αυτο-εγκλωβισμού και ματαιότητας, με μια συγχρόνως αυτο-σαρκαστική-χιουμοριστική διάθεση. Παραθέτω, αντί επιλόγου:
Με κενό βαλάντιο
Με κενό βαλάντιο
μελετούσε Κάντιο
μ’ ευπατρίδη σπούδαζε πόζα
Σπινόζα.
Δεν είχε δεύτερο βρακί
– Μπλανκί, Μπλανκί –
τ’ άντερο γούρλιζε φυρό
– τον Ντιντερό, τον Ντιντερό –
Καταλάβαινε σωστά τον Κάρολο
και το πιο παράλογο
δεκάωρα τον κώλο του το καθίκι
στρωμένο στη βιβλιοθήκη.
Ξενύχτια, συργιάνια, κορίτσια με ρέγουλο
και ξεφαντώματα με τον Έγελο.
Μάζεψε γνώση
με το τσουβάλι
πού να τη δώσει
πού να τη βάλει.
Τσόντα την τσόντα
δίχως προσόντα
δίχως αβάντα
πιάνει στο τέλος και τα σαράντα.
Φίλοι νοικοκυρεμένοι
και στρυφνοί
λένε του μένει
για μια θέση
να θερμοπαρακαλέσει
στο Δαφνί.
Πάντοτε, έτσι, με χιούμορ, το οποίο είναι επίσης έκδηλο στα ημερολόγια και τις επιστολές του. Άλλωστε, όπως σε ανύποπτο χρόνο σημειώνει αλλού ο αγαπημένος του Μπρεχτ: «Ποτέ δεν συνάντησα άνθρωπο που να μην έχει αίσθηση του χιούμορ και να μπορεί να καταλάβει τη διαλεκτική».6
* Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΥΓΟΥΡΗΣ είναι υποψήφιος διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ. Το παρόν κείμενο βασίζεται στην ομιλία του στην παρουσίαση του βιβλίου στο καφέ-μπαρ «Μπαράκα» στη Θεσσαλονίκη στις 28.1.2026.
1 Λόγω χώρου και εστίασης δεν θα με απασχολήσουν εδώ, παρά μόνο παρεμπιπτόντως, λ.χ. το νεοελληνικό παράδειγμα και τα δοκίμια του Μορτόγια για τους Κάλβο και Καβάφη, ή τα ποιήματά του, περιοχές που στην παρουσίαση της Θεσσαλονίκης καλύφθηκαν από τους υπόλοιπους ομιλητές, Βασίλη Βασιλειάδη και Γιάννη Μαρκόπουλο, στον διάλογο που αναπτύξαμε με τις επιμελήτριες του τόμου, Μαίρη Μικέ και Ελένη Κατσαβέλη.
2 Theodor W. Adorno, Αισθητική θεωρία, μτφρ.-σημ. Λευτέρης Αναγνώστου, Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2000 (1970), σ. 13-36, 381-440: 403.
3 Ό.π., σ. 19-27 και στο ίδιο, σ. 383-384 όπου αναφέρεται κιόλας κριτικά στους τρόπους συγκεκριμένα του «κοινωνικά στρατευμένου» Μπρέχτ.
4 Ο τίτλος της εργασίας του που προοριζόταν για διδακτορική διατριβή είναι «Η νεοελληνική κοινωνία στο φως της νεοελληνικής λογοτεχνίας». Για μια σύντομη, εύληπτη εισαγωγή συνολικότερα στη μαρξιστική κριτική, βλ. Terry Eagleton, Ο μαρξισμός και η λογοτεχνική κριτική, μτφρ. Γρηγόρης Αζαριάδης, Αθήνα, Ύψιλον, 1981 (1976), από όπου και αντλώ εδώ, σ. 59-62.
5 Κώστας Καραβίδας, «Δημήτρης Μορτόγιας: ένας τραγικός της “χαμένης άνοιξης” του ’60», εφ. Η Εποχή, 11.1.2026. Πρβλ. και τη σύμφωνη οπτική του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, «Δημήτρης Μορτόγιας- ανάδυση από τη λήθη», ηλ. περ. Ο Αναγνώστης, 24.2.2026.
6 Bertolt Brecht, Refugee Conversations, επιμ. Tom Kuhn, μτφρ. Romy Fursland, Λονδίνο, Bloomsbury Publishing, 2020 (1961), σ. 61.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Δημήτρης Μορτόγιας (1934-1975) γεννήθηκε στον Πύργο της Ηλείας. Σπούδασε οικονομικές και πολιτικές επιστήμες στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Το 1958 πήγε στη Γερμανία για μετεκπαίδευση και παρακολούθησε μαθήματα οικονομίας, κοινωνιολογίας, φιλοσοφίας, πολιτικών επιστημών και ιστορίας, πρώτα στο Φράιμπουργκ και μετά στο Δυτικό Βερολίνο. Το 1964 γύρισε στην Αθήνα και συνεργάστηκε με τα περιοδικά Οικονομικός Ταχυδρόμος και Εποχές. Το 1971 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο όπου και πέθανε στις 5.3.1975.

























