
Για την ποιητική συλλογή «Στη σκιά του νυστεριού» του Ευάγγελου Γ. Κεραμιδά που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Κεντρική εικόνα: «Ακρογιάλι» (1963) του Γεράσιμου Στέρη.
Γράφει ο Ανδρέας Μήτσου
Εάν θα θέλαμε να φανταστούμε την ποιητική persona της συλλογής Στη σκιά του νυστεριού του Ευάγγελου Γ. Κεραμιδά (το αυθεντικό νόημα του όρου persona, το οποίο σημαίνει «μάσκα», «προσωπείο», είναι το ελληνικό πρόσωπο), θα την φανταζόμαστε να ανεμίζει ένα νυστέρι και να επιχειρεί πεισματικά να καρφώσει μίαν αδιόρατη σκιά. Κοιτάζοντας όμως προσεχτικότερα θα διακρίναμε πως αυτό που κρατά στο χέρι της δεν είναι ακριβώς νυστέρι, παρά μία λέξη, και αυτή η σκιά που πασχίζει να καρφώσει, δεν είναι άλλη από τη σιωπή που την περιβάλλει.
Μια σιωπή, η οποία μόλις τρωθεί και διαρραγεί, θα ξυπνήσει την υπνώτουσα θύμηση – συνείδηση και θα καταστήσει τον ποιητή ικανό να συναντήσει τον αυθεντικό εαυτό που απεγνωσμένα, καθώς φαίνεται, νοσταλγεί, προσδοκώντας μια λυτρωτική κάθαρση, την σωτήρια «επιστροφή».
Όλο κόβει νοερά με το νυστέρι του το δικό του σώμα, για να φτάσει στον πυρήνα της συνείδησής του, για να καθαρθεί και να θυμηθεί.
Φροντίζει λοιπόν και επιτυγχάνει ο ποιητής να μην «ξαστοχήσει», γιατί «όταν οι λέξεις ξαστοχούν, η θύμηση, που είναι το όριό τους, συντρίβεται κι αυτή», καθώς υποστηρίζει ο σπουδαίος φιλόσοφος Τζορτζ Στάινερ. Επικίνδυνο το τόλμημά του με τη λέξη-νυστέρι, όσο κι αν ένας χειρουργός, όπως ο Βαγγέλης Κεραμιδάς, έχει πολύχρονη εμπειρία στις χειρουργικές επεμβάσεις.
Θέλοντας, σαν τον κλέφτη να τρυπώσω στον νοσταλγικό κόσμο του, στο χειρουργικό, ποιητικό εργαστήρι του, θα επιχειρήσω να οικειοποιηθώ τα κλειδιά της ποίησής του για να σας επιδείξω μετά τα τιμαλφή που απεκόμισα, εκείνα τα νοήματα δηλαδή που μπόρεσα να διακρίνω – εκτιμήσω, αφού είμαστε, ως γνωστόν, «η ερμηνεία μας», είμαστε «ό,τι βλέπουμε», ό,τι είμαστε ικανοί να δούμε.
Κυρίαρχο εμπόδιο στην κατάργηση της σιωπής που έχει περιτυλίξει το πρόσωπο του ποιητή, το σώμα. «Παίρνω το νυστέρι μου και σμιλεύω ωραία σώματα, δίνω σχήματα σε αρχαία αγάλματα», εξομολογείται στο τέλος του πρώτου κιόλας ποιήματος. Δήλωση, κατά την εκτίμησή μου, παραπλανητική–παρελκυστική, ότι δηλαδή σε ξένα σώματα πασχίζει να δώσει το σχήμα. Εγώ πιστεύω πως όλο κόβει νοερά με το νυστέρι του το δικό του σώμα, για να φτάσει στον πυρήνα της συνείδησής του, για να καθαρθεί και να θυμηθεί.
«Συνεχίζω να χειρουργώ, μιας και γνωρίζω τη φθορά. Τη βλέπω στον καθρέφτη, στους γύρω μου. Συνεχίζω να χειρουργώ με τα χέρια μου βουτηγμένα στη φθορά, μέχρι να κάνω το σώμα σου αθάνατο», δηλώνει στην σελίδα 27, ή αλλού: «Πόσες φορές δεν βρήκα τον παράδεισο μέσα σου. Γι’ αυτό πρώτα το σώμα, η ψυχή μετά. Όλα τ’ άλλα ξερολιθιά στο νου, σε άνυδρο οικόπεδο, ό,τι απομένει από μια ζωή. Μόνο τα χέρια σου θυμάμαι, τίποτε άλλο» (σελ. 24).
Το άλλο σώμα, το ξένο σώμα, δεν είναι όμως η νοητή προέκταση του δικού μας; Στην ένωση, στο σμίξιμό των κορμιών, δεν αναδύεται αναγεννη-μένο το δικό μας κορμί; Αγνώριστο ίσως και σε μας, ένα κορμί καινούργιο, μισό ανθρώπου, μισό αλόγου, ή κάποιου άλλου παράδοξου, άγνωστου όντος. Ένα κορμί Κενταύρου, μετά τον έρωτα.
«Μικρό παιδί που παίζει με το κορμί σου, αφού στο κορμί σου έμαθα τον κόσμο, αφού το κορμί σου δεν με αφήνει να μεγαλώσω» (σελ. 55) ή στην σελίδα 56: «Έτσι όπως κατέβηκα πρωί-πρωί μία εφημερίδα να αγοράσω, μύρισα σώματα πολλά» και στην σελίδα 57: «Πονάει το σώμα όταν θυμάται».
Γενναία ερωτικός, όμως γιατί άραγε συχνότατα να συνδέονται το σώμα με τα αγάλματα που εκτίθενται στις αίθουσες των σελίδων του, με την πέτρα και το κρύο μάρμαρο; «Να αγγίζεις την πέτρα κι αυτή να νιώθει την αγάπη σου και να ανοίγει στα δύο. Κι εκεί, στην μέσα θήκη-φάτνη, να βρίσκεις το άγαλμα. Με χείλη ορθάνοιχτα να σκύβεις να το φιλάς και να μην νιώθεις την νεκρική κρυάδα του μάρμαρου, παρά μια ζεστασιά ανεκλάλητη. Την ξεχασμένη μυρωδιά του κορμιού σου» (σελ. 59).
Διακειμενικότητα και νοσταλγία για την παιδική ηλικία
Αδιάβρωτη, παρ’ όλα αυτά, η σιωπή που σκεπάζει αυτήν την de profundis ανασκαφή, την εκσκαφή του παλιού, του θλιμμένου εαυτού, που παραπέ-μπει ίσως στο «Μέμνησο λουτρών οις ενοσφίσθης», του Γιώργου Σεφέρη. «Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια, που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να το ακουμπήσω…».
Πώς, όμως, θα φτάσει να ανασκάψει και να φέρει πάλι στο φως στην συνείδησή του, τον καθαρό και αυθεντικό εαυτό του ο ποιητής, σε ποον θα απευθυνθεί για βοήθεια και συμπαράσταση, για να του φανερωθούν τα κρύφια και επιμελώς επιχωματωμένα, όσα βρίσκονται σε κατάσταση λήθαργου μέσα του; Στη μάνα, πάνω απ’ όλα. «Στο πατρικό μου σπίτι όταν άνοιγα τα συρτάρια μύριζε μάνα. Τώρα μυρίζει παντού απορρυπαντικό» (σελ. 11). Συγκλονιστική διαπίστωση-εξομολόγηση, αυτή που φέρνει η μνήμη που «λαγοκοιμόταν», ως φαίνεται, και στην σελίδα 45, μεταφέρω ολόκληρο το συγκινητικό ποίημα, την εύοσμη αύρα της μνήμης:
«Το έχεις κρατημένο στη μνήμη σου / πως έπλεκε. / Πως εσύ κρατούσες με ανοικτά χέρια την κλωστή / και πως αυτή τύλιγε το κουβάρι. Το έχεις κρατημένο στη μνήμη σου το χέρι της μάνας σου / καθώς σου έπλεκε εκείνο το πουλόβερ. / Δεν το ’βαλες ποτέ / γιατί σου φαινόταν πολύ χοντρό και σ’ ενοχλούσε / όταν το φορούσες κατάσαρκα. / Το έχεις κρατημένο στην ντουλάπα σου / το πουλόβερ σου το παιδικό. / Μα τώρα που το φοράς / αν και κοντό στα μανίκια / το αισθάνεσαι σαν χάδι πάνω στο σώμα σου. / Πώς αλλάζει την υφή των ρούχων ο χρόνος» (σελ. 45) και στην σελίδα 23: Πάλι η μάνα που εξακολουθεί να σε συμβουλεύει «να αλλάξεις / γιατί ίδρωσες / ώρα για ύπνο. Διαμάντια μέσα στο κάρβουνο της μνήμης», ο επίλογος του θαυμάσια τρυφερού σπαράγματος.
Στη φύση, στον τόπο, στις μυρωδιές, στις αναπάντεχες ριπές ανέμου από την νοσταλγική παιδική ηλικία, αλλά και από τον εγγύτερο, παρελθόντα χρόνο, καθώς εμφιλοχωρεί στον παρόντα και τον μεταβολίζει, τον μεταλλάσσει και τον αναζωογονεί, εναποθέτει ο ποιητής.
Μια περιδιάβαση, ριψοκίνδυνη οπωσδήποτε, αποπειρώμαι σε έναν κόσμο και σε μένα οικείο και αγαπημένο, κωδικοποιώντας λέξεις-σύμβολα, που συχνά επανέρχονται στα ποιήματα της συλλογής, θέλοντας να αλώσω κι εγώ την σιωπή, να καταργήσω τη σιγή τους. Πράξη σίγουρα ανοίκεια και υβριστική, όπως η κάθε ερμηνεία, η κάθε εξήγηση, αφού τα βαθύτερα προσφέρονται εν αποστάγματι και δεν επιδέχονται την αποσάθρωσή τους. Ωστόσο, η εμπλοκή μου συνιστά, θέλω να πιστεύω, μια άδολη επιθυμία εμπλοκής και συμμετοχής-φιλοξενίας στον τρυφερό κόσμο του ποιητή.
Βασικές, λοιπόν, έννοιες που αναδύονται: Ο χρόνος σ’ όλο το εύρος του: «Καταμετρώ τον χρόνο μου / όπως ο τυφλός ψηλαφίζει στη χούδτα του / τα λίγα κέρματα / για να αγοράσει ψωμί. Η νοσταλγία σου η πιο μεγάλη πείνα» και ο τριγμός, η σκόνη που τον ακολουθεί καθώς αναταράσσεται. Ο εσωτερικός σεισμός, η απώλεια, το φως, η επιθυμία ανύψωσης, η λάσπη και το χώμα, από την αναμόχλευση στο εγώ, η χαίνουσα πληγή, το σκοτάδι, με τα ποντίκια που αδιάλειπτα περιφέρονται στη θύμηση, η βροχή κατ’ εξοχήν, ως κυρίαρχο σκηνικό της αφήγησης και ο καθρέφτης, το ενδοσκοπικό όργανο. Ο έρωτας επίσης που διαβρέχει – μουσκεύει όλα σχεδόν τα ποιήματα, όπως και η απειλή του θανάτου που ύπουλα καιροφυλακτεί, κουβαλώντας μυρωδιές και σκιές.
Στον αφηγηματικό σχεδιασμό εμφανείς οι επιρροές, οι διακειμενικές αναφορές, με τη γλώσσα και τις λέξεις, το πεδίο του βασανισμού του ποιητή και ταυτόχρονα της λυτρωτικής χαράς του.
Νυστέρι, επομένως, μάνα και χέρι, οι κυρίαρχες λέξεις. Με το χέρι να αναδεικνύεται στην κομβική έννοια που δεσπόζει στη συλλογή. Το χέρι κρατά το νυστέρι, σ’ αυτό εναποθέτει τη σωτηρία η ποιητική συνείδηση, για να την οδηγήσει στον πυρήνα της, να τον αποκαθάρει ώστε να ξαναβρεί την απολεσθείσα αθωότητα. Το ρήμα «χειραγωγώ» επανέρχεται πολλές φορές. «Από ξύλο το τραπέζι που θα απλώνω το ψωμί», αποσπώ από το αντίστοιχο ποίημα (σελ. 19), «που να απορροφά τις μυρωδιές / να ακούει, να νιώθει, να πονάει / όπως και τα δικά μου χέρια. / Να νιώθει τη φθορά βαθιά μέσα στους ρόζους του / και να συμπάσχει».
«Να απορροφά τις μυρωδιές», δικαιολογείται. Και βέβαια οι μυρωδιές, ό,τι φέρνουν, το άρωμα της μάνας. «Δέκα χρόνια τώρα / και δεν έκοψε ποτέ τα μαλλιά του. / Δέκα χρόνια από τότε που κοιμήθηκε η μάνα του. / Ένιωθε, λέει, το χέρι της / να του χαϊδεύει το κεφάλι». Αλλά τώρα… «μυρίζει παντού απορρυπαντικό».
Κι όλη αυτή η εσώτερη ανασκαφή προκαλεί τον τριγμό, λέξη που συχνά εμφανίζεται στη συλλογή. «Σανίδια στο πάτωμα / στο κάθε βήμα μας τρίζουνε / τώρα τρίζει σαν σανίδι παλιό η ψυχή μας…» ή «Τα ξύλα τρίζουν / καύτρες πετάγονται και χάνονται» (αντιγράφω από την σελίδα 10).
Ένας σεισμός συντελείται καθώς κατέρχεται, κατρακυλά, στα κατάβα-θα του εγώ η θύμηση. «Τι άλλο να κάνω για να σε βρω / για να σου εξηγήσω. / Κανείς δεν είναι καθαρός / ακόμα και αν τα χέρια του είναι ολόλευκα / σαν τα δικά μου», ομολογεί ενοχικά.
Μια σφριγιλή ενότητα λόγου, από ποίημα σε ποίημα
Περιδιαβαίνω από ποίημα σε ποίημα, ανασύρω σπαράγματα, γιατί κανένα ποίημα δεν είναι αυτόνομο, ανεξάρτητο από τα άλλα, αλλά συγκροτούν ένα ενιαίο όλο, μια σφριγηλή ενότητα λόγου. Τον ίδιο καημό αναδίδουν και αυτή η ανασκαφή, η αναταραχή, το ταρακούνημα του εγώ, έχει ως αναπόφευκτη συνέπειά της τη σκόνη και τη λάσπη. «Αν είναι νύχτα με φεγγάρι και έχεις παιδιού ψυχή, θα δεις τα άστρα να σπρώχνουν σύννεφα / με αγωνία να κοιτούν κάτω το χώμα και τη λάσπη για να δουν πώς είναι η αληθινή μορφή τους» (σελ. 16).
«Ποιος μπορεί στη λάσπη να κυλιστεί / και να την χαίρεται / αναρωτιέται». Ο ποιητής μπορεί να ξέρει πως με την λύπη του μόνο, σφουγγάρι θεραπευτικό, με την ενοχή του πιθανώς, με τη λάσπη της ψυχής του, είναι σε θέση να νιφτεί και να αποκαθαρθεί.
Οι μυρωδιές χώματος, λάσπης, ζεστού ψωμιού, ξύλου και όλα αυτά σε ένα φυσικό τοπίο συχνά ομιχλώδες, αλλά που και που βροχερό, στο οποίο, ωστόσο, μπαίνει από την γρίλια μια αχτίδα σπλαχνικού φωτός. «Πρωί πρωί ν’ ανοίγεις τη γρίλια / ίσα που να μπαίνει μόνο μια αχτίδα / και πάνω της / εκεί που τρεμοπαίζουν οι στιγμές / σαν μικροσκοπικές αχτίδες σκόνης / να εγγράφεις την πορεία της ζωής σου / να την προβάλλεις μετά σαν απειροελά-χιστη σκιά / στον απέναντι ολόλευκο τοίχο».
«Κάθε που σωπαίνω ακούω ήχους καινούργιους μέσα μου. / Τόσο πολύ τρομάζω / που φωνάζω. / “Μα τι ζητάς επιτέλους πνιγμένος μέσα στις λέξεις”, με μαλώνει κάθε βράδυ ο ποιητής. / Για ό,τι έπραξες / για ό,τι δεν έπραξες / ίδια η μετάνοια».
Όμως, η βροχή όξινη. «Πληγή η βροχή που αγαπήσαμε. / Σέρνεται τώρα στο χορτάρι / και δαγκώνει το γόνατο της νύχτας. / Τελειώνει η εποχή της χάριτος / πρέπει να σε βρω ξανά», ή «Ακούς τη βροχή». «Ο πιο σιωπηλός κωπηλάτης ήχος είναι αυτός πάνω στο χώμα. / Τόσο μελαγχολικός, όπως η ομίχλη που τυλίγει τα δέντρα / στους πρόποδες του βουνού / κι όλο ανεβαίνει προς την κορυφή. / Όσο πιο ομιχλώδες το τοπίο, τόσο πιο αδύναμος γίνεται ο ήχος της βροχής. / Δεν είναι το νερό που σιγοπέφτει / είναι το μέσα κενό που με γεμίζει ανεπαίσθητα» (σελ. 42).
Και το νερό συναρτάται αναπόφευκτα με τη λάσπη, παρόλο που η βροχή αποκαθαίρει την ψυχή, την ξεπλένει. Και η λάσπη γίνεται θεραπευτική, σαν εκείνη που έπλασε και τοποθέτησε ο Χριστός στα μάτια του τυφλού και αυτός ανέβλεψε, στο θαύμα της Καπερναούμ.
«Περπατούσα ξυπόλητος πάνω στη λάσπη / είχε βρέξει / ή μάλλον βρέχει συνέχεια. / Δεν είχα πού αλλού να πατήσω / έτσι οι πατούσες μου άφησαν το αποτύπωμά τους. / Κι ήθελα να περάσω απαρατήρητος / να φανταστείς». Παρηχεί στο βάθος ο Ελύτης από το Ημερολόγιο ενός Αθέατου Απριλίου: «Ακόμη βρέχει. Αιωνίως φαίνεται θα βρέχει. Και αιωνίως θα κυκλοφορώ με μιαν ομπρέλα / ψάχνοντας για μια πολίχνη ροζ / γεμάτη ωραία υπαίθρια ζαχαροπλαστεία» (Σάββατο 18). Γιατί την ίδια πολίχνη-γαλήνη, αποζητά η ποιητική ψυχή.
Όλη η ανάδυση του κόσμου του Βαγγέλη Κεραμίδα στηρίζεται στο λόγο και στις λέξεις του, αυτές θα αποσείσουν την αμεσότητα της οχληρής πραγματικότητας, αυτές θα βοηθήσουν να ξεκολλήσει ο εαυτός από τη λάσπη. «Για να έχουν κάποια αξία οι λέξεις σου / έτσι όπως τις τοποθετείς προσεχτικά / τη μία δίπλα στην άλλη / πρέπει να τους αλλάζεις συνεχώς τη σειρά. / Αλλιώς λασπώνουν / αμέσως μόλις βγουν από το στόμα σου» (σελ. 66).
«Κάθε που σωπαίνω ακούω ήχους καινούργιους μέσα μου. / Τόσο πολύ τρομάζω / που φωνάζω. / “Μα τι ζητάς επιτέλους πνιγμένος μέσα στις λέξεις”, με μαλώνει κάθε βράδυ ο ποιητής. / Για ό,τι έπραξες / για ό,τι δεν έπραξες / ίδια η μετάνοια». Ο Βαγγέλης Κεραμιδάς επικαλείται τον Γιάννη Ρίτσο, να μιλήσει αντ’ αυτού.
Το καίριο φιλοσοφικό ερώτημα, η επίγευση της νοσταλγικής καταβύθισης, έχει να κάνει, όπως προείπα, με τις λέξεις και τη σιωπή τους, αν την αναδεικνύουν δηλαδή ή την καταστρέφουν. «Όταν οι λέξεις στην πολιτεία είναι φορτωμένες βαρβαρότητα και ψέμα, τίποτε δεν μιλάει δυνατότερα από ένα άγραφο ποίημα», εάν ασπασθούμε την μελαγχολική διαπίστωση του Τζορτζ Στάινερ (G. Steiner, Η Σιωπή κι ο Ποιητής, (μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Έρασμος, σελ. 48). «Τώρα οι Σειρήνες έχουν ένα ακόμα πιο θανάσιμο όπλο από το τραγούδι τους» , έγραφε ο Κάφκα στις Αλληγορίες του, «τη σιωπή τους. Και μολονότι, κατά γενική ομολογία, κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί ποτέ, θα μπορούσε ωστόσο να διανοηθούμε πως ίσως και να ’χει γλιτώσει κανείς κάποτε από το τραγούδι τους˙ αλλά είναι σίγουρο πως από τη σιωπή τους δεν γλίτωσε κανείς».
Αλλά εγώ προτιμώ να καταφύγω στον Λάο Τσε: «Η σιωπή είναι καλή, όταν κρύβει μέσα της τη Χαρά. Αλλιώς την φοβάμαι», έλεγε, γιατί η σιωπή, οι λέξεις που σκεπάζουν τα λόγια του Βαγγέλη Κεραμιδά, αναδίδουν μια γνήσια επιθυμία αναζήτησης της χαράς και αυτήν την θεραπευτική χαρά καταφέρνει να φέρει στην επιφάνεια, την άδολη χαρά της παλιάς αθωότητας, που τον ανακουφίζει και τον διασώζει, που δεν αποπλανεί, όπως το τραγούδι των Σειρήνων, για να τον κρατήσει όμηρο, ούτε λουφάζει βαθιά θαμμένη και ξεχασμένη μέσα στο χώμα, σαν την οχιά, έτοιμη να δαγκώσει, παρά ευαγγελί-ζεται μια ευφρόσυνη κάθαρση, την επιστροφή στην αθωότητα, με την ανάμνηση των ανεξίτηλων στιγμών καθαρής ευτυχίας.
Ο Βαγγέλης Κεραμιδάς καταφεύγει για σωτηρία στη γλώσσα στο «Κατώφλι της Σιωπής», κατά τον Μπρις Παρέν (1897-1971), και κατορθώνει να εισέλθει διακριτικά στον σεπτό χώρο της, χωρίς να την τραυματίσει. Πότε απελευθερώνοντας μιαν άγρια κραυγή πόνου «σαν λύκος» (σελ. 36), «Λύκος δεν είμαι / και σαν λύκος αλυχτώ / στο άγγιγμα, στο χάδι», ανακαλώντας ένα ξεχασμένο χάδι, πότε κατορθώνοντας να μεταμορφώσει αυτόν τον πόνο σε λέξεις. Με τις λέξεις του στιλπνές, λαξεμένες άψογα, με ρυθμό αρμονικό ανάλογα με τα σπαράγματα ης μνήμης που ανασύρει κάθε φορά, με συναισθηματισμό και ευαισθησία, μακριά από αισθηματολογίες και ναρκισσιστικές επικυρώσεις, ο Βαγγέλης Κεραμιδάς ανεμίζει, με την συλλογή του αυτή, την αθωότητά του, καταδηλώνει ταπεινά την άγνοιά του, την συγγνωστή πλάνη του (σελ. 63), πασχίζοντας επίμονα να ανέβει, να ξεκολλήσει από τη λάσπη, την πρώτη ύλη μας, να επουλώσει την πληγή και να υψωθεί στον νοερό ουρανό της ύπαρξής του, προσδοκώντας το φως. Καταφυγή του η νοσταλγία του παρελθόντος νόστιμου χρόνου του.
Διακειμενικά στοιχεία που παραπέμπουν σε σημαντικούς ποιητές, διαποτίζουν επίσης τη συλλογή, όπως τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Κρυστάλλη ή και οιωνεί σε δημοτικά τραγούδια, καθώς το καταληκτικό μελαγχολικό ποίημα της συλλογής: «Ακόμα τούτη την άνοιξη ραγιάδες, ραγιάδες, όσο να ’ρθει ο Μόσκοβος, να φέρει το σεφέρι», την σωτήρια ελπίδα. Ένας Μόσκοβος ανυπόστατος, μια φρούδα, απατηλή ελπίδα.
«Στάχτες, κάρβουνα και μια μαυρίλα μαζεύεται πάνω / στην οροφή του εαυτού» (σελ. 10). Αλλά, «σκουπίζω τη σκόνη από την πέτρα», δηλώνει στην σελίδα 18.
«Μοσχοβολάει ο τόπος γύρω μου», καταλήγει με την ευφρόσυνη διαπίστωση. Ιδεατός ελαιοχρωματιστής, βάφει την οροφή του εαυτού, τον ανακαινίζει, επινοώντας ή ενθυμούμενος ιστορίες ζωής (σελίδα 51) και μας προσκαλεί κοντά του, μας περιμένει.
«Στήνω αυτί ν’ αφουγκραστώ εάν έρχεσαι», που παραπέμπει στην αγαπημένη Έμιλι Ντίκινσον: «Πόσο φόβο η ψυχή μπορεί ν’ αντέξει / στο τρίξιμο της σκάλας μες στη νύχτα / από βήματα ανεπαίσθητα. / Τι τρόμο στων κλειδιών τη στροφή, / όταν η πόρτα ανοίγει και η σιωπή ραγίζει» (What fear the soul endures at the creak of stairs…).
* Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ είναι συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον Ευάγγελο Γ. Κεραμιδά
Ο Ευάγγελος Γ. Κεραμίδας είναι πλαστικός χειρουργός. Ειδικεύτηκε στην Αγγλία και εργάστηκε ως consultant στη Harley Street του Λονδίνου. Έπειτα από έντεκα χρόνια παραμονής του στο Ηνωμένο Βασίλειο επέστρεψε στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται.

Είναι γενικός γραμματέας της Ελληνικής Εταιρείας Πλαστικής Επανορθωτικής & Αισθητικής Χειρουργικής και τα τελευταία έξι χρόνια είναι εκλεγμένος υπεύθυνος για την εκπαίδευση των ειδικευόμενων πλαστικών χειρουργών στην αισθητική πλαστική χειρουργική στην Ελλάδα. Έχει πλούσιο ιατρικό συγγραφικό έργο, με δημοσιεύσεις και παρουσιάσεις στα εγκυρότερα ιατρικά περιοδικά και συνέδρια της ειδικότητάς του. Εργασίες του και παρουσιάσεις του έχουν αποσπάσει διεθνή βραβεία.
























