
Για τη συλλογή μελετών της Παναγιώτας Μ. Παπανικολάου «Πολιτισμικά – Μελέτες και άρθρα για την τέχνη και τον πολιτισμό» (εκδ. Επίκεντρο). Εικόνα: Από την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα το 2004.
Γράφει ο Πέτρος Γκοσιόπουλος
Ο τόμος Πολιτισμικά – Μελέτες και άρθρα για την τέχνη και τον πολιτισμό συγκεντρώνει έντεκα μελέτες που εκτείνονται στο πεδίο της Ιστορίας της Τέχνης και του Πολιτισμού. Οι μελέτες πραγματεύονται ένα ευρύ φάσμα διερωτημάτων, από την Ιστορία και τη θεωρία της Τέχνης έως τη διαχείριση του πολιτιστικού κεφαλαίου, τη μουσειολογική και μουσειοπαιδαγωγική πρακτική, καθώς και το κοινωνικό συγκείμενο της τέχνης.
Κεντρικό άξονα αποτελεί η διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στην Τέχνη και τον Πολιτισμό υπό ποικίλα θεωρητικά πρίσματα. Η πρώτη και εκτενής μελέτη του τόμου εξετάζει την έννοια της ελληνικότητας στη νεοελληνική τέχνη, από τα τέλη του 19ου έως τα τέλη του 20ού αιώνα. Μέσα από μια συνδυαστική ιστοριογραφική και θεωρητική μεθοδολογία, αναδεικνύει πώς η μεταβολή των ιδεολογικών και καλλιτεχνικών παραδειγμάτων αναδιαμόρφωσε τις αναπαραστάσεις και τα εννοιολογικά εργαλεία της τέχνης.
Οι υπόλοιπες μελέτες προέρχονται από δημοσιευμένα κείμενα της δρ. Παπανικολάου σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους κατά την τελευταία δεκαετία. Εξετάζουν εκ νέου θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν την καλλιτεχνική παραγωγή και τους θεσμούς της, την πολυφωνία των μορφών έκφρασης και τις κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκαν. Η ένταξή τους στον τόμο προσφέρει συνοπτικό πλαίσιο, εμπλουτισμένο με πρόσθετο υλικό τεκμηρίωσης και αναθεωρημένη βιβλιογραφία. Ο τόμος αποσκοπεί να προσφέρει στο κοινό μια σφαιρική εικόνα της σύγχρονης ιστοριογραφίας και θεωρίας της τέχνης στην Ελλάδα, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο το καλλιτεχνικό έργο και οι δημιουργοί του συνδιαμορφώνουν, αλλά και αναδιαπραγματεύονται, το πεδίο του πολιτισμού. Ακολουθούν κάποια σχόλια για κάθε κείμενο του τόμου.
Η έννοια της «Ελληνικότητας» ως ιδεολογικό και εικαστικό σημαινόμενο
Στο πρώτο άρθρο η δρ. Παπανικολάου θέτει ως θεωρητικό θεμέλιο ολόκληρου του τόμου την αναζήτηση της «Ελληνικότητας» ως κεντρικό άξονα. To «Ελληνικό Μετιέ» δεν αποτελεί ένα σταθερό χαρακτηριστικό, αλλά μια ιστορικά μεταβαλλόμενη αισθητική και ιδεολογική κατασκευή. Η αφετηρία εντοπίζεται στον Περικλή Γιαννόπουλο (σελ. 15-18) και το όραμά του για την ανάδυση μιας «Ελληνικής γραμμής» από το αρχαίο παρελθόν και τη φύση.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στους Νέους Έλληνες Ρεαλιστές, στους οποίους η «Ελληνικότητα» αποκτά κοινωνικό και πολιτικό συγκείμενο, προερχόμενο από το καθημερινό βίωμα και τις κοινωνικές διεκδικήσεις
Η συγγραφέας παρατηρεί την επανανοηματοδότηση της «Ελληνικότητας» κατά τον 20ό αιώνα και ιδίως τη δεκαετία του '30 (σελ.19-26), άλλοτε ως επιστροφή στην παράδοση και άλλοτε ως σύγκρουση με τη νεωτερικότητα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στους Νέους Έλληνες Ρεαλιστές, στους οποίους η «Ελληνικότητα» αποκτά κοινωνικό και πολιτικό συγκείμενο, προερχόμενο από το καθημερινό βίωμα και τις κοινωνικές διεκδικήσεις (σελ. 26-39). Σημαίνοντα ρόλο στο διακύβευμα του ελληνοκεντρισμού έπαιξε ο ιστορικός της τέχνης Μαρίνος Καλλιγάς: οι θέσεις του αποτέλεσαν το ιδεολογικό και αισθητικό υπόβαθρο που επηρέασε κριτικούς, θεσμούς και καλλιτέχνες στη δεκαετία του 1960. Ο Καλλιγάς πρόταξε ένα πρότυπο «εθνικής αλληλουχίας» στη νεοελληνική τέχνη, το οποίο ενίσχυσε την αναζήτηση ελληνικής ταυτότητας στη μορφή και στο θέμα, αλλά ταυτόχρονα στηλίτευσε τον μιμητισμό των διεθνών μοντερνιστικών ρευμάτων. Η μελέτη αναδεικνύει τις επιπτώσεις αυτού του ιδεολογικού πρόσημου στην εικαστική παραγωγή της περιόδου, καθώς και τις αντιφάσεις ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και τον πολιτισμικό αυτοπροσδιορισμό (σελ. 39-45).
Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός και Αφαίρεση στη μεταπολεμική Ελλάδα
Στο δεύτερο κείμενο εξετάζεται η έλευση του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού και ο εικαστικός ρόλος της Αφαίρεσης στη μεταπολεμική Ελλάδα. Αναλύεται το αισθητικό και ιδεολογικό υπόβαθρο της μεταπολεμικής περιόδου ως το σκηνικό σύγκρουσης μεταξύ Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού και μοντέρνων φορμαλιστικών τάσεων.
Η συγγραφέας υπογραμμίζει ότι η Ελληνική Περίπτωση δεν ακολουθεί μιμητικά τα σοβιετικά πρότυπα, αλλά δημιουργεί υβριδικές μορφές, όπου η πολιτική στράτευση, η αφαιρετική αισθητική και η εκφραστική καλλιτεχνική ελευθερία συνυπάρχουν με εντάσεις. Αναφανδόν μας υποδεικνύεται το πώς η τέχνη, σε περιόδους πολιτικής πόλωσης, δρα ως πεδίο ιδεολογικής διαπραγμάτευσης (σελ. 83-86).
Λογοκρισία και δημόσια γλυπτική στη σύγχρονη Ελλάδα
Στο τρίτο πόνημα εξετάζεται το φαινόμενο της λογοκρισίας που ασκείται στη δημόσια γλυπτική στη σύγχρονη Ελλάδα. Τα έργα τέχνης που δημιουργούνται για τον δημόσιο χώρο, υπόκεινται στη βάσανο των μηχανισμών λογοκρισίας ή αποσιώπησης.
Η συγγραφέας δείχνει πως οι εικαστικές αναπαραστάσεις ηρώων δεν αποτελούν απλώς ιστορικές καταγραφές, αλλά συνυφαίνουν τη δημιουργία εθνικών προτύπων στο συλλογικό εθνικό ασυνείδητο.
Αναλύεται πώς η γλυπτική ως δημόσια τέχνη έρχεται σε σύγκρουση με κοινωνικές νόρμες, πολιτικές σκοπιμότητες ή εθνικές φαντασιωσικές αφηγήσεις, οδηγώντας τη θέασή της είτε στην απομάκρυνση είτε στην «αορατότητα» της (σελ. 89-96).
Οι ήρωες στη νεοελληνική εικαστική παράδοση
Η τέχνη για τη συγγραφέα αποτελεί ένα πεδίο μνήμης, ηγεμονίας και δημόσιου λόγου. Οι αρχετυπικές έννοιες των «Ηρώων» ως μορφές στη Νεοελληνική τέχνη του 19ου και του 20ού αιώνα αποτελούν υβριδικές κατασκευές της έννοιας του «’Ηρωα» στη Νεοελληνική εικαστική παράδοση (σελ.105-112).
Η συγγραφέας δείχνει πως οι εικαστικές αναπαραστάσεις ηρώων δεν αποτελούν απλώς ιστορικές καταγραφές, αλλά συνυφαίνουν τη δημιουργία εθνικών προτύπων στο συλλογικό εθνικό ασυνείδητο. Από τον ιδεαλιστικό ηρωισμό του 19ου αιώνα έως τις πιο σύνθετες-περίπλοκες και κριτικές μορφές του 20ού αιώνα, ο ήρωας από «αρχέτυπο» μετατρέπεται σε ιδεολογικό όχημα (σελ.112-116).
Η θεσμική πρόταση της Μελίνας Μερκούρη
Στο πέμπτο άρθρο, η δρ. Παπανικολάου δίνει έμφαση στο πρόγραμμα «Παιδεία και Πολιτισμός», το οποίο καθιέρωσε η Μελίνα Μερκούρη. Στην μελέτη αυτή συνδέεται η τέχνη με την εκπαίδευση και τη μουσειοπαιδαγωγική, εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο τα μουσεία λειτουργούν ως φορείς πολιτισμικής αγωγής, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο εισάγεται ο ανταγωνισμός εντός του σχολικού περιβάλλοντος (σελ.137-144).
Η συγγραφέας μάς δίνει το έναυσμα για να διερωτηθούμε αν και κατά πόσο η πολιτιστική εκπαίδευση δύναται να καλλιεργήσει μια ουσιαστική σχέση με την τέχνη ή αν αναπαράγει θεσμικές πρακτικές.
Ολυμπιακοί Αγώνες, τέχνη και αστικός ιστός
Τα ολυμπιακά έργα τέχνης που δημιουργήθηκαν ή τοποθετήθηκαν στην Αθήνα στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων, εξυπηρετούν συγκεκριμένο ρόλο στον αστικό ιστό και τη συμβολική εικόνα της πόλης. Η τέχνη παρουσιάζεται ως εργαλείο εμπορικής ταυτότητας της πόλης, αλλά και εθνικής προβολής.
Επιχειρείται μια συγκριτική ανάγνωση των δύο Ολυμπιακών στιγμών της Αθήνας και η συγγραφέας μάς παρουσιάζει πώς μεταβάλλεται η αισθητική, η ιδεολογία και ο τρόπος με τον οποίο η Ελλάδα, ως αστικό κράτος, αυτοπαρουσιάζεται στον κόσμο.
Το έκτο κείμενο εξετάζει τον ρόλο της Αθήνας ως πόλης που φιλοξένησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες σε δύο έτερες ιστορικές στιγμές (1896 και 2004 αντίστοιχα), με διαφορετικά πολιτικά συγκείμενα, και τις επιπτώσεις που αυτά είχαν στην τέχνη και στον πολιτισμό (σελ.147-150). Υπογραμμίζεται η σημασία της πολιτισμικής διάστασης των Αγώνων, καθώς και η συμβολή μνημειακών χώρων όπως το Παναθηναϊκό Στάδιο, επίσης αναγνωρίζεται η συμβολή των ευεργετών στην υλοποίηση των μνημείων. Τονίζεται επιπροσθέτως η παραγωγή έργων τέχνης (ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική) και πολιτιστικών δράσεων στην πόλη, οι οποίες αποτύπωσαν τον συνδυασμό αθλητισμού, αισθητικής και ιστορικής μνήμης (σελ.150-155).
Οι αναπαραστάσεις των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα του 1896 και του 2004
Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896 στην Αθήνα εικονογραφήθηκαν από τις ιδεαλιστικές και συμβολικές αναπαραστάσεις του Νικόλαου Γύζη και του Νικηφόρου Λύτρα (σελ. 171-177). Αντίστοιχα, οι αγώνες του 2004 πλαισιώθηκαν από τις επιτελεστικές εικαστικές δράσεις του Δημήτρη Παπαϊωάννου.
Επιχειρείται μια συγκριτική ανάγνωση των δύο Ολυμπιακών στιγμών της Αθήνας και η συγγραφέας μάς παρουσιάζει πώς μεταβάλλεται η αισθητική, η ιδεολογία και ο τρόπος με τον οποίο η Ελλάδα, ως αστικό κράτος, αυτοπαρουσιάζεται στον κόσμο. Από τον ακαδημαϊσμό και την ιστοριοκρατία στην επιτελεστική σύγχρονη τέχνη (σελ.177-180).
Η Ολυμπιακή κληρονομιά στη δημόσια γλυπτική από της Αρχαιοελληνικές φόρμες στον μοντερνισμό
Το όγδοο κείμενο αναλύει τη σύνδεση των Ολυμπιακών Αγώνων με τον Πολιτισμό και ειδικά με τη δημόσια γλυπτική, η οποία διαμορφώθηκε γύρω από κλασικά μορφολογικά πρότυπα και ιδεολογικές αναπαραστάσεις του σώματος και του αθλητισμού (σελ.199-201).
Ωστόσο, η πραγματικότητα που δομείται από την άσκηση της πολιτιστικής πολιτικής, δημιουργεί το φαινόμενο των «Λευκών Ελεφάντων», δηλαδή μεγάλων πολιτιστικών υποδομών, οι οποίες μετά την διοργάνωση μένουν αδρανείς
Παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο τα αισθητικά και ιδεολογικά αρχέτυπα της αρχαιότητας επιβίωσαν στη νεότερη καλλιτεχνική παραγωγή, ακόμη και μέσα στη συνθήκη του μοντερνισμού. Τέλος, αναδεικνύεται η περίπτωση των νέων Ελλήνων καλλιτεχνών ως παράδειγμα επιβίωσης και μετασχηματισμού αυτής της Ολυμπιακής κληρονομιάς στη δημόσια τέχνη (σελ. 205-208).
Το Φαινόμενο των «Λευκών Ελεφάντων»
Με το πέρας των αγώνων του τότε και του σήμερα, παρέμεινε μια πολιτιστική παρακαταθήκη, δηλαδή η δημόσια γλυπτική και οι αθλητικές υποδομές: διερωτάται εύλογα η κυρία Παπανικολάου, εάν και κατά πόσο αυτή η κληρονομιά είναι βιώσιμη και δύναται να διατηρήσει μια ουσιαστική σχέση με την καθημερινή ζωή της πόλης (σελ. 221-225).
Ωστόσο, η πραγματικότητα που δομείται από την άσκηση της πολιτιστικής πολιτικής, δημιουργεί το φαινόμενο των «Λευκών Ελεφάντων», δηλαδή μεγάλων πολιτιστικών υποδομών, οι οποίες μετά την διοργάνωση μένουν αδρανείς (σελ. 225-227) Η συγγραφέας ασκεί κριτική στην κεντρική διοίκηση για την απουσία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού.
Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης: Το διακύβευμα της αστικής ανάπλασης στις πόλεις
Σε αυτή τη μελέτη εξετάζεται ο θεσμός της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης υπό το πρίσμα της ευρωπαϊκής πολιτιστικής πολιτικής και εντοπίζεται ο σύνθετος χαρακτήρας αυτού του πλαισίου. Δεν πρόκειται για ένα απλό πολιτιστικό γεγονός, αλλά για ένα εργαλείο που μπορεί να ενισχύσει την ευρωπαϊκή πολιτιστική ταυτότητα, τη διαπολιτισμική διάδραση και τη συνεργασία μεταξύ των κρατών.
Ο πολιτισμός αναγνωρίζεται ως ο βασικός πυλώνας για την ανάπτυξη μιας «ήπιας πολιτικής» που θα μπορούσε να βοηθήσει στην κοινωνική συνοχή και στην αναγνώριση των κοινών ευρωπαϊκών βασικών αξιών. Οι πόλεις που φέρουν τον τίτλο μπορούν να παίξουν τον ρόλο του υποδοχέα του πολιτισμικού και αστικού επανασχεδιασμού. Σε τοπικό επίπεδο ο θεσμός μπορεί να αναδείξει την τοπική πολιτιστική παραγωγή, να προβάλλει και να δώσει βήμα σε εγχώριους δημιουργούς, ενώ παράλληλα να ενισχυθεί μακροπρόθεσμα η πολιτιστική κληρονομιά (σελ.234-240).
Το ανθρωπιστικό και πολιτισμικό πνεύμα που θεμελίωσε το Ολυμπιακό ιδεώδες είναι αμφίβολο αν διατηρείται μέχρι σήμερα ανόθευτο.
Ο θεσμός, όμως, φέρει εντός του αρκετές αντιφάσεις, όπως η τάση της καπιταλιστικής πρακτικής του υποβιβασμού του πολιτισμού σε εμπορικό προϊόν και η ανάδειξη της οικονομικής και τουριστικής εκμετάλλευσης σε στόχο πρωτεύουσας σημασίας. Η βιωσιμότητα του θεσμού μπορεί να επιτευχθεί, εάν και εφόσον βρεθεί μια ισορροπία μεταξύ των ευρωπαϊκών στρατηγικών επιδιώξεων και των τοπικών πολιτιστικών αναγκών (σελ. 241-242).
Ολυμπιακό αγωνιστικό πνεύμα και εμπορευματοποίηση: Η κριτική εξέταση του Ολυμπιακού κινήματος
Στην τελευταία μελέτη εξετάζεται το εάν και κατά πόσο το Ολυμπιακό Αγωνιστικό Πνεύμα έχει μολυνθεί από την εμπορευματοποίηση του ίδιου του θεσμού. Φαίνεται να εμφιλοχωρεί μια αντίφαση ανάμεσα στην ιδεαλιστική αντίληψη για το τι είναι το «Ολυμπιακό Πνεύμα» σε σχέση με τα σύγχρονα καπιταλιστικά εμπορικά και επικοινωνιακά προτάγματα: τον ρόλο του διάμεσου παίζει η Τέχνη, η οποία χρησιμοποιείται ως ένα εργαλείο προβολής.
Η αρχική ιδεολογική βάση του Ολυμπιακού κινήματος διαμορφώθηκε από το ιδεαλιστικό όραμα του Πιερ ντε Κουμπερτέν και τη συζήτηση γύρω από τον ρόλο της σωματικής και ηθικής αγωγής στη διαμόρφωση του νέου ανθρώπου κατά τον 19ο αιώνα. Συνδέθηκε ο αθλητισμός με την παιδεία και την ηθική καλλιέργεια, καθώς και η αξία της αριστείας, της διεθνούς κατανόησης και των ίσων ευκαιριών, στοιχεία που διαφοροποίησαν τους Ολυμπιακούς Αγώνες από άλλα διεθνή αθλητικά γεγονότα. Το ανθρωπιστικό και πολιτισμικό πνεύμα που θεμελίωσε το Ολυμπιακό ιδεώδες είναι αμφίβολο αν διατηρείται μέχρι σήμερα ανόθευτο (σελ. 247-252).
Εν κατακλείδι, ο τόμος θέτει ποικίλα διερωτήματα και δίνει απαντήσεις με πρόσημο ότι η Τέχνη αποτελεί μια ιδεολογική, πολιτική, αλλά και θεσμική κονίστρα. Η «Ελληνικότητα» ως ταυτότητα δύναται να διαμορφωθεί μέσα από ιδεολογικές συγκρούσεις και επαναδιαπραγματεύσεις, ενώ αντίστοιχα τα σημαίνοντα πολιτιστικά πεπραγμένα, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες, αναδεικνύουν τις ενυπάρχουσες δυνατότητες, αλλά και τις διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής και όχι μόνο πολιτιστικής πολιτικής.
*Ο ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΣΙΟΠΟΥΛΟΣ είναι εκπαιδευτικός εικαστικών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και υποψήφιος διδάκτορας στο ΑΠΘ με αντικείμενο τη σχέση τέχνης, τοπικής ιστορίας και ΛΟΑΤΚΙ+ ορατότητας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Παναγιώτα Μ. Παπανικολάου σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Συνέχισε τις σπουδές της στις Τέχνες και στην Πολιτισμική Διαχείριση στο Λονδίνο. Είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και διδάσκει σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Ελλάδας. Ασχολείται ερευνητικά με την Ιστορία της Τέχνης και τη Διαχείριση του Πολιτισμού.
Δημοσίευσε πολλές μελέτες σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, όπως και τα βιβλία: Athens 2004: The legacy of the cultural Olympiad (Scholars’ Press, Saarbruecken 2015), Μουσεία, μνήμη και κληρονομιά στην Ελλάδα. Η Πολιτιστική Ολυμπιάδα 2004 (Θεσσαλονίκη 2017, Επίκεντρο), Η πολιτιστική πολιτική και οι πολιτιστικοί θεσμοί στην Ελλάδα (19ος-21ος αιώνας). Συμβολή στη μελέτη των θεσμών της Ιστορίας της Τέχνης (Θεσσαλονίκη 2019, εκδ. Επίκεντρο), Οι ιδεολογικές, οι κοινωνικές και οι οικονομικές συνθήκες παραγωγής της Τέχνης στην μεταπολεμική Ελλάδα. Από το Σχέδιο Μάρσαλ στην οικονομική κρίση (Θεσσαλονίκη 2022, εκδ. Επίκεντρο).






















