
Για το βιβλίο της Ειρήνης Βλάχου «Το άσυλο» (εκδ. Αντίποδες). Εικόνα: Wikimedia Commons.
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Το καλοκαίρι του 2025 αναστέλλεται η πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου για άτομα που έφταναν στη χώρα με πλωτό μέσο από τη Βόρεια Αφρική. Τα άτομα αυτά είτε επαναπροωθούνταν προς τις χώρες καταγωγής τους είτε κρατούνταν σε κλειστές δομές χωρίς καμία πολιτική υποδοχής και ένταξης, γεγονός που παραβιάζει βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Την ίδια περίοδο, με τον νόμο Πλεύρη, η παράνομη παραμονή μετατρέπεται σε αυτοτελές ποινικό αδίκημα και τιμωρείται με φυλάκιση χωρίς αναστολή, ενώ και η ίδια η συγγραφέας, όπως αναφέρει, θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να θεωρηθεί υπόλογη για παρεμπόδιση κρατικής πολιτικής στο μεταναστευτικό και να φυλακιστεί. Η υιοθέτηση όρων όπως «λαθρομετανάστης» στον επίσημο δημόσιο λόγο είναι ενδεικτική της μετατόπισης που έχει συμβεί ως προς τη διαχείριση του ζητήματος.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το 2013 ιδρύθηκε η υπηρεσία ασύλου και η Αρχή Προσφύγων ώστε η χώρα μας να συμμορφωθεί με το πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την αισιοδοξία που δημιουργήθηκε όμως ήρθε να διαψεύσει η επιχείρηση Ξένιος Δίας στο κέντρο της Αθήνας και η δημιουργία των στρατοπέδων κράτησης μεταναστών στην περιοχή της Αμυγδαλέζας. Το 2015 κλιμακώνεται ο πόλεμος στη Συρία και μαζί με τους πρόσφυγες ήρθαν και οι ΜΚΟ. Το 2016 κλείνουν τα σύνορα και υπογράφεται η συμφωνία Τουρκίας-ΕΕ με αποτέλεσμα η Ελλάδα να πάψει να λειτουργεί ως χώρα διέλευσης, ενώ το 2017 λήγει το πρόγραμμα μετεγκατάστασης προσφύγων και οι αιτούντες άσυλο εγκλωβίζονται στη χώρα σε στρατόπεδα κράτησης που λειτουργούν σαν άτυπες φυλακές.
Ένα βιβλίο γροθιά στο στομάχι
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ειρήνη Βλάχου, δικηγόρος με ειδίκευση στην κοινωνιολογία του Δικαίου, ασχολείται με το προσφυγικό ως δικηγόρος ασύλου βοηθώντας στην καταγραφή αιτημάτων ασύλου αλλά και στην προετοιμασία για τη συνέντευξη καθώς και σε υποθέσεις που σχετίζονται με τη Συνθήκη του Δουβλίνου, με προσωπικό στόχο να βοηθήσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους να αποφύγουν τον εγκλεισμό τους στα στρατόπεδα κράτησης. Μέσα σε μια δουλειά που δεν γνωρίζει ωράρια, τελικά βρίσκει χρόνο να καταγράψει τις πολύτιμες εμπειρίες της από την εργασία της στο πεδίο προσφέροντάς μας ένα βιβλίο που είναι γροθιά στο στομάχι.
Τα δύο πιο αποκαλυπτικά κεφάλαια του βιβλίου είναι αυτό που αφορά τη διαδικασία της συνέντευξης και αυτό που έχει να κάνει με την ευαλωτότητα. Η συνέντευξη είναι μια εξαιρετικά κρίσιμη και καθοριστική διαδικασία γιατί από αυτή θα κριθεί η απόκτηση κάρτας ασύλου που, εκτός των άλλων, θα επιτρέψει στον αιτούντα την απόκτηση βασικών δικαιωμάτων, όπως την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας. Ταυτόχρονα, όμως, αποτελεί και μια μοναδική στιγμή γιατί ο πρόσφυγας δικαιούται να αφηγηθεί την ιστορία του και το κράτος είναι υποχρεωμένο να την ακούσει.
Όπως αναφέρει η Βλάχου, το ελληνικό κράτος γνωρίζει πολύ περισσότερα πράγματα για τους μετανάστες και τις μετανάστριες απ’ όσα γνωρίζει για τους πολίτες του. Το θέμα της ευαλωτότητας είναι εξίσου κρίσιμο αφού για να πάρεις αυτό που δικαιούσαι πρέπει να δείχνεις όσο το δυνατόν πιο ευάλωτος, μας λέει η συγγραφέας. Η ευαλωτότητα παύει να είναι κατάσταση και γίνεται προϋπόθεση απόκτησης κάρτας ασύλου με αποτέλεσμα οι μετανάστες να προκαλούν οι ίδιοι ευαλωτότητα στον εαυτό τους, με εγκυμοσύνη ή αυτοτραυματισμούς, αφού «η προσφυγική κατάσταση δεν τεκμηριώνεται πια από το ίδιο το ταξίδι» ως όφειλε, σύμφωνα με τη συνθήκη της Γενεύης.
Η ποσοτικοποίηση της εργασίας στο πεδίο του ασύλου αντανακλά το ευρύτερο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο που μετατρέπει ακόμη και τη φροντίδα σε μετρήσιμο παραδοτέο, ενώ αυτό που θα έπρεπε να μετρά είναι η ποιότητα
Η συγγραφέας σκιαγραφεί το οικοσύστημα των οργανώσεων, το οποίο συγκροτείται από ένα ανομοιογενές σύνολο επαγγελματιών με διαφορετικές επαγγελματικές και ιδεολογικές αφετηρίες, από ανθρώπους που εκτελούν γραφειοκρατικά τη δουλειά τους, χωρίς ευαισθησία και γνώση προσέγγισης των αιτούντων, έως φιλόδοξους καριερίστες που επιδιώκουν την ανέλιξή τους στον χώρο και οραματίζονται διευθυντικές θέσεις με υψηλές απολαβές. Οι ΜΚΟ λειτουργούν σαν εταιρείες που απαιτούν από τους εργαζόμενους ποσότητα διευθέτησης υποθέσεων. Η ποσοτικοποίηση της εργασίας στο πεδίο του ασύλου αντανακλά το ευρύτερο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο που μετατρέπει ακόμη και τη φροντίδα σε μετρήσιμο παραδοτέο, ενώ αυτό που θα έπρεπε να μετρά είναι η ποιότητα, την ίδια στιγμή που οι μάνατζερ αποδεικνύονται ανίκανοι να στηρίξουν πραγματικά τους ανθρώπους που εργάζονται στο πεδίο.
Η εικόνα που επικρατεί στο πεδίο
Η συγγραφέας καταφέρνει μέσα σε τόσο λίγες, αλλά πυκνές σελίδες, να μεταφέρει στον αναγνώστη την εικόνα που επικρατεί στο πεδίο και μεταδίδει μια πληθώρα συναισθημάτων, από την απόλυτη φρίκη, όταν για παράδειγμα περιγράφει την ιστορία μιας προσφύγισσας θύματος τράφικινγκ και συστηματικών βιασμών που αναγκάστηκε να πασαλειφτεί με τα περιττώματά της προκειμένου να αποφύγει έναν ακόμα βιασμό, έως την ανακούφιση για την προστασία που πρόσφερε μαζί με άλλους συνεργάτες της σε μια νεαρή Κούρδισσα η οποία τελικά κατόρθωσε να φύγει για τη Γερμανία και μάλιστα σε ώρα μη εργασίας.
Ακόμα και χαρά και αυθόρμητο γέλιο νιώθει ο αναγνώστης σε αρκετές περιπτώσεις, όπως σε αυτή του ράπερ από το Ιράν που κατόρθωσε να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας μιλώντας με φοβερή ένταση και σαφήνεια ή στην περίπτωση του άθεου Ιρανού που είχε πάει στη συνέντευξη ντυμένος σαν γαμπρός και απογοητεύτηκε όταν είδε τη Βλάχου ντυμένη σαν τον λέτσο με σακίδιο και παντελόνι, αλλά την κέρασε παρόλα αυτά τυρόπιτα. Η συγκίνηση είναι διάχυτη στο βιβλίο, όπως για παράδειγμα στο σημείο που περιγράφει την κομβική στιγμή που οι πρόσφυγες καταφέρνουν να υπερβούν την καχυποψία τους απέναντί της μ’ ένα αστείο που έχουν προετοιμάσει απ’ το σπίτι. Όλα αυτά τα συναισθήματα προκύπτουν αβίαστα, γιατί η διαδικασία είναι τόσο έντονη για όσους τη ζουν από μέσα ώστε η Βλάχου δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να μεταφέρει με ενάργεια όσα νιώθει και η ίδια. Η συνειδητοποίηση ότι ακόμα και μες στον ζόφο μπορεί να επιτευχθούν μικρές νίκες που να έχουν νόημα είναι ανακουφιστική για τον αναγνώστη.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες στην ίδια σειρά με τα Το ρεπορτάζ της Ελίζας Τριανταφύλλου και Η φυλακή του Τάσου Θεοφίλου.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Η στρόφιγγα που είχε ανοίξει το 2016 με τη νομική χρήση της ευαλωτότητας κλείνει, έτσι, οριστικά. Το πρόβλημα είναι όμως η στρόφιγγα η ίδια. Από τη στιγμή που φτιάχτηκε, θα ανοίγει και θα κλείνει κατά βούληση από τα κράτη. Κι όχι μόνο από τα κράτη, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Η στρόφιγγα κλείνει και ανοίγει ανάλογα με τις διαθέσεις της λεγόμενης αγοράς: Θέλουν μετανάστες με χαρτιά και εργασιακά δικαιώματα ή χωρίς χαρτιά και παραπήγματα για τόπους διαμονής; Πόσους νόμιμους και πόσους παράτυπους; Η άδεια παραμονής, άλλωστε, πάντοτε συνοδευόταν από την εργασία, από την πρόσληψη σε κάποια δουλειά ή από κάποια υποσχετική βεβαίωση. Παραδοσιακά, οι αγρότες ζητούσαν εποχικούς εργαζόμενους και στη συνέχεια μαζί τους συντάχθηκαν οι βιομήχανοι του τουρισμού, που χρειάζονται από λατζέρηδες και καθαρίστριες ώς και εργαζόμενες στις υπηρεσίες της φροντίδας. Όλοι αυτοί ζητάνε εργάτες, κάποιους με χαρτιά και κάποιους χωρίς. Και το κράτος φροντίζει γι’ αυτούς, φροντίζει ώστε η μετάκληση εργαζομένων με εποχική βίζα να είναι μια αργή γραφειοκρατική διαδικασία με πολλαπλούς ελέγχους και περιορισμούς και ελάχιστα αποτελέσματα, ενώ παράλληλα φροντίζει να είναι αρκετοί αυτοί που δεν έχουν χαρτιά αλλά έχουν άφθονη απελπισία ώστε να κλειστούν στα υπόγεια των ξενοδοχείων και στις παράγκες των χωραφιών, δουλεύοντας και ζώντας σχεδόν αόρατοι. Όλοι αυτοί για πολλά χρόνια κρατιόντουσαν από κάποιες προσωρινές «άδειες παραμονής» ή από ελπίδα ότι θα υπάρξει μια ρύθμιση γι’ αυτούς. Με τον τελευταίο νόμο Πλεύρη θα βρίσκονται πλέον κατηγορούμενοι για το ποινικό αδίκημα της παράνομης παραμονής.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ειρήνη Βλάχου γεννήθηκε το 1978 στη Λιβαδειά, μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα.

Ζει στην Αθήνα με τα παιδιά της και δουλεύει σαν δικηγόρος.






















