
Για τη μελέτη του Δάνη Κουμασίδη «Ο κενός καθρέφτης και η πολιτική του μη ωραίου – Αισθητικό και πολιτικό στον μεταμοντερνισμό» (εκδ. Κέδρος). Εικόνα: Από την ταινία «Ζωντανή μετάδοση: The Truman Show» (1998).
Γράφει η Σοφία Ιακωβίδου
Τι είναι μεταμοντερνισμός; Υπάρχει η εύκολη απάντηση, η αποφατική, τι δεν είναι: δεν είναι οι μεγάλες αφηγήσεις, δεν είναι οι μεγάλες Αλήθειες, δεν είναι τα ολοποιητικά σχήματα, δεν είναι η καθαρότητα ή η αναπαράσταση κ.ά. Υπάρχει και η πιο εύκολη ή άμεση: είναι η αβεβαιότητα, η απροσδιοριστία, η αποσπασματικότητα, η ειρωνεία, ο παραλογισμός, δηλαδή οι μη ενιαίοι ή καθολικοί ορισμοί ή προσδιορισμοί. Εξάλλου, εκτείνεται σε μια πληθώρα χώρων και πρακτικών νοήματος, επομένως ο όποιος ορισμός θα έχριζε αυτομάτως ποικίλων κατηγοριοποιήσεων. Μόνο που ο μεταμοντερνισμός αποστρέφεται τις κατηγοριοποιήσεις ή τα εύκτακτα συρτάρια της σκέψης. Κι εδώ ακριβώς έγκειται, εντός της υποτιθέμενης εύκολης ή άμεσης απάντησης στο ερώτημα του τι εντέλει είναι αυτό το φαινόμενο ή κατάσταση, η δυσκολία της.
Το βιβλίο του Δάνη Κουμασίδη Ο κενός καθρέφτης και η πολιτική του μη ωραίου, ωστόσο, προτού μιλήσει για το ζήτημα, το δείχνει, στο εξώφυλλό του: είναι ο κενός καθρέπτης, κοντολογίς η άρνηση της αναπαράστασης. Κι αρκεί να γυρίσουμε από το εξώφυλλο στο οπισθόφυλλο, όπως συνήθως κάνουμε όταν πιάνουμε ένα βιβλίο στα χέρια μας, για να μας γαζώσουν κι από κει εντελώς έκκεντρα, διαγωνίως και πλαγίως τοποθετημένες, ποικίλες αποφάνσεις, που καθεμιά τείνει να δώσει τη δέουσα απάντηση. Μόνο που κι αυτές τέμνονται μεταξύ τους, διαγκωνιζόμενες για την πρωτοκαθεδρία στο πεδίο των ορισμών: θραυσματικό, έκκεντρο υποκείμενο, σχετικισμός, αισθητική ως το άλλο όνομα της ηθικής και το αντίστροφο, κουλτούρα αντί φύσης, άκρατη αισθητικοποίηση, άρνηση του κανονιστικού, ομοιώματα και επιφάνειες, ριζική ενδεχομενικότητα, πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού, τυχαιότητα και αστάθμητο. Αντιφάσεις επί αντιφάσεων, όπως το θέτει μια από αυτές τις φράσεις που μάλλον όχι τυχαία μπαίνει κάτω κάτω σαν πλάγιός τους καταληκτικός σχολιασμός. Ο μεταμοντερνισμός δεν φοβάται τις αντιφάσεις, τις γιορτάζει.
«Έρχομαι σε αντίφαση με τον εαυτό μου; ναι, έρχομαι σε αντίφαση με τον εαυτό μου. Είμαι ευρύς, περιέχω πολλαπλότητες». Αν δεν επρόκειτο για τον περίφημο στίχο του Ουόλτ Ουίτμαν, το μικρόφωνο θα έμοιαζε να το κρατάει ο μεταμοντερνισμός. Αυτές τις πολλαπλότητες είναι που εξερευνά το χορταστικό αυτό βιβλίο, το πολυσέλιδο, που όμως δεν πλατειάζει καθόλου, δεν καθυστερεί τον αναγνώστη του, δεν δίνει ανισομερώς έμφαση σε κάποια από τις πλευρές του ζητήματος, δεν είναι καταχρηστικό σε κανένα επίπεδο. Αν και η βιβλιογραφία του είναι θηριώδης, οι τίτλοι δεν είναι εκεί δίκην μιας ακόμη αναφοράς, αλλά γνήσιου ενδιαφέροντος για κάλυψη κάθε όψης του ζητήματος, κάθε πιθανής άποψης που μπορεί να αποβεί ουσιαστική.
Φυσικά, μια τέτοια επισκόπηση, δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει αλλιώς παρά χαράσσοντας μια μικρή γενεαλογία. Εδώ ο αναγνώστης πέρα από μια σειρά χρονολογιών για το πότε εκκινεί το φαινόμενο, θα βρει και μια γκάμα απόψεων, όπως εκείνην του Scott Lash στο Κοινωνιολογία του μεταμοντερνισμού, όπου υποστηρίζεται ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια συνθήκη, κατάσταση ή ιδιαίτερη κοινωνική φάση, αλλά με ένα ζήτημα που συλλαμβάνεται σε επίπεδο κουλτούρας και συνδέεται με την ανάδυση μιας νέας μεσαίας τάξης με υψηλή μόρφωση και πρόσβαση στην πληροφορία και τη γνώση. Ο εμβληματικός ως προς το ζήτημα Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ εισηγείται το 1979 τη «μεταμοντέρνα κατάσταση», υπό την έννοια της έλευσης μιας εποχής που μπορεί να ονομαστεί μεταβιομηχανική για τις κοινωνίες και μεταμοντέρνα για τον πολιτισμό.
Το μεταμοντέρνο εμφανίζεται αρχικά συνδεόμενο με την αντικουλτούρα της τέχνης της δεκαετίας του 1960, και το 1970 συντάσσεται με τη μεταστρουκτουραλιστική προσέγγιση. Απορρίπτει την εμπειρική ιδέα πως η γλώσσα μπορεί να αναπαραστήσει την πραγματικότητα.
Γενικότερα, σε μια σχηματική επισκόπηση, η συζήτηση περί μεταμοντέρνου ξεκινά με κάποιες σχετικές νύξεις στον αγγλόφωνο κόσμο, περνά στη γαλλική σκέψη του β΄μισού του 20ού αι (με προεξάρχοντες τους Λιοτάρ και Μποντριγιάρ, αλλά και ορισμένες όψεις της συλλογιστικής του Μπαρτ, του Ντεριντά, του Ντελέζ και του Φουκό) και κατόπιν επανέρχεται στον αγγλόφωνο κόσμο για μια σύνοψη ή συγκεφαλαίωση, λαμβάνοντας και τη μορφή του νεοπραγματισμού στον Ρίτσαρντ Ρόρτι. Το μεταμοντέρνο εμφανίζεται αρχικά συνδεόμενο με την αντικουλτούρα της τέχνης της δεκαετίας του 1960, και το 1970 συντάσσεται με τη μεταστρουκτουραλιστική προσέγγιση. Απορρίπτει την εμπειρική ιδέα πως η γλώσσα μπορεί να αναπαραστήσει την πραγματικότητα. Για την ακρίβεια, ο λόγος και το υποκείμενό του τινάζονται στον αέρα (σκεφτόμαστε τον Μπέκετ ή τον Ναμπόκοφ). Είναι ίσως η σισύφεια προσπάθεια της τέχνης να υπερβεί τα όριά της, να τα επανακαθορίσει, τόσο εκείνα, όσο και τις καταβολές της, όπως λέει ο Δάνης Κουμασίδης. Από το δεύτερο μισό του 20ού αι. κ.ε. η ρευστότητα αποτελεί τη νέα μορφή σταθερότητας, όπως είχε επισημάνει ο Λιοτάρ, κι αυτό δεν αφορά μόνο στην τέχνη, αλλά σε κάθε χώρο, από την εργασία έως την ιδεολογία (το ρήγμα μεταξύ των διακηρύξεων και των πραγματώσεών της, τουτέστιν η αποτυχία της) ή την επιστημονική γνώση.
Το πρόθεμα «μετά-» και η σημασία του
Το ίδιο το πρόθεμα «μετα-» είναι λιγότερο χρονικό ή αξιακό, και περισσότερο δηλώνει το μεταβατικό μιας περιόδου ή ενός στιλ, το μεταίχμιο, την καμπή. Η διάκριση μεταξύ μετανωτερικότητας και μεταμοντερνισμού εδράζεται σε τεχνοτροπίες ή κινήματα σχετιζόμενα με τη λογοτεχνία, τα εικαστικά ή την αρχιτεκτονική, κοντολογίς αναφέρεται σε απόψεις του αισθητικού στοχασμού πάνω στη φύση της νεοτερικότητας. Από την άποψη αυτή ο μεταμοντερνισμός θα μπορούσε να νοηθεί ως κάτι επιμέρους, μια ορισμένη διάσταση της μετανεωτερικότητας. Ο Άντονι Γκίντενς προτιμά τον όρο «ριζοσπαστικοποιημένη νεωτερικότητα». Για τον Φρέντρικ Τζέιμσον πάλι, είναι το αρνητικό αποτύπωμα του μοντέρνου, η ειρωνεία, η γελοιοποίησή του, ή η εξάλειψη και ο μαρασμός του.
Ο μοντερνισμός είχε κάνει το Λόγο να μοιάζει ο νέος βασιλιάς στη θέση του Θεού, ο μεταμοντερνισμός αντιδρά σε τέτοιες θεοποιήσεις. Κάποιοι κάνουν λόγο για ύστερη νεωτερικότητα, άλλοι, όπως ο Λικ Φερί, τον αποκαλούν ultra-modernisme, έναν παροξυσμό του μοντέρνου.
Αντιστοίχως, για ριζοσπαστικοποίηση κάνει λόγο ο Simon Malpas, υπό την έννοια ότι η καταγωγική σχέση του μοντερνισμού από τη λογοτεχνία ορίζει το μεταμοντέρνο ως μια περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησή του, δηλ. ως ακόμη εντονότερο καλλιτεχνικό πειραματισμό. Όταν μάλιστα αυτός ο πειραματισμός γενικεύεται, καταφέρνει να αποκτήσει και πολιτική σημασία. Σε κάθε περίπτωση το πολιτισμικό προϊόν αναδεικνύεται σε κεντρικό δείκτη-όργανο ερμηνείας του κοινωνικού γίγνεσθαι. Έτσι ερχόμαστε πάλι στον Νίτσε και την περίφημη διατύπωσή του για την αισθητική ως ηθική του μέλλοντος. Δεν επιδιώκεται μια παλινόρθωση του ανορθολογισμού αλλά μια αναδιάταξη του ορθολογισμού στις ύστερες εξελίξεις στην τέχνη, την επιστήμη, τη φιλοσοφία, την κοινωνία.
Ο μοντερνισμός είχε κάνει το Λόγο να μοιάζει ο νέος βασιλιάς στη θέση του Θεού, ο μεταμοντερνισμός αντιδρά σε τέτοιες θεοποιήσεις. Κάποιοι κάνουν λόγο για ύστερη νεωτερικότητα, άλλοι, όπως ο Λικ Φερί, τον αποκαλούν ultra-modernisme, έναν παροξυσμό του μοντέρνου. Βέβαια και η νεωτερικότητα, παρά την πίστη της στην ιστορικότητα και την πρόοδο, προσπαθεί να ενσωματώσει και τις εσωτερικές αμφισβητήσεις της. Αντίθετα, στο μεταμοντέρνο η ριζική ενδεχομενικότητα προκρίνεται έναντι της ιστορικότητας και της κανονιστικότητας, καθώς πρυτανεύουν το παιγνιώδες, το τυχαίο, η αισθητική. Εκείνο πάντως που είναι σημαντικό, σημειώνει ο Κουμασίδης, είναι πως με το πρόθεμα μετά- δεν εννοούμε τη στρατευμένη τέχνη, ούτε τη μαζική, αποχαυνωτική κουλτούρα του δυτικού κόσμου, αλλά τη μεταβατική, ενδιάμεση κατάσταση, όπου ένα έργο δεν έχει ολοκληρωθεί, ενώ σε ιστορικοπολιτικό επίπεδο το μετά- αναφέρεται στην κριτική/εξάντληση του μοντερνισμού, την εμφάνιση του μεταποικιακού λόγου, την παγκοσμιοποίηση, τις κρίσεις και υφέσεις του καπιταλισμού.
Το μεταμοντέρνο κατά τον Φρέντρικ Τζέιμσον
Φυσικά, όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να αφήσουν αδιάφορους τους μαρξιστές, και πρώτον τον Τζέιμσον. Γι’ αυτόν το μεταμοντέρνο είναι ένα αποθησαύρισμα αλλαγών και αλλοιώσεων. Το φοβερό βέβαια είναι ότι η ίδια η διακήρυξη για την εξάλειψη των μεγάλων αφηγήσεων πραγματώνεται με αφηγηματικά μέσα. Το μεταμοντέρνο, λέει ο Τζέιμσον, υπόσχεται «με τη σκοτεινή ή ευοίωνη ασάφειά του, την απαλλαγή μας από οτιδήποτε μας έχει γίνει πλέον βαρετό, περιοριστικό ή ελάχιστα ικανοποιητικό στα όσα γνωρίζαμε περί μοντερνισμού και νεότερης εποχής». Ο Τζέιμσον τονίζει ότι η ανάλυσή του είναι περισσότερο ιστορική παρά αισθητική. Για την πρώτη το μεταμοντέρνο είναι ένα ακόμη στιλ ανάμεσα σε άλλα, για τη δεύτερη αποτελεί την πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού. Στη δεύτερη αυτήν περίπτωση η συμπλοκή αισθητικού-πολιτικού είναι εντονότερη.
Ομοίως, στη διερώτηση του Τζέιμσον αν «μπορούμε πράγματι να εντοπίσουμε ορισμένες "στιγμές αλήθειας" μέσα στις μάλλον εμφανείς "στιγμές πλάνης"», ο Κουμασίδης απαντά ότι αυτές οι μεταμοντέρνες στιγμές «πλάνης» είναι πέρα ως πέρα ενσυνείδητες.
Ο Κουμασίδης ωστόσο τολμά να στέκεται σκεπτικιστικά απέναντι στο γεγονός ότι ο Τζέιμσον εντοπίζει ηθικές κρίσεις στην πρώτη περίπτωση και μια πιο ρεαλιστική προσπάθεια πραγμάτευσης του παρόντος εντός του ιστορικού χρόνου στη δεύτερη. Υποστηρίζει ότι ο αισθητισμός επιδιώκει ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που διαπιστώνει ο Τζέιμσον, τουτέστιν αρνείται συστηματικά όλες τις ηθικές διακείμενες. Επίσης, ως προς την άποψη του διανοητή πως «αν το μεταμοντέρνο είναι ιστορικό φαινόμενο, τότε η απόπειρα να εννοηθεί με όρους ηθικών ή ηθικολογικών κρίσεων πρέπει, τελικά, να θεωρηθεί λογικό σφάλμα», ο Κουμασίδης κρίνει πως κάτι τέτοιο βρίσκεται εν κενώ, καθώς το μεταμοντέρνο αναιρεί προγραμματικά τέτοιου τύπου κρίσεις. Ομοίως, στη διερώτηση του Τζέιμσον αν «μπορούμε πράγματι να εντοπίσουμε ορισμένες "στιγμές αλήθειας" μέσα στις μάλλον εμφανείς "στιγμές πλάνης"», ο Κουμασίδης απαντά ότι αυτές οι μεταμοντέρνες στιγμές «πλάνης» είναι πέρα ως πέρα ενσυνείδητες. Είναι πολύ ωραίο ότι η μελέτη ενός τέτοιου εγγενώς σκεπτικιστικού ζητήματος, φέρνει τον συντάκτη της σε τέτοια γόνιμη συνομιλία με τα ινδάλματα της γνωσιακής του ηδονής.
- Διαβάστε επίσης: Ιορδάνης Κουμασίδης: «Οι μεγάλες αφηγήσεις υποκαταστάθηκαν από τις υποκειμενικές αλήθειες»
Τα είδη του μεταμοντερνισμού
Ο μεταμοντερνισμός, όπως λέει ο Τέρι Ίγκλετον, «είναι σκεπτικός απέναντι στην αλήθεια, την ενότητα και την πρόοδο, αντιτίθεται σε αυτό που θεωρεί ελιτισμό στην κουλτούρα, τείνει προς τον πολιτισμικό σχετικισμό και υμνεί τον πλουραλισμό και την ετερογένεια». Γενικότερα, προκρίνει τη σύγχυση υψηλής και χαμηλής κουλτούρας, αλλά και εκείνη μεταξύ τέχνης και καθημερινής ζωής. Μια άλλη διάσταση που αξίζει να αναφερθεί, είναι ότι μπορεί επίσης να γίνει η διάκριση μεταξύ ενός αριστερού ή κριτικού μεταμοντερνισμού, όπου δίνεται έμφαση στην επανασύνδεση μεταξύ αισθητικού και πολιτικής/κοινωνικής δράσης, επουδενί στρατευμένω τω τρόπω, αλλά πιο παιγνιωδώς, και ενός δεξιόστροφου μεταμοντερνισμού, που είναι περισσότερο συνδεδεμένος με την καταναλωτική κυριαρχία.
Αυτήν τη διάκριση μεταξύ ενός προοδευτικού και ενός συντηρητικού μεταμοντερνισμού ενστερνίζεται και ο Hal Forster, δηλαδή την ανάγκη διάκρισης μεταξύ μιας νέας τέχνης ή αισθητικής με κριτική λειτουργία απέναντι στην παντοδυναμία του οικονομικού συστήματος, της εμπορευματοποίησης, της αισθητικής της αγοράς. Τέλος, ας σημειωθεί ότι και η περίπτωση του Ντεριντά έφερε πιο κοντά αμερικάνους και γάλλους μελετητές του ζητήματος, με τις απόψεις του περί διασποράς του νοήματος, ανοιχτότητας στην ερμηνεία, γλωσσικών παιγνίων, ολικής κειμενικότητας κ.ά., αν και ο ίδιος ουδέποτε αυτοπροσδιορίστηκε ως μεταμοντέρνος.
Η μεταμοντέρνα πολιτική
Αν λοιπόν ο μοντερνισμός αποτέλεσε τη συγκρότηση του κόσμου σε μορφή, ο μεταμοντερνισμός τι ακριβώς συνιστά, διερωτάται συμπερασματικά ο Κουμασίδης. Εντέλει, ο μεταμοντερνισμός αρνούμενος αυτήν τη συγκρότηση ή την ερμηνεία, καταφάσκει απλώς στον ανορθολογισμό ή αποτελεί, με τις πολλαπλές του εννοιολογήσεις, μια έκφραση αναστοχαστικότητας και πλουραλισμού; Από αισθητικής πλευράς, θα λέγαμε ότι καταργεί τις τελεολογικές διακρίσεις μεταξύ τέχνης και ζωής, μορφής και περιεχομένου, υποκειμένου και αντικειμένου, νοήματος και ερμηνείας. Μεγάλη έμφαση σε αυτό το βιβλίο, που έχει όλες τις προδιαγραφές για να γίνει, τηρουμένων των αναλογιών, ένα μπεστ-σέλερ στο χώρο της θεωρίας, δίνει ο Κουμασίδης στις συγκλίσεις αισθητικής και πολιτικής εντός αυτής της μεταμοντέρνας κατάστασης.
Θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια μελέτη που πετυχαίνει να δείξει με τον ίδιο τον τρόπο που έχει συντεθεί την αναίρεση της διάκρισης μεταξύ μορφής και περιεχόμενου, που είναι μια βασική όψη του θέματος που μελετά. Αυτός είναι ένας έξτρα μεταβαθμός της ευθυβολίας της.
Ως μεταμοντέρνα πολιτική προσδιορίζει ό,τι grosso modo δεν εντάσσεται στις κλασικές μορφές πολιτικής πράξης (ψήφος, συνέλευση, διαβούλευση, διαδήλωση κ.ά.) αλλά εμφορείται από μια αισθητικοποιημένη, σαρκαστική και παιγνιώδη διάθεση, φέρνοντας στα άκρα τους τα παρεμφερούς στόχευσης μοντερνιστικά κινήματα όπως ο σουρεαλισμός, ο ντανταϊσμός, ο φουτουρισμός κ.ά. Το βιβλίο ανοίγει μια βεντάλια διεξοδικής, αλλά ουδέποτε καταχρηστικής διερεύνησης των επιμέρους ζητημάτων που τέθηκαν, με ξεχωριστά κεφάλαια όπως «μεταμοντέρνο και καπιταλισμός», «αισθητική, πέραν του ωραίου», «πολιτική του γλωσσικού παιχνιδιού ή αισθητικοποιημένη πολιτική, όπου εντρυφεί στην τριπλέτα Λιοτάρ-Ρόρτι-Μποντριγιάρ, «Ηθική», «Ιστορία» ή «ιστορικές αμφιδρομίες» όπως επιγράφεται η εν λόγω ενότητα, «Χώρος και ύλη», «Εικόνα, παραστατικότητα, γλώσσα», «Τεχνολογία, ένα νέο μέσο(ν)», και, last but not least, την εξέταση των πολύφερνων ντουέτων «υποκείμενο και υποκειμενισμός», όπως και «ετερότητα και διαφορά». Ο αναγνώστης μπορεί να μπει από όποια/ες πόρτα/ες επιθυμεί, να επιλέξει τη δική του διαδρομή.
Το βιβλίο διαβάζεται έτσι κάλλιστα καθ’ ολοκληρίαν ή επιλεκτικά, με ορισμένη σειρά ή και όχι, αποσπασματικά, όπως ακριβώς και η ίδια η έννοια μοιάζει να μας καλεί, να μας προσκαλεί να κάνουμε. Θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια μελέτη που πετυχαίνει να δείξει με τον ίδιο τον τρόπο που έχει συντεθεί την αναίρεση της διάκρισης μεταξύ μορφής και περιεχόμενου, που είναι μια βασική όψη του θέματος που μελετά. Αυτός είναι ένας έξτρα μεταβαθμός της ευθυβολίας της.
*Η ΣΟΦΙΑ ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ιορδάνης Κουμασίδης είναι διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Διδάσκει σε πανεπιστημιακό επίπεδο από το 2015 μαθήματα σχετικά με τη φιλοσοφία, τη θεωρία λογοτεχνίας και τη δημιουργική γραφή στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Έχει δημοσιεύσει έξι βιβλία, πέντε μεταφράσεις και έχει επιμεληθεί τρεις επιστημονικούς τόμους.























