
Για το βιβλίο της Βενσιάν Ντεπρέ (Vinciane Despret) «Για την ευτυχία των νεκρών» (μτφρ. Έλενα Γεωργιάδη, εκδ. University Studio Press). Πίνακας: In Memoriam Karl Liebknecht, του Käthe Kollwitz (1920).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Ζει, άραγε, η Ευρυδίκη του αρχαιοελληνικού μύθου μέσα από τον Ορφέα που πενθεί τον χαμό της αγαπημένης του; Η Περσεφόνη, όταν κατέβαινε στην Άδη για να συναντήσει τη μητέρα της, αντιλαμβανόταν πως ο θάνατος ενδέχεται να μην είναι το τέλος; Ή, όπως το έλεγε ο Ντύλαν Τόμας: «Ο θάνατος δεν θα έχει εξουσία».
Τι συμβαίνει όταν περάσουμε το σύνορο των ζώντων; Ως τεθνεώτες θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε διαμέσου εκείνων που έμειναν πίσω; Η Βελγίδα ανθρωπολόγος και φιλόσοφος Βενσιάν Ντεπρέ δεν γράφει μια πραγματεία μεταφυσικής ούτε μια ψυχολογική μελέτη για το πένθος. Αντίθετα, το βιβλίο της Για την ευτυχία των νεκρών κινείται σε ένα ενδιάμεσο πεδίο όπου συναντώνται η φιλοσοφία, η ανθρωπολογία, η αφήγηση εμπειριών και η ερμηνεία των τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι συνεχίζουν να συνδέονται με όσους έχουν πεθάνει. Η βασική ιδέα της μπορεί να συνοψιστεί σε μια φαινομενικά απλή αλλά ριζοσπαστική ερώτηση: τι θα συνέβαινε αν αντί να θεωρούμε ότι οι νεκροί πρέπει να «αφήνονται πίσω», σκεφτόμασταν ότι συνεχίζουν να συμμετέχουν με κάποιον τρόπο στη ζωή των ζωντανών;
Από αυτό το ερώτημα αναπτύσσεται μια ολόκληρη φιλοσοφική και ανθρωπολογική διερεύνηση για το πένθος, τη μνήμη και τις μορφές παρουσίας που μπορούν να έχουν οι νεκροί στον κόσμο των ζωντανών. Το βιβλίο δεν επιχειρεί να αποδείξει την ύπαρξη μεταφυσικών φαινομένων, ούτε να υποστηρίξει κάποια θρησκευτική αντίληψη για τη μετά θάνατον ζωή. Αντίθετα, η Ντεπρέ προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο κατανόησης της εμπειρίας: οι νεκροί δεν είναι απλώς αντικείμενα ανάμνησης, αλλά παράγοντες που εξακολουθούν να δρουν μέσα στις ζωές των ανθρώπων μέσω σχέσεων, αφηγήσεων και πράξεων.
Η κριτική στη σύγχρονη θεωρία του πένθους
Ένα από τα κεντρικά σημεία του βιβλίου είναι η κριτική της συγγραφέα προς τη σύγχρονη ψυχολογική αντίληψη του πένθους. Στον δυτικό κόσμο, ιδιαίτερα μετά τον εικοστό αιώνα, διαμορφώθηκε μια ευρέως διαδεδομένη ιδέα σύμφωνα με την οποία το «υγιές» πένθος προϋποθέτει την αποδέσμευση από τον νεκρό. Η διαδικασία της θλίψης παρουσιάζεται συχνά ως μια πορεία που οδηγεί σταδιακά στην αποδοχή της απώλειας και στην επαναφορά του ατόμου σε μια ζωή απαλλαγμένη από τη σχέση με τον νεκρό.
Η Ντεπρέ θεωρεί ότι αυτή η αντίληψη είναι πολιτισμικά περιορισμένη και εν μέρει αυθαίρετη. Μέσα από πολλές αφηγήσεις ανθρώπων δείχνει ότι οι περισσότεροι δεν βιώνουν το πένθος με αυτόν τον τρόπο. Αντί να εγκαταλείπουν τη σχέση με τον νεκρό, συχνά συνεχίζουν να συνομιλούν μαζί του, να τον συμβουλεύονται, να τον αισθάνονται παρόντα στις αποφάσεις τους.
Αυτές οι πρακτικές, που η ψυχολογική γλώσσα συχνά αντιμετωπίζει ως σημάδια αδυναμίας ή «παθολογικής προσκόλλησης», για τη συγγραφέα αποτελούν φυσικές και δημιουργικές μορφές συνέχισης της σχέσης. Το πένθος δεν είναι απλώς μια διαδικασία απώλειας, αλλά και ένας τρόπος μετασχηματισμού των σχέσεων. Με άλλα λόγια, προτείνει ότι η επιθυμία να διατηρηθεί μια σχέση με τον νεκρό δεν είναι εμπόδιο για τη ζωή, αλλά μπορεί να αποτελέσει πηγή νοήματος και δημιουργικότητας.
Οι νεκροί ως ενεργοί παράγοντες
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου είναι η σειρά αφηγήσεων μέσα από τις οποίες η Ντεπρέ παρουσιάζει εμπειρίες ανθρώπων που αισθάνονται ότι οι νεκροί συνεχίζουν να παρεμβαίνουν στη ζωή τους. Οι ιστορίες αυτές περιλαμβάνουν όνειρα, συμπτώσεις, σημάδια ή στιγμές όπου οι άνθρωποι νιώθουν ότι καθοδηγούνται από την παρουσία ενός αγαπημένου προσώπου που έχει πεθάνει.
Οι νεκροί, μέσα από τις ιστορίες που αφηγούνται οι ζωντανοί, αποκτούν έναν ιδιαίτερο τρόπο ύπαρξης: δεν είναι φυσικά παρόντες, αλλά παραμένουν ενεργοί μέσα στις σχέσεις.
Η συγγραφέας δεν επιχειρεί να αποδείξει ότι αυτές οι εμπειρίες είναι αντικειμενικά αληθινές. Το ενδιαφέρον της βρίσκεται αλλού: τι σημαίνουν αυτές οι εμπειρίες για τους ανθρώπους που τις ζουν; Πώς αλλάζουν τη ζωή τους; Πώς επηρεάζουν τις αποφάσεις τους; Αντί να απορρίπτει τις αφηγήσεις ως ψευδαισθήσεις, η Ντεπρέ τις αντιμετωπίζει ως σημαντικά γεγονότα της ανθρώπινης εμπειρίας. Οι νεκροί, μέσα από τις ιστορίες που αφηγούνται οι ζωντανοί, αποκτούν έναν ιδιαίτερο τρόπο ύπαρξης: δεν είναι φυσικά παρόντες, αλλά παραμένουν ενεργοί μέσα στις σχέσεις.
Αυτό οδηγεί στην ιδέα ότι οι νεκροί λειτουργούν συχνά ως «συνεργάτες» των ζωντανών. Ένας καλλιτέχνης μπορεί να δημιουργεί έργα εμπνευσμένος από έναν νεκρό φίλο, ένας επιστήμονας να συνεχίζει μια έρευνα προς τιμήν ενός δασκάλου που πέθανε, ένα παιδί να προσπαθεί να πραγματοποιήσει το όνειρο ενός γονιού. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι νεκροί παραμένουν παρόντες μέσα από τη συνέχιση των σχέσεων.
Η ανθρωπολογική διάσταση
Ένα άλλο σημαντικό επίπεδο του βιβλίου είναι η ανθρωπολογική του διάσταση. Η Ντεπρέ δείχνει ότι σε πολλές κοινωνίες του κόσμου οι νεκροί θεωρούνται ενεργά μέλη της κοινότητας. Οι πρόγονοι προστατεύουν τις οικογένειες, συμμετέχουν στις αποφάσεις και διατηρούν μια μορφή παρουσίας μέσα από τελετουργίες και μνημονικές πρακτικές.
Με αυτόν τον τρόπο η συγγραφέας αναδεικνύει ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε το πένθος δεν είναι απλώς ψυχολογικό ζήτημα, αλλά πολιτισμική επιλογή.
Η δυτική ιδέα ότι οι νεκροί πρέπει να εξαφανιστούν από τον κοινωνικό κόσμο είναι επομένως ιστορικά και πολιτισμικά ιδιαίτερη. Σε πολλές κουλτούρες, η σχέση με τους νεκρούς θεωρείται φυσική και αναγκαία. Με αυτόν τον τρόπο η συγγραφέας αναδεικνύει ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε το πένθος δεν είναι απλώς ψυχολογικό ζήτημα, αλλά πολιτισμική επιλογή. Οι κοινωνίες διαμορφώνουν διαφορετικούς τρόπους να ζουν με τους νεκρούς τους.
Η έννοια της «ευτυχίας των νεκρών»
Ο τίτλος του βιβλίου είναι από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του. Τι σημαίνει άραγε η «ευτυχία των νεκρών»; Η Ντεπρέ χρησιμοποιεί τον τίτλο με έναν συμβολικό τρόπο. Οι νεκροί δεν μπορούν φυσικά να βιώσουν ευτυχία με την ανθρώπινη έννοια. Ωστόσο, μέσα στις αφηγήσεις των ζωντανών συχνά εμφανίζονται ως πρόσωπα που επιθυμούν κάτι: να συνεχιστεί ένα έργο, να διατηρηθεί μια μνήμη, να ολοκληρωθεί μια υπόσχεση. Όταν οι ζωντανοί ανταποκρίνονται σε αυτές τις επιθυμίες, δημιουργείται η αίσθηση ότι οι νεκροί «χαίρονται» ή «αναπαύονται». Η ευτυχία των νεκρών είναι λοιπόν η ευτυχία των σχέσεων που συνεχίζονται. Ο τίτλος υποδηλώνει ότι η μνήμη και η φροντίδα για τους νεκρούς δεν είναι μόνο καθήκον προς το παρελθόν αλλά και μια μορφή δημιουργίας νοήματος στο παρόν.
Η συγγραφέας θεωρεί ότι οι ιστορίες είναι ένας από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι διαμορφώνουν την πραγματικότητα. Μέσα από τις αφηγήσεις οι νεκροί αποκτούν μορφή, χαρακτήρα και ρόλο στη ζωή των ζωντανών.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της γραφής της Ντεπρέ είναι η χρήση αφηγήσεων. Το βιβλίο δεν αναπτύσσεται ως μια αυστηρή φιλοσοφική πραγματεία με αφηρημένα επιχειρήματα. Αντίθετα, αποτελείται από ιστορίες ανθρώπων, προσωπικές εμπειρίες και περιστατικά που συχνά μοιάζουν παράξενα ή ανεξήγητα. Αυτή η αφηγηματική μέθοδος δεν είναι τυχαία. Η συγγραφέας θεωρεί ότι οι ιστορίες είναι ένας από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι διαμορφώνουν την πραγματικότητα. Μέσα από τις αφηγήσεις οι νεκροί αποκτούν μορφή, χαρακτήρα και ρόλο στη ζωή των ζωντανών. Η φιλοσοφία της Ντεπρέ είναι επομένως βαθιά συνδεδεμένη με την ιδέα ότι ο κόσμος δεν αποτελείται μόνο από αντικειμενικά γεγονότα αλλά και από σχέσεις, νοήματα και αφηγήσεις.
Η δημιουργικότητα του πένθους
Ένα ακόμη σημαντικό θέμα του βιβλίου είναι η δημιουργική διάσταση του πένθους. Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου συχνά οδηγεί τους ανθρώπους σε νέες μορφές δράσης: γράφουν βιβλία, δημιουργούν έργα τέχνης, ιδρύουν οργανώσεις ή αφιερώνουν τη ζωή τους σε έναν σκοπό. Η Ντεπρέ δείχνει ότι αυτές οι πράξεις δεν αποτελούν απλώς προσπάθειες να ξεπεραστεί η θλίψη. Συχνά είναι τρόποι συνέχισης μιας σχέσης. Μέσα από τη δημιουργία οι ζωντανοί διατηρούν έναν διάλογο με τους νεκρούς. Με αυτή την έννοια το πένθος δεν είναι μόνο εμπειρία απώλειας, αλλά και μια διαδικασία μεταμόρφωσης.
Οι νεκροί δεν είναι απλώς παρελθόν, αλλά παράγοντες που συμμετέχουν στη διαμόρφωση του παρόντος.
Το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο του βιβλίου βρίσκεται ίσως στην ίδια την ερώτηση που θέτει η συγγραφέας: με ποιον τρόπο «υπάρχουν» οι νεκροί; Η Ντεπρέ δεν προσπαθεί να δώσει μεταφυσική απάντηση. Αντί να ρωτά αν οι νεκροί υπάρχουν αντικειμενικά, προτείνει να εξετάσουμε πώς υπάρχουν μέσα στις σχέσεις. Οι νεκροί συνεχίζουν να έχουν μια μορφή ύπαρξης όταν οι ζωντανοί τούς θυμούνται, τους επικαλούνται ή ενεργούν στο όνομά τους. Αυτή η ιδέα θυμίζει ορισμένες φιλοσοφικές θεωρίες για τη μνήμη και τη συλλογική ταυτότητα, αλλά η συγγραφέας την παρουσιάζει με έναν ιδιαίτερα πρωτότυπο τρόπο. Οι νεκροί δεν είναι απλώς παρελθόν, αλλά παράγοντες που συμμετέχουν στη διαμόρφωση του παρόντος.
Μέθοδος ύπο αμφισβήτηση
Το βιβλίο της Ντεπρέ προκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον ακριβώς επειδή κινείται έξω από τις συνηθισμένες κατηγορίες. Δεν είναι επιστημονική μελέτη με τη στενή έννοια, αλλά ούτε και λογοτεχνικό έργο. Η δύναμή του βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο συνδυάζει φιλοσοφικό στοχασμό με ανθρώπινες ιστορίες.
Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά του είναι ότι αναγνωρίζει τη σημασία των εμπειριών που συχνά παραμερίζονται από τον ορθολογικό λόγο. Πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ότι διατηρούν σχέση με τους νεκρούς τους, αλλά διστάζουν να το εκφράσουν επειδή φοβούνται ότι θα θεωρηθούν παράλογοι. Η Ντεπρέ δίνει χώρο σε αυτές τις εμπειρίες χωρίς να τις γελοιοποιεί.
Ωστόσο, η μέθοδος της συγγραφέα μπορεί να προκαλέσει και ενστάσεις. Επειδή βασίζεται σε αφηγήσεις και όχι σε αυστηρά επιχειρήματα, ορισμένοι αναγνώστες μπορεί να θεωρήσουν ότι το βιβλίο αποφεύγει να απαντήσει σε κρίσιμα φιλοσοφικά ερωτήματα. Για παράδειγμα, δεν ξεκαθαρίζεται πλήρως αν οι νεκροί έχουν κάποια μορφή ύπαρξης πέρα από τη μνήμη των ζωντανών. Παρά αυτές τις πιθανές αδυναμίες, το έργο παραμένει ιδιαίτερα γόνιμο γιατί ανοίγει έναν νέο τρόπο σκέψης για το πένθος και τη μνήμη. Η μετάφραση ανήκει στην Έλενα Γεωργιάδη και κρίνεται αρκετά επαρκής.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφεα
Η Βενσιάν Ντεπρέ είναι Βελγίδα φιλόσοφος της επιστήμης.

Είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Λιέγης και διδάσκει επίσης στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών.






















