
Για τη συλλογή δοκιμίων του Ντόναλντ Γουντς Γουίνικοτ (Donald Woods Winnicott) «Σπίτι είναι εκεί απ’ όπου ξεκινάμε» (μτφρ. Νεκτάριος Κουλός, Άννα Μιχέλη, Μαρία Μπούρη, Κασσιανή Πολίτου, Νίκος Ρωμανάκης, Νεφέλη Ταμπάκη, Θανάσης Χατζόπουλος, Εκδόσεις του εικοστού πρώτου). Εικόνα: Freud Museum
Γράφει η Αντωνία Φυρίγου
Η αρχική σκέψη όταν στο παρελθόν ξεκινούσα να διαβάζω το βιβλίο Σπίτι είναι εκεί απ’ όπου ξεκινάμε στην αγγλική του έκδοση ήταν ότι θα συναντούσα κάτι γνώριμο. Ο «υποκειμενικός» μου Γουίνικοτ είχε ήδη σχηματιστεί τότε μέσα από αναγνώσεις συγγραμμάτων του και συναντήσεις που είχαν ως αντικείμενο τη μελέτη του έργου του, μεταξύ αυτών και οι συναντήσεις στον Ελληνικό Ψυχαναλυτικό Χώρο Ντ. Γουίνικοτ (Ε.Ψ.Χ.Ντ.Γ.Γ). Και τότε στην αγγλική έκδοση και τώρα στην ελληνική έκδοση και στη μητρική μου γλώσσα προστέθηκαν καινούργια στοιχεία κι αυτό είναι που έκανε την ανάγνωση του βιβλίου συναρπαστική για μία ακόμα φορά.
Κατανόησα την ευχαρίστηση που άντλησα από την ανάγνωσή του με τα λόγια του ίδιου: «στην υγεία μεγάλο μέρος της ζωής έχει να κάνει με ποικίλα είδη του σχετίζεσθαι-με-αντικείμενο, και με μια διαδικασία «πέρα-δώθε» ανάμεσα στο σχετίζεσθαι με εξωτερικά αντικείμενα και στο σχετίζεσθαι με εσωτερικά […] τα υπολείμματα του δημιουργικού σχετίζεσθαι δεν χάνονται, και αυτό κάνει κάθε πλευρά του σχετίζεσθαι-με-αντικείμενο συναρπαστική» (σελ. 36).
Η ανάγνωση ενός βιβλίου γίνεται ένα δημιουργικό σχετίζεσθαι όταν διακινεί αυτήν τη διαδικασία του «πέρα-δώθε» ανάμεσα στο κείμενο ως ένα μη-εγώ αντικείμενο και σε σκέψεις, κατασκευές, αναμνήσεις, ακόμα και σωματικές εκδηλώσεις που αναδύονται κατά την ανάγνωσή του και τις αναγνωρίζει ο αναγνώστης ως δικά του εσωτερικά αντικείμενα. Ένα βιβλίο μπορεί να γίνει το δημιουργηθέν-ευρεθέν αντικείμενο και να βιωθεί στην ενδιάμεση περιοχή της ανθρώπινης εμπειρίας. Άλλωστε αυτός νομίζω ότι είναι ο λόγος που η θεωρία του Γουίνικοτ μάς συνεπαίρνει και έχει τόσο μεγάλη απήχηση, καθώς σχετίζεται με τη σιγουριά ότι η σκέψη κινείται (αλλά και η συνάντηση, είτε είναι συνάντηση με ανθρώπους είτε με ένα βιβλίο) στην ενδιάμεση περιοχή, ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη φαντασίωση.
Παρουσιάζοντας το βιβλίο, θα ακολουθήσω τη διαδρομή που κάνει κάποιος όταν επισκέπτεται πρώτη φορά το καινούργιο σπίτι ενός γνωστού του προσώπου. Πιστεύει ότι γνωρίζει αρκετά καλά τον ένοικο του σπιτιού αλλά το νέο σπίτι έχει πάντα κάτι καινούργιο να προσθέσει για το πρόσωπο αυτό. Ας μου επιτραπεί να πω ότι πριν προχωρήσω στα μέσα «δωμάτια» του βιβλίου θα μείνω αρχικά στην είσοδο, στο κατώφλι, στο δωμάτιο υποδοχής του βιβλίου που είναι ο πρόλογος-καλωσόρισμα των επιμελητών της αγγλικής έκδοσης. Οι τρεις επιμελητές, Κλαιρ Γουινικοτ, Ρέη Σέπερντ και Μάντλεν Ντέιβις είναι οι ίδιοι που επιμελήθηκαν και τη συλλογή άρθρων Αποστέρηση και παραβατικότητα που εκδόθηκε το 1984 (ελληνική έκδοση 2018, Γαβριηλίδης, η οποία πρόκειται να επανεκδοθεί από τις εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου). Το Σπίτι είναι εκεί απ’ όπου ξεκινάμε εκδόθηκε λίγο αργότερα, το 1986.
Το σημείωμα, ωστόσο, των επιμελητών υπογράφεται την ίδια χρονιά και για τις δύο συλλογές κειμένων, το 1983. Δώδεκα χρόνια μετά το θάνατο του Γουίνικοτ. Οι δύο συλλογές είναι συμπληρωματικές καθώς περιλαμβάνουν κείμενα που καλύπτουν μαζί σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, από τα τέλη της δεκαετίας του ’30 έως τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Το παρόν βιβλίο περιλαμβάνει κυρίως κείμενα-διαλέξεις που δόθηκαν σε μία ευρεία γκάμα κοινού κατά τη δεκαετία του ’60, καθώς και δύο επιπλέον κείμενα, ένα του 1940 και ένα του 1970.
Το σύντομο και περιεκτικό εισαγωγικό σημείωμα
Οι τρεις επιμελητές της αγγλικής έκδοσης κάνουν έναν πολύ μικρό πρόλογο, επιλέγουν να πουν ελάχιστα, ακριβώς μία σελίδα. Η χειρονομία αυτή με απασχόλησε. Σκέφτηκα ότι αυτοί οι άνθρωποι, η δεύτερη σύζυγος του Γουίνικοτ μεταξύ αυτών, θα είχαν να πουν πολλά για τον Γουίνικοτ, για τον άνθρωπο, για τη σκέψη του και για το έργο του. Επιπλέον, θα μπορούσαν να μιλήσουν για το νόημα που είχε για τους ίδιους η διαδικασία της συγκέντρωσης, της επιλογής και της επιμέλειας των γραπτών του Γουίνικοτ, αρκετά από τα οποία ήταν ως τότε αδημοσίευτα, και για την απόφασή τους να δομήσουν την παρουσίαση των κειμένων στο αναγνωστικό κοινό με τον συγκεκριμένο τρόπο.
Στις διαλέξεις του Γουίνικοτ ο ακροατής ή ο αναγνώστης μαθαίνει χωρίς να διδάσκεται.
Στην παρούσα συλλογή επέλεξαν να πουν τα ελάχιστα αλλά ουσιώδη. Αναφέρουν ότι ο Γουίνικοτ σχεδίαζε να φτιάξει κι άλλες συλλογές κειμένων του και να τις εκδώσει. Λένε: «Αλλά αν είχε καταφέρει να το κάνει αυτό, είναι απίθανο η δική του επιλογή και διευθέτηση του υλικού να ήταν ίδια με τη δική μας. Αυτή η επιλογή αποτελεί επομένως δική μας ευθύνη […] η επιμέλεια των άρθρων που δεν είχαν δημοσιευθεί έχει διατηρηθεί σκοπίμως στο ελάχιστο, μολονότι πιστεύουμε ότι ο Γουίνικοτ θα τα είχε πιθανότατα επεξεργαστεί προτού τα παρουσιάσει στο κοινό».
Η πρόθεση του Γουίνικοτ να συγκεντρώσει τα κύρια σημεία της θεωρίας του για εκπαιδευτικούς σκοπούς μάς είναι γνωστή και από την Ανθρώπινη φύση, άλλο ένα έργο του που εκδόθηκε μετά το θάνατό του και αποτελεί συγκέντρωση σημειώσεων για μια θεωρία σχετικά με την ανθρώπινη φύση (Ελληνική έκδοση, 2017, εκδόσεις Αρμός, μετάφραση Γιώργου Καλομοίρη). Ως προς το νόημα που είχε για τον ίδιο η παράδοση διαλέξεων οι επιμελητές της Ανθρώπινης φύσης αναφέρουν: «Αυτή τη δυνατότητα παράδοσης διαλέξεων την εκτιμούσε ιδιαίτερα ο Γουίνικοτ διότι του παρείχε το διαρκές κίνητρο να προσδιορίζει τα όρια της δικής του κατανόησης και να εξελίσσει τις ιδέες του υπό το φως της επαφής του με τους άλλους και με τη δική του εμπειρία. Θα ήταν αληθές εάν λέγαμε ότι αυτή του η δραστηριότητα –η παράδοση διαλέξεων– αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της προσωπικής του ανάπτυξης».
Το Σπίτι είναι εκεί απ' όπου ξεκινάμε διαφέρει τόσο από το Αποστέρηση και παραβατικότητα όσο και από την Ανθρώπινη φύση. Εδώ αποκαλύπτεται ο λόγος του Γουίνικοτ στον δημόσιο χώρο, ο προσωποποιημένος και προσωπικός λόγος του ανθρώπου-επιστήμονα, ο προφορικός λόγος που φέρει στοιχεία αφηγηματικά, ο οποίος καταδεικνύει την ελευθερία και την πίστη του στην αυθεντικότητα της σκέψης και την επιθυμία διαλόγου, ανταπόκρισης σε ό,τι είναι ζωντανό, αληθές και βαθύ πέρα από τη διανοητική επιστημονική κατασκευή. Εδώ ο λόγος είναι η ουσία των πραγμάτων και όχι το εργαλείο μετάδοσης γνώσεων και αυθεντίας.
Ζωντανός λόγος
Καθώς τα περισσότερα κείμενα που συγκροτούν το βιβλίο είναι κυρίως διαλέξεις που έδωσε σε κοινό το οποίο δεν είναι εξοικειωμένο με την ψυχαναλυτική θεωρία, σε κάποιες περιπτώσεις δεν προέρχεται καν από τον χώρο της ψυχικής υγείας, αποτελεί παράδειγμα του πώς ο ψυχαναλυτικός λόγος γίνεται ένας ζωντανός λόγος, γίνεται ένας τρόπος να ζεις την εμπειρία, να κατοικείς στον κόσμο και να κατοικείς τον κόσμο, να ακουμπάς βαθιά μέσα σου αλλά και μέσα στον άλλον (ακροατή ή αναγνώστη), να διεγείρεις όχι μόνο το νου αλλά και την ψυχή. Στις διαλέξεις του Γουίνικοτ ο ακροατής ή ο αναγνώστης μαθαίνει χωρίς να διδάσκεται. Το Σπίτι είναι εκεί απ’ όπου ξεκινάμε αναδεικνύει κάτι το οποίο μοιάζει με βασική αρχή που χαρακτηρίζει το έργο του: πάνω από όλα, η θεωρία του είναι μια πρόταση ζωής και όχι μόνο μια πρόταση θεραπευτικής στάσης.
Οι επιμελητές, λέγοντας τα ελάχιστα, επιτρέπουν στον αναγνώστη να δημιουργήσει και να βρει τον δικό του Γουίνικοτ. Ωστόσο η επιλογή των συγκεκριμένων διαλέξεων, από πλευράς τους, τοποθετεί τον Γουίνικοτ στις εναλλασσόμενες και διασταυρούμενες θέσεις του επιστήμονα, του κλινικού, του κοινωνικού στοχαστή και του πολίτη. Η επιλογή αυτή καταδεικνύει τη βαθιά αίσθηση ευθύνης του Γουίνικοτ για την κοινωνία στην οποία ζούσε και την πεποίθησή του ότι η δομή της κοινωνίας αντανακλά τη φύση του ατόμου και της οικογένειας.
Η ανάγνωση του βιβλίου γίνεται σε δύο επίπεδα: σε ένα πρώτο, αυτό της κατανόησης της ψυχαναλυτικής σκέψης του, και σε ένα δεύτερο, αυτό της μεταφοράς του κλίματος και της δυναμικής του ακροατηρίου και ευρύτερα της βρετανικής κοινωνίας της δεκαετίας του ’60.
Ο πυκνός πρόλογος των επιμελητών κλείνει με την τελευταία τους φράση ότι «ελπίζουν το βιβλίο να προσφέρει ευχαρίστηση στον αναγνώστη – κάτι το οποίο ειδικά εκείνος θα επιθυμούσε». Η φράση αυτή ακούγεται ως αγωνία των επιμελητών εάν το βιβλίο θα καταφέρει να εκπληρώσει την επιθυμία του Γουίνικοτ, του θανόντος.
Αυτό σε ό,τι αφορά την ανάγνωση του βιβλίου θα το απαντήσει κάθε αναγνώστης ξεχωριστά. Σε ό,τι αφορά την ευχαρίστηση του ακροατηρίου των ομιλιών του, αυτό μπορούμε να το συμπεράνουμε σχεδόν σε όλες τις ομιλίες του. Μέσα από την απόφαση των επιμελητών να μην παρέμβουν στο λόγο του και να αφήσουν την προφορικότητά του, ο αναγνώστης μετέχει της ατμόσφαιρας και φαντάζεται τον ομιλητή Γουίνικοτ αλλά και το κοινό του. Είναι σαν να βρίσκεται εκεί. Η ανάγνωση του βιβλίου γίνεται σε δύο επίπεδα: σε ένα πρώτο, αυτό της κατανόησης της ψυχαναλυτικής σκέψης του, και σε ένα δεύτερο, αυτό της μεταφοράς του κλίματος και της δυναμικής του ακροατηρίου και ευρύτερα της βρετανικής κοινωνίας της δεκαετίας του ’60.
Η έννοια της ευχαρίστησης, αν και δεν απομονώνεται ως μια κύρια θεωρητική έννοια, διατρέχει όλο το έργο του, τόσο το θεωρητικό όσο και το κλινικό. Ως προς τη θέση της ευχαρίστησης στη θεωρητική του σκέψη, δεν θα επεκταθώ εδώ σε θεωρητικές συνδέσεις. Περιορίζομαι στο να αναφέρω επιγραμματικά ότι η ευχαρίστηση είτε ως μια κατάσταση ορμικής ποιότητας και οργανωτικού χαρακτήρα στην πορεία της συναισθηματικής ανάπτυξης, είτε ως συνέργεια ψυχής και σώματος, είτε στη σύμπλοκη σχέση της με την επιθετικότητα, είτε ως στοιχείο που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη επαφή και κυρίως τη σχέση μητέρας βρέφους, είτε ως απαραίτητη προϋπόθεση του ζην και της αίσθησης τού να είσαι αληθινός, διαποτίζει όλο το θεωρητικό του έργο.
Ένα συνεχές παιχνίδι
Ως προς τη θεραπευτική του πρακτική ο Γουίνικοτ υπήρξε ένας κλινικός που γνωρίζουμε ότι χαιρόταν να βρίσκεται με τους θεραπευόμενούς του, έπαιζε μαζί τους και τους καλούσε σε παιχνίδι είτε ήταν ενήλικοι είτε ήταν παιδιά, και μάλιστα έθετε ως θεραπευτικό στόχο για όσους δεν μπορούσαν να παίξουν (και να αντλήσουν μέσα από αυτό το κυρίαρχο στοιχείο της ευχαρίστησης) να τους βοηθήσει να μάθουν να παίζουν. Η αίσθηση της ευχαρίστησης μαζί με την πίστη του στη δυναμική του ζεύγους μητέρας-βρέφους, αλλά και αναλυτή-αναλυόμενου, τον ενέπνευσαν και θεμελίωσαν τη σκέψη του καθορίζοντας τη θεραπευτική του στάση. Μέσα στο πλαίσιο αυτό επινοήθηκε το παιχνίδι με την σπάτουλα και το squiggle game. Η επιλογή να μπει στο εξώφυλλο του βιβλίου ένα σχέδιο squiggle παιδιού σε θεραπεία με τον Γουίνικοτ, στο οποίο έχει συμβάλλει και ο ίδιος, πέρα από το ευχάριστο εικαστικό αποτέλεσμα στην καλαίσθητη ελληνική έκδοση, δίνει νόημα και καθρεφτίζει τη θεραπευτική στάση ως ένα συνεχές «πέρα-δώθε» ανάμεσα στη δυάδα θεραπευτή-θεραπευόμενου, μητέρας-βρέφους, αλλά και ανάμεσα στη δυάδα ομιλητή-ακροατή και συγγραφέα-αναγνώστη. Η εικόνα γίνεται αναφορά σε μια συν-δημιουργία και συν-ύπαρξη.
Εκτός από αυτό το πολύ συνοπτικό σημείωμα οι επιμελητές της αγγλικής έκδοσης επιλέγουν να τοποθετήσουν ως προμετωπίδα του βιβλίου ένα απόσπασμα από τα Τέσσερα κουαρτέτα του Τ.Σ. Έλιοτ. Συγκεκριμένα από το δεύτερο, το «East Coker», και δίνουν ως τίτλο του βιβλίου τον στίχο «σπίτι είναι εκεί από όπου κάποιος ξεκινάει», με μία μικρή αλλά σημαίνουσα παραφθορά στον τύπο του ρήματος από το απρόσωπο τρίτο ενικό στο πρώτο πληθυντικό.
Η επιλογή του Τ.Σ. Έλιοτ από τους επιμελητές δεν είναι τυχαία. Ο Γουίνικοτ διάβαζε και εμπνεόταν πολύ από αυτόν. Στην αυτοβιογραφία του, που ξεκίνησε να γράφει το τελευταίο έτος της ζωής του, ο Γουίνικοτ είχε δώσει ως τίτλο έναν στίχο από τα Τέσσερα κουαρτέτα, τον στίχο «not less than everything» («τίποτα λιγότερο από τα πάντα»).
Επιπλέον, στο εσώφυλλο του αυτοβιογραφικού του σημειωματάριου είχε γράψει κάποιους ακόμα στίχους από το τέταρτο και τελευταίο κουαρτέτο «Little Gidding», «what we call the beginning is often the end and to make an end is to make a beginning. The end is where we start from»:
«Ό,τι αποκαλούμε αρχή, συχνά είναι το τέλος
Και το να θέτεις ένα τέλος σημαίνει να κάνεις μιαν αρχή.
Το τέλος είναι εκεί απ’ όπου ξεκινάμε.»
(Μετάφραση: Θάνος Κανδύλας)
Η αρχή και το τέλος σε συνέχεια και σε σύμπτωση. Στον «Φόβο κατάρρευσης», ένα από τα τελευταία του κείμενα, έργο το οποίο κι αυτό εκδόθηκε μετά το θάνατο του (1973), συσχετίζει τον κλινικό φόβο κατάρρευσης με τον φόβο θανάτου. Υποστηρίζει ότι ο φόβος κατάρρευσης είναι ο φόβος μιας κατάρρευσης που έχει υπάρξει στο παρελθόν αλλά το άτομο δεν ήταν εκεί όταν συνέβη. Το πρώτο που λέει σε αυτό το κείμενο πριν αναπτύξει πλήρως τη θέση του είναι ότι «εάν αυτό που λέω έχει κάποια αλήθεια, οι ποιητές του κόσμου θα το έχουν ήδη πραγματευτεί.» Νομίζω ότι οι στίχοι του Τ.Σ. Έλιοτ φανερώνουν για τον Γουίνικοτ το αληθές και στην κλινική του πράξη. Τον οδηγούν μάλιστα να ξεκινήσει την αυτοβιογραφία του με μία προσευχή-παράκληση-ερώτημα.
Prayer: «Oh God! May I be alive when I die» («Ω Θεέ! Μακάρι να είμαι ζωντανός όταν πεθάνω»)
Τι παράδοξη πιθανότητα! Μόνον από τον Γουίνικοτ θα περιμέναμε να πει με λόγια κάτι τέτοιο.
Φόβος για τον θάνατο που δεν θα βίωνε, τον θάνατο που θα συνέβαινε χωρίς να ήταν εκείνος εκεί. Ο θάνατος που περιγράφει στον φόβο κατάρρευσης ως κάτι που έχει συμβεί είναι ο ψυχικός θάνατος του βρέφους, ένα πρώιμο τραύμα, μια προσβολή και διακοπή της συνέχειας του είναι που το ανώριμο και ασχημάτιστο εγώ του βρέφους δεν μπορεί να διεργαστεί. Ο «φόβος κατάρρευσης» είναι ένα κείμενο που μιλά για τον θάνατο, αλλά εστιάζει στην εμπειρία του βρέφους. Ευρισκόμενος στο τέλος της ζωής του, συνεχίζει να μιλάει και να περιγράφει το ξεκίνημα της ζωής. Η εμπειρία του βρέφους, οι αρχέγονες αγωνίες που τοποθετούνται στο ξεκίνημα, στις απαρχές όπου «δεν υπάρχει αυτό που ονομάζουμε μωρό», ο παράγοντας του διευκολυντικού περιβάλλοντος και της αρκετά καλής και αφοσιωμένης μητέρας, τον απασχολούσαν πάντα, μέχρι τέλους.
Γνωρίζουμε ότι η εμπειρία της μελέτης και διαχείρισης παιδιών που κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου απομακρύνθηκαν από το σπίτι τους και από τους γονείς τους, μαζί με την εμπειρία του από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και την παράλληλη εργασία με ψυχωτικούς ενηλίκους, υπήρξαν καθοριστικές στη ζωή του και στο έργο του.
Στη διάλεξη που περιλαμβάνεται στην παρούσα συλλογή με τίτλο «Η έννοια ενός υγιούς ατόμου» ανακεφαλαιώνει κατά κάποιον τρόπο την εμπειρία του αυτή, λέγοντας ότι το βρίσκει χρήσιμο να μοιράζει τον κόσμο των ανθρώπων σε δύο τάξεις. «Υπάρχουν εκείνοι που ποτέ δεν τους ‘παράτησαν" ως μωρά και που θέτουν, στον βαθμό αυτό, υποψηφιότητα για την ευχαρίστηση της ζωής και του ζην και αυτοί οι οποίοι υπέστησαν τραυματικές εμπειρίες και είναι υποψήφιοι για ζωές με καταιγίδες και πιέσεις, και ίσως ασθένειες». Υπάρχει, ωστόσο, υποστηρίζει, και η ενδιάμεση ομάδα, που αμύνεται λίγο-πολύ επιτυχημένα και κατορθώνει να τα βγάλει πέρα μετά την κατάρρευση έχοντας προσεγγίσει μέσα από τη θεραπεία «αυτό που ήταν τρομερό με αδιανόητο τρόπο».
Το δημιουργικό κενό
Εάν και στο φόβο κατάρρευσης αναφέρεται στο βίωμα του τρομακτικού κενού, του λευκού κενού, του τίποτα, του κενού που κάνει το άτομο να νιώθει ότι δεν έχει αρχίσει να υπάρχει, η έννοια του κενού ως προς τη δημιουργική του διάσταση διαμόρφωσε την κύρια θέση του γύρω από τη σημασία της ενδιάμεσης περιοχής της εμπειρίας και την έννοια του παράδοξου που οδηγεί στην έννοια του δυνητικού χώρου, ενός χώρου δημιουργίας του ανθρώπινου υποκειμένου, του χώρου ανάμεσα σε ένα παιδί και στη μητέρα του όταν η εμπειρία έχει γεννήσει στο παιδί έναν υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης προς τη μητέρα, ότι εκείνη δεν θα αποτύχει να είναι εκεί εάν την χρειαστεί, ή αλλιώς η μητέρα δεν θα αποτύχει να είναι εκεί από όπου το ανθρώπινο μωρό ξεκινάει.
Ο Philip Adams (1988) μας δίνει ένα στίγμα για την καταγωγή αυτής της ιδέας του κενού, ενός δημιουργικού κενού, όπως το κατανοώ. Παραπέμπει σε μία ομιλία που έδωσε ο Γουίνικοτ το 1945 και στην αναφορά του στην επίδραση που είχε πάνω του όταν ήταν ακόμα μαθητής το έργο του Δαρβίνου Η καταγωγή των ειδών: «Δεν μπορούσα να σταματήσω να το διαβάζω. Τότε δεν ήξερα γιατί ήταν τόσο σημαντικό για εμένα, αλλά τώρα βλέπω ότι το κύριο ήταν ότι έδειξε ότι τα ανθρώπινα πράγματα μπορούσαν να εξετάζονται επιστημονικά κάτω από το πόρισμα ότι κενά στη γνώση και κατανόηση δεν θα έπρεπε να με τρομάζουν. Αυτή η ιδέα σήμαινε μία τεράστια ελάφρυνση της πίεσης και κατά συνέπεια μία απελευθέρωση ενέργειας για εργασία και παιχνίδι».
Δεν συμμερίζεται την αγωνία του Φρόυντ ως προς το ότι η εύρεση της απάντησης και η λύση του αινίγματος είναι αυτό που χαρακτηρίζει τον επιστήμονα. Εδώ ο Γουίνικοτ, αναφέρεται σε μία ποιότητα κενού που απελευθερώνει ενέργεια για εργασία και παιχνίδι.
Στο πρώτο εισαγωγικό κείμενο του παρόντος βιβλίου με τον τίτλο «Ψυχανάλυση και επιστήμη: φίλοι ή συγγενείς» (ομιλία του 1961, στην Επιστημονική Εταιρεία του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης) ο Γουίνικοτ περιγράφει πληρέστερα τη σημασία του δημιουργικού κενού. Οι επιμελητές επιλέγουν αυτήν την ομιλία ως πρώτο κείμενο του τόμου ενδεχομένως για να συστήσουν στον αναγνώστη τη σκέψη του Γουίνικοτ και τη φροϋδική καταγωγή της. Το κείμενο μοιάζει να είναι ένα κείμενο που αναφέρεται στην καταγωγική αγωνία του πατέρα της ψυχανάλυσης καθώς το ζήτημα αυτό δεν έπαψε ποτέ να απασχολεί τον Φρόυντ και να καθορίζει εν πολλοίς τη πορεία της θεωρίας του. Στην ομιλία αυτή ο Γουίνικοτ εντάσσει τον εαυτό του στη γενεαλογία της ψυχανάλυσης με την αναφορά του στον Φρόυντ στην αρχή της ομιλίας του· τοποθετείται ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, σε μία κάπως διαφορετική θέση. Δεν συμμερίζεται την αγωνία του Φρόυντ ως προς το ότι η εύρεση της απάντησης και η λύση του αινίγματος είναι αυτό που χαρακτηρίζει τον επιστήμονα. Εδώ ο Γουίνικοτ, αναφέρεται σε μία ποιότητα κενού που απελευθερώνει ενέργεια για εργασία και παιχνίδι. Πρόκειται για το κενό που οδηγεί στην έννοια του παράδοξου, συνυφασμένη με το θεωρητικό του έργο και έρχεται, μάλλον, σε αντιπαράθεση με την έννοια του αινίγματος στον Φρόυντ. Το αίνιγμα έχει λύση, το παράδοξο αφήνει ανοιχτό το ερώτημα, γίνεται άνοιγμα και χώρος δημιουργίας. Το παράδοξο πρέπει να γίνεται αποδεκτό, όχι να επιλύεται.
Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Για τον επιστήμονα, κάθε κενό στην κατανόηση παρέχει μία συναρπαστική πρόκληση. […] Το ερέθισμα για την εργασία που γίνεται είναι η ύπαρξη κενού. Ο επιστήμονας μπορεί να περιμένει και να αγνοεί […] μία κύρια συνεισφορά της επιστήμης είναι η παύση που θέτει στη βιασύνη, τη φασαρία και τον σαματά. Δίνει χρόνο για μία ανάπαυλα.» Σε αυτόν τον τόπο της ανάπαυλας γεννιούνται τα μεταβατικά αντικείμενα και τα μεταβατικά φαινόμενα. Σε αυτόν τον χώρο εντοπίζεται και η πολιτισμική εμπειρία. Καταλήγει να διατυπώσει κάτι τόσο παρήγορο για την ψυχική ζωή του ατόμου: «στην υγεία δεν υπάρχει αποχωρισμός, επειδή στη χωρο-χρονική περιοχή ανάμεσα στο παιδί και στη μητέρα, το παιδί (όπως και ο ενήλικος) ζει δημιουργικά, κάνοντας χρήση των υλικών που είναι διαθέσιμα-ένα κομμάτι ξύλο ή ένα όψιμο κουαρτέτο του Μπετόβεν».
Ο Γουίνικοτ επιτυγχάνει με απλές λέξεις, αφηγήσεις και λογοπαίγνια, καθώς και προσωπικές αναφορές, να μεταφέρει σύνθετες και δυσνόητες έννοιες στο ευρύ κοινό που αφορούν πρώιμες και απωθημένες ανθρώπινες καταστάσεις.
Οι αφορμές που δίνονται μέσα από τη συλλογή των κειμένων για σχολιασμό των θεωρητικών του θέσεων είναι πάρα πολλές. Ο αναγνώστης διαβάζοντας το βιβλίο θα έχει τη δυνατότητα να συμπληρώσει και να κατανοήσει κάτι παραπάνω από την σκέψη του Γουίνικοτ. Επιλέγω, ωστόσο, κάποια σημεία προκειμένου κυρίως να μεταφέρω την αίσθηση της ευχαρίστησης, της ανακούφισης και της ελπίδας που είναι διάχυτη στον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στον ομιλητή και στο ακροατήριο, και στον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο κείμενο. Η ευχαρίστηση αυτή προκαλείται από τη σιγουριά που μας γεννά η ζωντάνια των λέξεων, η αφηγηματικότητα και η ειλικρίνειά τους. Ο Γουίνικοτ επιτυγχάνει με απλές λέξεις, αφηγήσεις και λογοπαίγνια, καθώς και προσωπικές αναφορές, να μεταφέρει σύνθετες και δυσνόητες έννοιες στο ευρύ κοινό που αφορούν πρώιμες και απωθημένες ανθρώπινες καταστάσεις. Είναι εμφανές ότι δεν θέλει να διδάξει ούτε να μεταφέρει μια επιστημονική γνώση αλλά θέλει να παίξει δημιουργικά με το ακροατήριό του τροφοδοτούμενος από αυτό και τροφοδοτώντας το.
Η διεργασία κατάκτησης της μονάδας
Σε ομιλία που έδωσε στην ένωση Διδασκόντων Μαθηματικών σε συνέδριο στο Λονδίνο το 1968 αποφασίζει να μιλήσει για το στάδιο του «Είμαι» επιλέγοντας τον τίτλο «Sum, είμαι, υπάρχω». Μέσα από ένα λογοπαίγνιο (καθώς, όπως σημειώνει ο επιμελητής της ελληνικής έκδοσης, από το λατινικό sum που σημαίνει «είμαι» περνάμε στη μετατροπή του στα αγγλικά στο sum που σημαίνει άθροισμα) εισάγει το ακροατήριο στη σύνδεση των ψυχαναλυτικών εννοιών, ιδιαίτερα της έννοιας την μονάδας και του εαυτού, με τις μαθηματικές έννοιες αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «τα μαθηματικά είναι μία ασώματη εκδοχή της ανθρώπινης προσωπικότητας» (σελ. 66). Το ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ, μια δομική κατάκτηση της απαρτιωτικής διεργασίας του ατόμου, είναι επίσης μια δήλωση της κεντρικής πράξης στην αριθμητική και των συνόλων.
Στην ίδια αυτή ομιλία συνδέει τη διεργασία κατάκτησης της μονάδας με τον μονοθεϊσμό και τη δημιουργία της θρησκείας, περιγράφοντας ότι το άτομο διατρέχει έναν κίνδυνο όταν φτάνει στην κατάσταση της ατομικής ύπαρξης. Παραπέμπω πάλι στο απόσπασμα: «Αν είμαι, τότε έχω μαζέψει μαζί αυτό κι εκείνο και το έχω δηλώσει ως "εγώ", και έχω αποκηρύξει οτιδήποτε άλλο. Αποκηρύσσοντας το μη-εγώ, έχω προσβάλει, ας πούμε, τον κόσμο και πρέπει να αναμένω ότι θα μου επιτεθούν. Έτσι, όταν οι άνθρωποι έφτασαν για πρώτη φορά στην έννοια της ατομικότητας, την ύψωσαν γρήγορα στον ουρανό και της έδωσαν μία φωνή που μόνο ο Μωυσής μπορούσε να ακούσει.» (σελ.67)
Μου φαίνονται εντυπωσιακές οι συνδέσεις του και η ευκολία με την οποία επιδίδεται και εδώ και αλλού, σε νοητικές ασκήσεις. Παίζει με ειλικρίνεια και σιγουριά, παίζει δημιουργικά και επιτρέπει στο ακροατήριο και στον αναγνώστη σχεδόν να αναπνέει στον ίδιο ρυθμό με το δικό του.
Η ετυμολογία των λέξεων μας εξιστορεί την καταγωγή και την εξέλιξη τους με όλες τις αλλοιώσεις, τις παραμορφώσεις και μεταπτώσεις των ήχων και της φωνής, όπως συμβαίνει και στον ανθρώπινο ψυχισμό.
Σχετικά με αυτό που διατυπώνει, σκέφτομαι ότι η κατασκευή από τον ίδιο τον άνθρωπο του δημιουργού του ανοίγει ευρύτερα το ζήτημα της αναπαραστατικής κατασκευής του αντικειμένου από το ίδιο το υποκείμενο. Η απαρχή της ψυχικής ζωής του υποκειμένου που βρίσκεται; Στον ψυχισμό του ίδιου του υποκειμένου ή του αντικειμένου, του γονικού αντικειμένου; Το ασυνείδητο του γονικού αντικειμένου πόσο θα επιδράσει και θα καθορίσει το ασυνείδητο του υποκειμένου;
Το λογοπαίγνιο, που δίνει τη δυνατότητα να ανακαλύψουμε ότι υπάρχει μια σειρά και μια διαδοχή στην ιστορία των λέξεων, την οποία διακρίνουμε μέσα από την ετυμολογία τους, μας οδηγεί στο ζήτημα της μετάδοσης του ασυνειδήτου από γονέα σε παιδί, από γενιά σε γενιά, και από τη μία ιστορική περίοδο στην άλλη.
Υφίσταται άραγε σχέση ανάμεσα στο hesmi (της ινδοευρωπαϊκής κοινής) και του ειμί και του sum ,ακολουθώντας τη φωνοτακτική δομή της λατινικής γλώσσας; Ένας συγκριτικός γλωσσολόγος θα μας έδινε την απάντηση, αλλά δεν εστιάζω τόσο σε αυτό όσο σε ό,τι κατανοώ από το λογοπαίγνιο του Γουίνικοτ, ότι δηλαδή δεν είμαι ένας, είμαι πολλοί, είμαι σύνολο πραγμάτων όπως και η κάθε λέξη. «Αυτό που ονομάζω εγώ είναι αυτό κι εκείνο που έχω μαζέψει…» Η ετυμολογία των λέξεων μας εξιστορεί την καταγωγή και την εξέλιξη τους με όλες τις αλλοιώσεις, τις παραμορφώσεις και μεταπτώσεις των ήχων και της φωνής, όπως συμβαίνει και στον ανθρώπινο ψυχισμό.
Οι σκέψεις αυτές γεννιούνται σε μία ομιλία που δόθηκε σε μαθηματικούς. Στην ομιλία αυτή ο Γουίνικοτ θα μιλήσει επίσης για τον ψευδή εαυτό, τη συνέχεια του είναι και του αποσχισμένου νου. Το εντυπωσιακό είναι ότι οι μαθηματικοί θα κατανοήσουν επαρκώς τη σημασία αυτών των ψυχικών φαινομένων που εν πολλοίς θα θεωρούσαμε ότι μόνο λίγοι και ειδικοί θα κατανοούσαν, όσοι μοιράζονται ένα ειδικό ψυχαναλυτικό λεξιλόγιο, κλειστό και στην καλύτερη περίπτωση απομονωμένο, αν όχι μονωμένο.
Ακολουθώντας τη σκέψη του Γουίνικοτ οι παρακάτω στίχοι του Τ.Σ. Έλιοτ επιβεβαιώνουν το βάθος στο οποίο οι ποιητές έχουν πραγματευτεί τα ζητήματα της ανθρώπινης κατάστασης.
«Πεθαίνουμε μ’ εκείνους που πεθαίνουν:
Δες αναχωρούν, κι εμείς πηγαίνουμε μαζί τους.
Γεννιόμαστε με τους νεκρούς:
Δες, επιστρέφουν, και μας φέρνουνε μαζί τους.
Η στιγμή του ρόδου κι η στιγμή του κυπαρισσιού
Είναι ίσης διάρκειας.»
(Μετάφραση: Θάνος Κανδύλας)
Ο ρόλος της μητέρας
Σε ένα άλλο κείμενο του βιβλίου, «Η συμβολή της μητέρας στην κοινωνία» (υστερόγραφο στην πρώτη συλλογή ραδιοφωνικών ομιλιών η οποία εκδόθηκε με τον τίτλο Το παιδί και η οικογένεια το 1957), αναφέρεται στη βαθιά του ανάγκη να μιλήσει για τις μητέρες (σελ. 148).
Επισημαίνει ότι οι πατέρες είναι εξίσου σημαντικοί και ένα ενδιαφέρον για τη μητρική λειτουργία θα περιλάμβανε και ένα ενδιαφέρον για τους πατέρες. «Τον τελευταίο μισό αιώνα έχουμε πολύ μεγαλύτερη επίγνωση της αξίας του σπιτιού. Το στήσιμο του σπιτικού από τους δύο γονείς και η φροντίδα προς τα παιδιά τους είναι το πραγματικό θεμέλιο και το εργοστάσιο της δημοκρατικής τάσης στο κοινωνικό σύστημα μιας χώρας».
Στην ομιλία αυτή θέτει το ερώτημα: «Μήπως η συμβολή της αφοσιωμένης μητέρας κατά την εγκυμοσύνη και τους πρώτους μήνες μετά τη γέννηση, δηλαδή στο ξεκίνημα, δεν αναγνωρίζεται ακριβώς επειδή είναι τεράστια;» Και συνεχίζει: «Αν αυτή η συμβολή γίνει αποδεκτή τότε […] ως βρέφος (άρρεν ή θήλυ) αυτό το άτομο χρωστάει απείρως σε μία γυναίκα. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας αναγνώρισης δεν θα είναι η ευγνωμοσύνη αλλά η μείωση ενός φόβου μέσα μας. Αν δεν υπάρχει αναγνώριση του ιστορικού γεγονότος της απόλυτης εξάρτησης κατά τα πρώτα στάδια της ζωής τότε θα παραμένει ένας αόριστος φόβος εξάρτησης που κάποιες φορές θα πάρει τη μορφή ενός φόβου για τη ΓΥΝΑΙΚΑ, ή του φόβου για μία γυναίκα ενώ σε άλλες περιπτώσεις θα λάβει λιγότερο αναγνωρίσιμες μορφές στις οποίες πάντοτε θα περιλαμβάνεται ο φόβος της κυριαρχίας. Αυτός ο φόβος που έχει βαθιές ρίζες στον ανθρώπινο ψυχισμό μπορεί να ανιχνευτεί στη ψυχολογία του δικτάτορα ή στις συμπεριφορές ομάδων» (σελ. 149).
Γνωρίζουμε ότι ο Γουίνικοτ έζησε την περίοδο μεγάλης θεωρητικής διαμάχης στους κόλπους της ψυχανάλυσης, κρατώντας τη θέση του ενδιάμεσου.
Και με μία ισχυρή δόση αυτοσαρκασμού, λέει ότι «η λύση για έναν άντρα που έχει παγιδευτεί σ αυτό το πρόβλημα είναι να λάβει μέρος σε αντικειμενική μελέτη του ρόλου της μητέρας, ειδικά εκείνου που αυτή διαδραματίζει στο ξεκίνημα».
Διαπιστώνει κάποιος ότι, μιλώντας για έναν απωθημένο φόβο εξάρτησης από τη μητέρα, μετακινεί την ψυχαναλυτική σκέψη από το θεμελιακό ρόλο που έπαιξε το άγχος ευνουχισμού στη φροϋδική θεωρία, στη σχέση με το πρωταρχικό μητρικό αντικείμενο και την προ-οιδιπόδεια συνθήκη. Κι αυτό το κάνει σε μία ραδιοφωνική εκπομπή.
Γνωρίζουμε ότι ο Γουίνικοτ έζησε την περίοδο μεγάλης θεωρητικής διαμάχης στους κόλπους της ψυχανάλυσης, κρατώντας τη θέση του ενδιάμεσου. Για τον Γουίνικοτ υπάρχουν εκείνοι που δημιουργούν αυτό που βρίσκουν από την ίδια τους την επιθυμία και εκείνοι που συμμορφώνονται στις ανάγκες του περιβάλλοντος, του μητρικού σφετερισμού αλλά, θα λέγαμε, και της δογματικής ψυχαναλυτικής θεωρίας. Μια ποιητική εικόνα που μας δίνει σε κάποιο σημείο του βιβλίου ίσως δείχνει το δικό του τρόπο να ξεπερνάει τις διαμάχες: «Συμβαίνει συχνά ακριβώς πριν από την κατανόηση κάποιου ζητήματος να υπάρχει ένα στάδιο άρνησης ή τυφλότητας ή εθελοτυφλίας ακριβώς όπως η θάλασσα αποτραβιέται από την παραλία πριν από την εκτίναξη του βροντώδους κύματος». Αναφορά στον Φρόυντ και τα ζητήματα γύρω από τη πρωταρχική γυναικεία σεξουαλικότητα; Αρνήθηκε να τα μελετήσει ή αποτραβήχτηκε, όπως η θάλασσα, για να έρθει το κύμα της μετα-φροϋδικής σκέψης;
Αναχωρήσεις και επιστροφές
Στο κείμενο με τίτλο «Το παιδί στην οικογενειακή ομάδα» (1966) υπάρχει ένα υποκεφάλαιο με τίτλο «Αναχωρήσεις και επιστροφές». Εκεί ο Γουίνικοτ αναφέρει: «το οικογενειακό πρότυπο του παιδιού εφοδιάζει το παιδί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο με εκείνα τα υπολείμματα του παρελθόντος έτσι ώστε όταν το παιδί ανακαλύπτει τον κόσμο να υπάρχει πάντα ένα ταξίδι επιστροφής που να έχει νόημα» (σελ. 161).
Σπίτι είναι εκεί από όπου ξεκινάμε, αλλά επιπλέον σπίτι είναι εκεί όπου επιστρέφουμε. Η αφετηρία είναι σημαντική γιατί δίνει τη δυνατότητα επιστροφής.
Η κατάκτηση της ενδιάμεσης περιοχής της εμπειρίας μέσα στην οποία θα αναπτυχθούν τα μεταβατικά φαινόμενα προϋποθέτει μια σταθερότητα στην εμπειρία των σχέσεων, ένα σταθερό σημείο, ένα σπίτι, μια αρχή, το μητρικό σώμα και τις φροντίδες του μητρικού περιβάλλοντος. Μέσα σε αυτή την περιοχή το άτομο, έχοντας διανύσει μια διαδρομή, έχοντας αναχωρήσει, έχοντας απλώσει το χέρι όπως λέει ο Γουίνικοτ προς το αντικείμενο που βρίσκεται στο δρόμο του, έχοντας παίξει μαζί του και έχοντάς το χρησιμοποιήσει ως σύμβολο ένωσης, έχει στη συνέχεια ανάγκη να πάρει το δρόμο της επιστροφής. Το κέντρο, το θεμέλιο, η βάση μαζί με την ακτίνα, λέει ο Θ. Χατζόπουλος στο επίμετρο. Το παιδί, μετά την εξερεύνηση στον κόσμο και στα αντικείμενα του, θα νιώσει την ανάγκη να επιστρέψει στη μητέρα ή στη κούνια του και να συγχωνευτεί ξανά. Σπίτι είναι εκεί από όπου ξεκινάμε, αλλά επιπλέον σπίτι είναι εκεί όπου επιστρέφουμε. Η αφετηρία είναι σημαντική γιατί δίνει τη δυνατότητα επιστροφής.
Στις απαρχές της ζωής η επιστροφή στη συγχωνευτική ένωση με τη μητέρα είναι η επανεύρεση της μητρικής αγκαλιάς και της μητρικής μυρωδιάς. Αργότερα, καθώς η απαρτίωση και το ξεχώρισμα θα ενισχύεται, η επιστροφή θα αναβιώνεται μέσα στα σκεπάσματά μας, στις αγκαλιές του έρωτα, στις σελίδες ενός βιβλίου, μέσα σε ένα έργο τέχνης, μέσα σε ένα όνειρο ή μέσα από μία γευστική απόλαυση.
Αναχωρήσεις και επιστροφές απαντώνται σε όλη την πορεία της ψυχικής ζωής, από τη βρεφική ηλικία μέχρι και μετά την ενηλικίωση, σε πολλά στάδια και ανθρώπινες καταστάσεις. Η εγκυμοσύνη, η πρωταρχική μητρική ενασχόληση, η εφηβεία, ο στρατός, η εμμηνόπαυση, η σύνταξη είναι διαδικασίες αναχωρήσεων και επιστροφών. Είναι διαδικασίες κατά τις οποίες απαιτείται μια έξοδος από την προηγούμενη κατάσταση, μια λύση της αυταπάτης. Τη διαδρομή από την αποαπαρτίωση στην επιστροφή στο σπίτι και την επαναπαρτίωση και τη συνέχεια του εαυτού, τη συναντάμε στη συνθήκη του ονείρου, την έξοδο από έναν εφιάλτη, την έξοδο από το παιχνίδι, από τις αγκαλιές του έρωτα, το τέλος μιας θεατρικής παράστασης, την ανάγνωση ενός βιβλίου, τη λήξη της αναλυτικής συνεδρίας.
Σκέφτομαι ότι ενώ ο δρόμος της απομάκρυνσης, ο δρόμος προς την προσωπική ελευθερία και αυτονομία, έχει περιγραφεί και μπορεί να αναπαρασταθεί ευκολότερα, η αντίστροφή διαδρομή, η επιστροφή στο σπίτι, στις απαρχές των αισθητηριακών εμπειριών και προλεκτικών βιωμάτων είναι μια διαδικασία που κάποιος κρατάει στην περιοχή του ψυχισμού του η οποία είναι ιδιωτική, δεν αποκαλύπτεται παρά μόνο κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες ή είναι η περιοχή του incommunicado, όπως αναφέρει ο Γουίνικοτ, η περιοχή που δεν θα φτάσουμε ποτέ εντελώς, ένα στοιχείο που είναι ιερό. Κι αυτή είναι μία άλλη διαφοροποίηση του Γουίνικοτ σε σχέση με την ερμηνευτική πρακτική της ψυχανάλυσης.
Την εποχή εκείνη, ως παιδί, η εικόνα αυτών των δράκων με γέμιζε με σύγχυση, φόβο και μια αίσθηση ανοίκειου. Πώς γίνεται ο δράκος να κοιμάται έχοντας τα μάτια του ανοιχτά και να είναι ξύπνιος έχοντας τα μάτια του κλειστά;
Στο ίδιο υποκεφάλαιο ο Γουίνικοτ αναφέρει: «Παρατηρώντας ένα παιδί δύο ετών μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε τη συνύπαρξη αναχωρήσεων και ταξιδιών επιστροφής που δεν ενέχουν παρά ελάχιστο κίνδυνο, όπως και αναχωρήσεων και επιστροφών που είναι σημαίνουσες καθώς αν αποτύχουν αλλάζουν ολόκληρη τη ζωή του παιδιού».
Δεν το λέει έτσι ακριβώς ο Γουίνικοτ, αλλά έτσι κάπως το κατανοώ, η διαδικασία αναχωρήσεων και επιστροφών στο σπίτι και τα εμπόδια που θα βρει κάποιος σε αυτή τη διαδρομή του «πέρα-δώθε» ανοίγει το ζήτημα των παθολογικών αμυντικών οργανώσεων όπως αυτή του «ψευδούς εαυτού» ή της διάσχισης του νου από το ψυχικό, καθώς και το ζήτημα της ελευθερίας και της δημοκρατικής τάσης, ζητήματα που αναπτύσσει στο τρίτο μέρος του βιβλίου.
Κείμενα σχετικά με κοινωνικά ζητήματα και έννοιες
Το τρίτο μέρος του βιβλίου είναι μια συλλογή στοχαστικών κειμένων σχετικά με διάφορα κοινωνικά ζητήματα και έννοιες. Ο Γουίνικοτ υποστηρίζει, και το αναδεικνύει με αυτές τις διαλέξεις, ότι ένα από τα έργα της ψυχολογίας και του αναλυτή είναι να μελετήσει και να παρουσιάσει τις λανθάνουσες ιδέες που υπάρχουν στη χρήση εννοιών όπως δημοκρατία, ελευθερία, ψυχική υγεία, χωρίς να περιορίζει την προσοχή του στην προφανή ή συνειδητή σημασία τους (σελ. 285).
Στο μέρος αυτό του βιβλίου κατανοούμε καλύτερα ότι η θεωρία έχει μια δημόσια και μια ιδιωτική, προσωπική πλευρά. Η ταυτότητα του αναλυτή μπορεί να διαχωριστεί από την προσωπική του ταυτότητα; Άλλοτε συμφώνησα μαζί του, άλλοτε βρέθηκα σε αμηχανία με τις θέσεις του.
Σκεπτόμενη, ωστόσο, κυρίως αυτό το τρίτο μέρος του βιβλίου, παραθέτω το σχόλιο του Philip Adams με το οποίο συμφωνώ: «το ερώτημα που τίθεται στο πλαίσιο της ψυχαναλυτικής κατανόησης της ανάπτυξης κυρίως από την σκοπιά του Γουίνικοτ, δηλαδή πως ένα άτομο μεγαλώνει από την πρώιμη κατάσταση της απληστίας και της απόλυτης εξάρτησης από τη μητέρα στη σχετική αυτονομία κατά την οποία αναγνωρίζει την ύπαρξη των άλλων ανθρώπων χωρίς να χάνει την αυθεντικότητα και την επιθυμία -χωρίς την ψευδή λύση μιας αυστηρής και άκαμπτης πεποίθησης ή ενός δυνατού αρχηγού-, συνέπεσε χρονικά με την απειλή της ιδέας της δημοκρατίας στην Ευρώπη».
Μάτια πότε ανοιχτά, πότε κλειστά
Διαβάζοντας το βιβλίο, ανασύρθηκε στο νου μου μια ανάμνηση από την παιδική μου ηλικία, δεν μπορώ να πω με σιγουριά σε ποιο σημείο, αλλά αυτό δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία. Θυμήθηκα τον παππού μου να λέει σε εμένα και στα άλλα εγγόνια του μετά το φαγητό, καθιστοί όλοι μας στον ξύλινο καναπέ, ένα παραμύθι με δράκους που όταν κοιμόντουσαν είχαν ανοικτά τα μάτια τους και όταν ήταν ξύπνιοι τα είχαν κλειστά. Την εποχή εκείνη, ως παιδί, η εικόνα αυτών των δράκων με γέμιζε με σύγχυση, φόβο και μια αίσθηση ανοίκειου. Πώς γίνεται ο δράκος να κοιμάται έχοντας τα μάτια του ανοιχτά και να είναι ξύπνιος έχοντας τα μάτια του κλειστά; Εάν συναντιόμασταν θα έπρεπε να καταλάβω ότι έχοντας κλειστά τα μάτια, ένας τέτοιος δράκος με βλέπει, ενώ αντιθέτως έχοντας τα μάτια του ανοικτά δεν με βλέπει. Η παράδοξη αυτή κατάσταση των δράκων, έξω από την ανθρώπινη λειτουργική συνθήκη, ήταν τότε ένα ερέθισμα, μια αφορμή να βιώσω τον εσωτερικό διάλογο, να δημιουργήσω μέσα μου μια περιοχή φαντασιώσεων, να μορφοποιήσω εσωτερικά αυτή την εικόνα που έπαιρνα από τον παππού μου και να δώσω στο φόβο μου φτερά μέσα στην ασφάλεια του ξύλινου καναπέ και της αγκαλιάς του.
Υπάρχει και η περίπτωση, έχοντας τα μάτια μας ανοιχτά, ιδιαίτερα στο ξεκίνημα της ζωής μας, ο έξω κόσμος να μας τυφλώσει, με τους σφετερισμούς και την αποτυχία του.
Το παράδοξο αυτό δεν αμφισβητήθηκε καθόλου τότε. Ούτε σήμερα το αμφισβητώ. Αν και τότε οι δράκοι ήταν τρομακτικοί, στο σήμερα η ψυχανάλυση, η σκέψη του Γουίνικοτ με καθησυχάζουν, εξηγώντας μου ότι η συνθήκη των δράκων είναι η κατάσταση της ανθρώπινης φύσης και η λειτουργία του ασυνειδήτου. Έχοντας τα μάτια μας κλειστά, η εξωτερική εικόνα του κόσμου παύει. Εάν έχουμε κατακτήσει το αληθές ζην και το αληθινό σπίτι μέσα μας, μπορούμε τότε κλείνοντας τα μάτια να βλέπουμε τον κόσμο πραγματικά, γιατί μόνο έτσι επιστρέφουμε στις μύχιες περιοχές του εαυτού μας και στον ασφαλή χώρο της αληθινής συνάντησης με τον κόσμο. Έχοντας τα μάτια μας ανοιχτά, δεν είναι πάντα σίγουρο ότι η πραγματικότητα που εισέρχεται μέσω της όρασης και των αισθήσεων δεν θα διαψευστεί, δεν θα τροποποιηθεί ή δεν θα αγνοηθεί. Είναι πιθανό με τα μάτια μας ανοικτά να μην μπορέσουμε να δούμε. Υπάρχει και η περίπτωση, έχοντας τα μάτια μας ανοιχτά, ιδιαίτερα στο ξεκίνημα της ζωής μας, ο έξω κόσμος να μας τυφλώσει, με τους σφετερισμούς και την αποτυχία του. Και τότε, όπως λέει ο Γουίνικοτ, να αναγκαστούμε να κλείσουμε τον εαυτό μας σε ένα κέλυφος ύπνου για να προστατευτούμε, δίνοντας στους άλλους την εντύπωση ότι έχουμε ανοικτά τα μάτια και τους βλέπουμε, ενώ στην πραγματικότητα θα έχουμε βυθίσει τον αληθή εαυτό μας στον ύπνο.
*Η ΑΝΤΩΝΙΑ ΦΥΡΙΓΟΥ είναι ψυχολόγος MSc, ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια, τακτικό μέλος της Ε.Ε.Ψ.Ψ.Π.Ε και του Ε.Ψ.Χ.Ντ. Γ. Γ.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ντόναλντ Γουντς Γουίνικοτ [1896-1971], ήταν Άγγλος παιδίατρος και ψυχαναλυτής που είχε ιδιαίτερη επιρροή στον τομέα της θεωρίας των σχέσεων αντικειμένων και της αναπτυξιακής ψυχολογίας.
![]() |
|
Εικόνα: Freud Museum |
Ο πλέον επιφανής και επιδραστικός της ενδιάμεσης ομάδας των ανεξάρτητων ψυχαναλυτών της Βρετανικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, γνωστός ιδιαίτερα για την εισαγωγή εννοιών όπως το μεταβατικό αντικείμενο και ο ψευδής εαυτός.
Στην ελληνική γλώσσα έχουν εκδοθεί περισσότερα από δέκα βιβλία του.

























