
Για το βιβλίο του Αλέξη Τσίπρα «Ιθάκη», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg. Εικόνα: Από την πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου στο Παλλάς.
Γράφει ο Γιώργος Σιακαντάρης
«Gut gegraben, alter Maulwurf (Καλά έσκαψες, παλιέ τυφλοπόντικα!)
Και να ήθελε ο συγγραφέας του βιβλίου να διαβαστεί η Ιθάκη μόνο ως βιβλίο -που μάλλον δεν θέλει-, δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Κάθε βιβλίο ενεργού πολιτικού είναι απόπειρα πολιτικής παρέμβασης. Τέτοιο είναι και το βιβλίο του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. Κάθε βιβλίο ενεργού πολιτικού σηκώνει διαφορετικές αναγνώσεις, η καθεμιά με το δικό της αξιακό φορτίο. Διαφωνώ με όσους ισχυρίζονται πως εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο απολογισμού, ένα βιβλίο για το παρελθόν ή «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών». Αυτή είναι μια υπό-πολιτική ερμηνεία ενός πολιτικού έργου. Η δική μου ανάγνωση τείνει να καταλήξει στο συμπέρασμα πως ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το παρελθόν για να μιλήσει για το αύριο. Πάντως, το κανονικό και όχι προκατειλημμένο διάβασμά του σε παραπέμπει σε σημεία που ο συγγραφέας επανεξετάζει πολλές από τις συντεταγμένες των πολιτικών που άσκησε, κυρίως από τη στιγμή που ανέλαβε το τιμόνι της διακυβέρνησης, χωρίς όμως ν’ απορρίπτει τον πυρήνα τους.
Θα χρησιμοποιήσω εδώ μια κοινότοπη και τετριμμένη φράση, την οποία όμως δεν μπορώ να αποφύγω. Ο συγγραφέας μιλά για όλους και για όλα. Μιλά υποκειμενικά – πώς άλλωστε θα μπορούσε να μιλήσει διαφορετικά; Το μειονέκτημα εδώ είναι ότι αυτός που μιλά υποκειμενικά είναι και το υποκείμενο της ιστορίας που αφηγείται. Το πλεονέκτημα είναι πως αυτό το υποκείμενο δεν επιδιώκει να κρυφτεί, ούτε να κρύψει την πραγματικότητα, όπως συνήθως κάνουν οι πολιτικοί σ’ ανάλογες περιπτώσεις. Ο Τσίπρας, όπως μας λέει ο ίδιος, γράφει για να την αλλάξει. Σε κάποιο σημείο του βιβλίου του αναφέρει πως από τα νεανικά του χρόνια τον είχαν συνεπάρει τα λόγια του Μαρξ «οι φιλόσοφοι ερμηνεύουν τον κόσμο, το ζητούμενο όμως είναι να τον αλλάξεις». Όσο κι αν ποτέ δεν μου άρεσε αυτή η φράση του Μαρξ, οι φιλόσοφοι όντως είναι για να ερμηνεύουν τον κόσμο και μέχρι εκεί, τουλάχιστον ως φιλόσοφοι, αλλά οι πολιτικοί πράγματι είναι για να τον αλλάζουν, τουλάχιστον ως πολιτικοί.
Το πώς θα διαβάσει κανείς/καμία αυτό το βιβλίο, εξαρτάται από το πού θα σταθεί. Και δεν εννοώ στον καναπέ ή στο γραφείο. Εννοώ την οπτική της/του γωνία. Αν κανείς θεωρεί πως το μείζον είναι η αντίθεση λαϊκισμός-αντιλαϊκισμός, τότε οι κρίσεις του θα είναι αρνητικές και για το βιβλίο και για τον συγγραφέα του. Αν όμως θεωρεί πως η κυρίαρχη αντίθεση είναι μεταξύ των ανεξέλεγκτων αγορών και της επιθυμίας για δημοκρατία, ισότητα και υπεράσπιση των λιγότερων ευνοημένων (η αντίθεση δηλαδή Αριστερά- Δεξιά), τότε η κρίση του για το βιβλίο και τον συγγραφέα του, παρά τις «αστοχίες υλικού», θα είναι πιο ευνοϊκή και πιο θετική. Αν πάλι κρίνει το βιβλίο και τον συγγραφέα του υπό το πρίσμα της αντίθεσης μεταξύ πολιτικής-αντιπολιτικής, τότε επίσης θα βρει πολλά πράγματα υπέρ της πολιτικής. Δυστυχώς, πολλοί που ασκήσαμε δριμεία κριτική στον Τσίπρα -μεταξύ των οποίων και ο γράφων αυτές τις γραμμές- τον «διαβάσαμε» μόνο υπό το πρίσμα της πρώτης αντίθεσης. Αν όμως τον είχαμε διαβάσει υπό την οπτική γωνία της διάκρισης Αριστεράς-Δεξιάς, τότε η ματιά θα ήταν διαφορετική. Και σ΄ αυτό το βιβλίο αναδεικνύεται εκ νέου αυτή η «ξεχασμένη» διάκριση. Αν σε τελική ανάλυση δεχτούμε πως αυτή η διάκριση όχι μόνο είναι υπαρκτή, αλλά και αναγκαία για να αναζωογονηθεί το ενδιαφέρον για την πραγματική πολιτική, τότε έχουμε πολλά θετικά να βρούμε σ’ αυτό το βιβλίο.
Τα νεανικά χρόνια της στράτευσης στην Αριστερά
Ο απόπλους του συγγραφέα ξεκινά από τα νεανικά του χρόνια, όταν στρατεύτηκε στην Αριστερά. Αυτά ο ίδιος τα χαρακτηρίζει «χρόνια της αθωότητας». Εκεί περιγράφει τους λόγους για τους οποίους στα μαθητικά του χρόνια εντάχθηκε στο ΚΚΕ και το ακολούθησε όταν αυτό μαζί με την ΕΑΡ έκαναν τον Συνασπισμό της Αριστεράς. Δεν ακολούθησε όμως το ΚΚΕ όταν αυτό αποχώρησε από τον ΣΥΝ, παραμένοντας ο ίδιος. Η τριβή του με τα κινήματα της αντιπαγκοσμιοποίησης (Γένοβα) καθόρισαν τις πρώτες πολιτικές του αντιλήψεις. Σε μια δεκαετία έγινε, σε ηλικία 25 ετών, γραμματέας της νεολαίας του ΣΥΝ, υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων με πολύ καλό ποσοστό και εντέλει στα 34 του αρχηγός κόμματος, αρχικά του Συνασπισμού, και στη συνέχεια του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Στο βιβλίο είναι εμφανές πως η σοσιαλδημοκρατία και η ελληνική «εκδοχή» της δεν αποτελούσε επιθυμητή πολιτική οικογένεια γι’ αυτόν.
Βεβαίως, αναφέρει πως το μεγάλο ατού του ήταν το «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης», χωρίς να μπαίνει στις λεπτομέρειές του. Έχει δίκιο πως αυτό το Πρόγραμμα έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία.
Στη συνέχεια, περιγράφει το πώς κατόρθωσε ένα κόμμα, το οποίο σε κάθε εκλογική αναμέτρηση αγωνιούσε για το εάν θα περάσει το όριο του 3%, να γίνει κυβερνητικό. Ως μειονέκτημα θεωρώ το γρήγορο τρόπο που περνά τα χρόνια που προηγήθηκαν της ανόδου του στην εξουσία. Εδώ θα μπορούσε να είναι πιο τολμηρός και ν’ αναδείξει την πόλωση που εκμεταλλεύτηκε για να γίνει αυτό, αλλά και να κατακρίνει το τοξικό κλίμα που επικράτησε κατά όλων όσοι είχαν ψηφίσει τα δυο πρώτα μνημόνια, επειδή δυστυχώς γι’ αυτούς δεν υπήρχε άλλη διέξοδος. Μετά είδε να επαναλαμβάνεται πάνω του το ίδιο σενάριο. Βεβαίως, αναφέρει πως το μεγάλο ατού του ήταν το «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης», χωρίς να μπαίνει στις λεπτομέρειές του. Έχει δίκιο πως αυτό το Πρόγραμμα έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Είναι άλλο όμως το τι εφαρμόστηκε και το τι δεν εφαρμόστηκε από αυτό.
Η κυβέρνηση και το δημοψήφισμα
Μετά από τρία χρόνια (2012-2015) που ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχώς ανέβαινε, ήρθε η εποχή να γίνει κυβέρνηση. Δυστυχώς, μαζί με τους Ανεξάρτητους Έλληνες του Πάνου Καμμένου. Αυτούς τους χαρακτηρίζει ως κόμμα της λαϊκής Δεξιάς, τονίζοντας πως «η συνεργασία μου με τον Καμμένο, τον Ιανουάριο του 2015, ήταν ένα άνοιγμα στον κόσμο της λαϊκής Δεξιάς, ώστε να μη θεωρηθεί ότι ήρθε η Αριστερά για να πάρει την ιστορική ρεβάνς για τον Εμφύλιο» (σ. 121). Ήθελε δηλαδή ν’ αναδείξει πως τα τραύματα του Εμφυλίου είχαν ξεπεραστεί.
Σε πολλά σημεία, ο συγγραφέας αναγνωρίζει τη μη ετοιμότητα του ιδίου και του κόμματός του να κυβερνήσει, αλλά και το εφήμερο της νίκης του και της δυσκολίας που είχε η ανάληψη της εξουσίας.
Το περιστατικό όπου αντί να πάρει το ασανσέρ ο Σταύρος Θεοδωράκης, συνέχισε από τη σκάλα και εκεί συνάντησε τον Παναγιώτη Λαφαζάνη, ο οποίος του είπε πως η συμφωνία με τον Καμμένο είχε κλείσει, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει το παράταιρο αυτής της συνεργασίας. Οι ΑΝΕΛ ήταν ένας καθαρά αποκρουστικός ακροδεξιός σχηματισμός. Σε πολλά σημεία, ο συγγραφέας αναγνωρίζει τη μη ετοιμότητα του ιδίου και του κόμματός του να κυβερνήσουν, αλλά και το εφήμερο της νίκης του και της δυσκολίας που είχε η ανάληψη της εξουσίας. «Είχα απόλυτη επίγνωση του εφήμερου» (σ. 115). Αλλά εδώ υπενθυμίζει πως το μείζον ήταν η βασική διαχωριστική γραμμή που είχε θέσει όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση. Και αυτή είχε να κάνει με την ανάγκη της αντίστασης στις προτάσεις των εταίρων. Προτάσεις που οδηγούσαν κατευθείαν στην ύφεση και στη ραγδαία πτώση του ΑΕΠ. Δεν αναφέρομαι στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών, γιατί η τιμωρητική διάθεση πολλών εταίρων, προεξάρχοντος του Σόιμπλε, και ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός κάποιων άλλων, σαν του Τόμσεν, δεν τους επέτρεπαν καθόλου να λάβουν υπόψη τους την παράμετρο του βιοτικού επιπέδου των πολιτών.

Γι’ αυτούς σημασία είχαν μόνο τα νούμερα των ελλειμάτων και του δημόσιου χρέους. Το πρόβλημα θα λυνόταν εύκολα, αν υπήρχε άλλος δρόμος χρηματοδότησης της χώρας. Αλλά από τη στιγμή που η μοναδική θέση στην Ε.Ε. ήταν η δημοσιονομική πειθαρχία και η τήρηση του Συμφώνου Σταθερότητας, έξω από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ δεν υπήρχαν άλλες πηγές χρηματοδότησης. Αυτό φαίνεται και στα σπαρταριστά επεισόδια των συναντήσεων με τον Πούτιν και τους συνεργάτες του, όπου ο Μεντβέντεφ δεν καταλάβαινε γιατί τον αποκαλούν σύντροφο, τα οποία αφηγείται ο συγγραφέας.
Οι μετέπειτα εξελίξεις όντως έδειξαν πως ΔΝΤ και Σόιμπλε δεν συγκινούνται από κάτι τέτοια. Τα κολλήματα του νεοφιλελευθερισμού και του τιμωρητικού προτεσταντισμού αποδείχθηκαν πιο ισχυρά από τις ανάγκες των λαών.
Η αιτιολόγηση του δημοψηφίσματος με βάση τη λογική πως αυτό θα αποτελούσε μοχλό πίεσης, δεν είναι πειστική για εμένα. Ο Αλέξης Τσίπρας μάλλον συμφωνεί με την κρίση μου. Για την αρχή της διακυβέρνησής του γράφει, «είχαμε υπολογίσει ότι αν εμφανιστούμε αδιάλλακτοι, αν βάλουμε μπροστά έναν σκληρό διαπραγματευτή (τον Βαρουφάκη δηλαδή, σημείωση δική μου) και κρατήσουμε μια ανυποχώρητη στάση, τότε οι Ευρωπαίοι θα θορυβηθούν... Όμως η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική» (σ. 169). Οι μετέπειτα εξελίξεις όντως έδειξαν πως ΔΝΤ και Σόιμπλε δεν συγκινούνται από κάτι τέτοια. Τα κολλήματα του νεοφιλελευθερισμού και του τιμωρητικού προτεσταντισμού αποδείχθηκαν πιο ισχυρά από τις ανάγκες των λαών.
Ένα πράγμα όμως γίνεται πιο διαυγές: πρόθεση του Τσίπρα δεν ήταν η έξοδος από το ευρώ. Ο χώρος του Συνασπισμού, πριν αυτός συναντήσει τον ελληνικό ριζοσπαστισμό, όχι μόνο δεν ήταν αντιευρωπαϊκός, αλλά ήταν και ο πιο βαθιά φιλοευρωπαϊκός χώρος στη χώρα. Γράφει, «ο φιλοευρωπαϊσμός μου δεν ήταν συγκυριακός. Είχα μια βαθιά ριζωμένη φιλοευρωπαϊκή αριστερή κουλτούρα» (σ. 116). Το ίδιο ίσχυε και για τον παλιό Συνασπισμό. Η συνάντησή του όμως με μια συγκεκριμένη πλευρά του ελληνικού ριζοσπαστισμού και με ορισμένες ακραίες όψεις των κινημάτων κατά της παγκοσμιοποίησης, άλλαξε κάπως αυτόν τον φιλοευρωπαϊσμό. Η Ελλάδα όμως δεν ήταν σε θέση μόνη της ν’ αλλάξει την αρχιτεκτονική του ευρώ και τις ιδεοληψίες των κυρίαρχων κύκλων της Ε.Ε. Και αυτό ο πρώην πρωθυπουργός και συγγραφέας αυτού του βιβλίου το συνάντησε μπροστά του όλο αυτό το διάστημα.
Ίσως όμως και όσοι τον κατέκριναν τότε, διαβάζοντας τον, μπορούν να καταλάβουν πως με αυτή του τη στάση αφύπνισε τους σοσιαλιστές, αλλά και τους άλλους λαούς. Και μόνο αυτό να πέτυχε δεν ήταν λίγο. Πάντως μέσα στην Ε.Ε. δεν ακολουθούσαν όλοι τη λογική τού «θέλουν να μας τελειώσουν» (σ. 249) ή «να ταπεινώσουν αυτή την κυβέρνηση» (σ. 276). Υπήρχαν και οι σοσιαλιστές και οι σοσιαλδημοκράτες, όπως ο Ολάντ, ο Ρέντσι, ο Μοσκοβισί και ο Ντράγκι, που προσπάθησαν να αποφύγουν το κακό σενάριο. Και ευτυχώς τα κατάφεραν. Βεβαίως, και η Μέρκελ περιγράφεται στο βιβλίο ως πιο συγκαταβατική. Επίσης, νομίζω πως ο Ντόναλντ Τούσκ αδικείται από την περιγραφή του συγγραφέα, αφού μετά το δημοψήφισμα ήταν αυτός που κράτησε τους άλλους ηγέτες να μη φύγουν από τη Σύνοδο Κορυφής και να ρίξουν έτσι τη χώρα στον γκρεμό. Εξάλλου, και ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει πως αυτός στην κρίσιμη μετά το δημοψήφισμα Σύνοδο Κορυφής δήλωσε στους άλλους ηγέτες, που ετοιμάζονταν -ακόμη και η Μέρκελ- να εγκαταλείψουν την αίθουσα: «Δεν φεύγουμε, αν δεν κλείσουμε συμφωνία». Και δεν έφυγαν. Ευτυχώς και για εμάς, αλλά και για αυτούς. Πάντως, ο Αλέξης Τσίπρας και η πλειοψηφία της ηγετικής ομάδας -ακόμη και ο Βαρουφάκης- δεν ήθελαν ποτέ την έξοδο της χώρας από το ευρώ. Οι ενστάσεις αφορούν τ’ ότι τα μέσα που χρησιμοποίησαν μπορούσαν να προκαλέσουν κάποιο «ατύχημα».
Ταυτόχρονα, υπήρχε και η ιδέα ενός «παράλληλου προγράμματος» που θα αφορούσε τους ασθενέστερους.
Η συνέχεια του δρόμου είναι γνωστή. Αφού η χώρα παρέμεινε στο ευρώ και την Ε.Ε, από το οποίο ήθελαν να τη διώξουν ο Σόιμπλε και ο «σοσιαλιστής» Γερούν Ντάισελμπλουμ, έπρεπε να κυβερνηθεί. Και έτσι οδηγηθήκαμε στη δεύτερη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ. Αυτή η κυβέρνηση έθεσε τέσσερεις στόχους. Ο πρώτος ήταν η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών. Ο δεύτερος, παράλληλος με τον πρώτο, ήταν η αποκατάσταση της οικονομίας, με τρόπο κοινωνικά βιώσιμο. Ο τρίτος αφορούσε τη διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα της ΔΕΗ και ο τέταρτος ήταν η λειτουργία του Ταμείου Αξιοποίησης της Δημόσιας Περιουσίας με τρόπο που δεν θα οδηγούσε στην εκποίησή της. Ταυτόχρονα, υπήρχε και η ιδέα ενός «παράλληλου προγράμματος» που θα αφορούσε τους ασθενέστερους. «Οι περισσότεροι ήθελαν να αναλάβουν την ευθύνη της υλοποίησης του "παράλληλου προγράμματος", ενώ λίγοι την ευθύνη της υλοποίησης των μνημονιακών δεσμεύσεων» (σ. 357).
Δεν είναι ψέμα αυτό. Εδώ ίσως καταλαβαίνουμε και τις σημερινές ενστάσεις του Τσίπρα για κάποιους εξ αυτών των συνεργατών. Ακολούθησε το μαρτύριο των «αξιολογήσεων» και οι συνεχείς πιέσεις του ΔΝΤ για μειώσεις συντάξεων και του αφορολόγητου, παρόλο που η χώρα έπιανε τους στόχους που της είχαν τεθεί. Βεβαίως, παραμόνευε και ο Σόιμπλε. Και επειδή όσοι έχουν μείνει σ’ όσα γράφτηκαν για το βιβλίο επιμένουν πως «ο Τσίπρας δεν κάνει αυτοκριτική», αξίζει να σημειώσω τα παρακάτω λόγια του, «αν και προσπαθήσαμε να εισαγάγουμε προοδευτικά στοιχεία, αυτά έμειναν κυρίως στο επίπεδο του εισοδήματος, χωρίς να φτάσουμε στον πυρήνα της ανισότητας, δηλαδή τη συσσώρευση πλούτου» (σ. 377).

Πάντως, αυτοί οι τέσσερεις στόχοι, άλλος λίγο άλλος πολύ, κατά τον συγγραφέα επιτεύχθηκαν. Θα μπορούσαν καλύτερα και χωρίς τους ΑΝΕΛ, αναρωτιέμαι; Θα μπορούσαν, αλλά η ιστορία δεν αλλάζει και κανείς πρέπει να κοιτά και μπροστά και όχι μόνο πίσω. Το ηφαίστειο ΑΝΕΛ εξερράγη με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Μια Συμφωνία που μια πραγματικά ευρωπαϊκή χώρα θα την είχε κάνει 35 χρόνια πριν. Αυτή η Συμφωνία πρέπει να πιστωθεί στους ηγέτες της Ελλάδας και της Βόρειας Μακεδονίας, στον Τσίπρα και τον Ζάεφ. Και όσον αφορά την ονομασία της γλώσσας και της εθνότητας, ο Αλέξης Τσίπρας με πειστικά επιχειρήματα αποδεικνύει πως αυτή είχε γίνει αποδεκτή πολλά χρόνια πριν, ακόμη και από Έλληνες δεξιούς ηγέτες, όπως ο Ευάγγελος Αβέρωφ.
Εξάλλου, γι’ αυτό και ο τρισμέγιστος και πολυαγαπημένος Πάπας Φραγκίσκος στην αυτοβιογραφία του εκφράστηκε με πολύ θετικά λόγια για τον Αλέξη Τσίπρα.
Προσωπικά όμως με εντυπωσίασαν όλα όσα περιγράφει για το Προσφυγικό στο Κεφάλαιο «Η Οδύσσεια των άλλων» και την προσπάθεια που καταβλήθηκε, ώστε αυτοί οι άνθρωποι να μην αντιμετωπίζονται ως απορρίμματα. Θα μείνω μόνο στο πώς εξηγεί τη φράση του «οι θάλασσες δεν έχουν σύνορα». Εννοούσε πως τη θάλασσα «δεν μπορείς να την περιφράξεις με συρματόπλεγμα και τείχη» και πως δεν γίνεται «να επιτρέψουμε να πνίγονται άνθρωποι στη θάλασσα» (σ. 494). Εξάλλου, γι’ αυτό και ο τρισμέγιστος και πολυαγαπημένος Πάπας Φραγκίσκος στην αυτοβιογραφία του εκφράστηκε με πολύ θετικά λόγια για τον Αλέξη Τσίπρα, για τον οποίο έγραψε πως πρόκειται για έναν άνθρωπο «προς τον οποίο έχω βαθύ σεβασμό, ενός πολιτικού που ήξερε ν’ αγωνίζεται για το καλό του λαού του» (Ελπίδα. Η αυτοβιογραφία, μτφρ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Gutenberg, 2025, σ. 267). Δεν θα ήθελα να το κρύψω, αν αυτό ενδιαφέρει καμία και κανένα, πως οι προσωπικές μου απόψεις για τον πρώην πρωθυπουργό, επηρεάστηκαν πάρα πολύ από το πώς τον αντιμετώπιζε ο Πάπας Φραγκίσκος.

Τα χρόνια της αντιπολίτευσης
Και παρόλο που τα δύσκολα για τη χώρα ήταν την περίοδο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, τα δύσκολα για τον ΣΥΡΙΖΑ ήρθαν μετά απ’ αυτήν. Αναφέρομαι στα χρόνια της αντιπολίτευσης. Στις εκλογές του Ιουνίου του 2019, ο Τσίπρας παρέδωσε την εξουσία ο ίδιος στον επόμενο πρωθυπουργό, σε αντίθεση με τον Αντώνη Σαμαρά, που είχε εγκαταλείψει το Μαξίμου χωρίς να υποδεχθεί στα σκαλοπάτια του τον τότε νέο Πρωθυπουργό. Η παράδοση έγινε κανονικά και «με τον νόμο», σε πείσμα των ανοησιών που είχαν γραφεί όλο αυτό το διάστημα πως ο ΣΥΡΙΖΑ «είναι εχθρός της δημοκρατίας» και «θέλει να κάνει δικτατορία».
Έτσι, συμπληρώνει: «Βρεθήκαμε με την πλάτη στον τοίχο».
Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση το 2019 είχε χάσει μόνο τέσσερεις μονάδες από το ποσοστό που είχε λάβει τον Σεπτέμβριο του 2015, όμως τον Μάιο του 2023 έχασε έντεκα μονάδες και άλλες τρεις τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Τι έφταιγε γι’ αυτό; Προφανώς, η αντιπολίτευση που άσκησε δεν ήταν η πιο ενδεδειγμένη. Ο Τσίπρας το αναγνωρίζει. Γράφει «...βρεθήκαμε ως Αντιπολίτευση να τραγουδάμε ένα παλιό σκοπό. Να ασκούμε μια παρωχημένη κριτική. Εμφανίζαμε τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως αυτό που ήταν και παραμένει: ένας νεοφιλελεύθερος πολιτικός. Ενώ όμως προειδοποιούσαμε ότι θα επέβαλλε σκληρές περιοριστικές πολιτικές τύπου "Πινοσέτ" (...) αυτό δεν επιβεβαιωνόταν στην πράξη. Γιατί μπορούσε να εφαρμόζει, αξιοποιώντας τα μεγάλα ευρωπαϊκά κονδύλια, μια ιδιότυπη επεκτατική πολιτική, έστω βαλκανικού τύπου. Να μοιράζει, με απλά λόγια, χρήμα» (σ. 590). Λόγω του κόβιντ φυσικά.

Έτσι, συμπληρώνει: «Βρεθήκαμε με την πλάτη στον τοίχο». Από τη μια, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε την άνεση να μοιράζει επιδόματα και από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ δεχόταν μια κατά μέτωπο επίθεση από το αντί-ΣΥΡΙΖΑ μπλοκ. Το οποίο, σύμφωνα με τον συγγραφέα, δεν μπορούσε να αντέξει να του παίρνει από τα χέρια του την εξουσία, ένας άνθρωπος που δεν ανήκε σε κάποιο «τζάκι». Και αυτό έχει μεγάλη δόση αλήθειας, την οποία «δεν έπιασαν/πιάσαμε» και πολλοί αριστεροί και σοσιαλδημοκράτες που κάποια στιγμή παρασύρθηκαν από αυτό το Μέτωπο στ’ όνομα της καταπολέμησης του λαϊκισμού.
Βεβαίως, το κακό δεν είχε ολοκληρωθεί. Ο πρώην πρωθυπουργός υπερασπίζεται την απόφασή του να ζητήσει την εκλογή ηγέτη από τη βάση. Αυτή όμως η εκλογή με ανοικτό μητρώο έφερε τον τυφώνα Κασσελάκη, όπως στη ΝΔ είχε φέρει τον «πατριώτη» Αντώνη Σαμαρά. Τον Κασσελάκη τον πλήρωσε πολύ ακριβά ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και θα τον πληρώνει για πολύ η όλη Αριστερά. Ανεξαρτήτως τού αν δεν τον στήριξε, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, ο τυφώνας αυτός ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής της εκλογής από μια ρευστή βάση. Πολιτική που μετατρέπει τα κόμματα σε μετακόμματα και την Αριστερά σε μετά-Αριστερά.
Και τώρα τι;
Πού όμως βρίσκεται το σημαντικότερο σημείο στο βιβλίο; Ο Τσίπρας αναγνωρίζει πως η ήττα του νεοφιλελεύθερου σχεδίου προϋποθέτει τη σύγκρουσή του με αυτό στη βάση ενός εναλλακτικού σχεδίου που θα αντιμετωπίζει το τρίγωνο διαφθοράς και διαπλοκής της πολιτικής με το χρήμα, τα ΜΜΕ και τον κρατικοδίαιτο επιχειρηματικό συνασπισμό. Ένα σχέδιο απάντησης στην ηγεμονία του trickle down economy, σύμφωνα με την οποία αρκεί να συγκεντρώνεται ο πλούτος στα υψηλά και μετά αναπόφευκτα κάτι θα διαχέεται προς τα κάτω.
Στο τέλος του βιβλίου, στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Πυξίδα» δίνεται σε αδρές γραμμές, αλλά με ικανοποιητικό τρόπο, το σχεδιάγραμμα ενός τέτοιου κόμματος και προγράμματος.
Η σοσιαλδημοκρατία και η ριζοσπαστική Αριστερά δεν είχαν απαντήσεις σ’ αυτό, γι’ αυτό και ο συγγραφέας στην αυτοκριτική του για τον ΣΥΡΙΖΑ της μεταπολίτευσης γράφει: «Χρειαζόμασταν ένα κόμμα που θα διευρυνόταν ως τη Σοσιαλδημοκρατία, διατηρώντας όμως τα ριζοσπαστικά και λαϊκά χαρακτηριστικά του» (σ.544). Στο τέλος του βιβλίου, στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Πυξίδα» δίνεται σε αδρές γραμμές, αλλά με ικανοποιητικό τρόπο, το σχεδιάγραμμα ενός τέτοιου κόμματος και προγράμματος. Αλλά και στην ομιλία του στην παρουσίαση του βιβλίου του στην Αθήνα μίλησε για ένα big bang στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας και της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Βεβαίως σε κάτι τέτοιο δεν χωρούν αντιλήψεις του τύπου «έχουμε την κυβέρνηση, αλλά όχι την εξουσία», που ο πρώην πρωθυπουργός, όπως όλα δείχνουν, ξεπέρασε παραδίνοντας με κάθε σεβασμό τη σκυτάλη στον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά και «σοσιαλδημοκράτες» που δεν κατανοούν πως το Κράτος Πρόνοιας είναι προϋπόθεση της ανάπτυξης για τους πολλούς και όχι ακολούθημά της.
Στο βιβλίο του ο πρώην πρωθυπουργός αναφέρεται στη φράση του Μαρξ για «τον τυφλοπόντικα» της Ιστορίας που έκανε τη δουλειά του σκάβοντας για να έλθει στην επιφάνεια το όραμα για μια ζωή με ισότητα και ελευθερίες. Λέτε να υπάρχει ακόμη αυτός ο τυφλοπόντικας στην Ελλάδα και στον κόσμο όλο; Οψόμεθα.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και δρ. Κοινωνιολογίας. Το νέο του βιβλίο «Τι δημοκρατίες θα υπάρχουν το 2050; – Μεταδημοκρατία, μεταπολιτική, μετακόμματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Απόσπασμα σχετικό με την παράδοση της εξουσίας
«Θέλησα να υπενθυμίσω πως η εναλλαγή στη διακυβέρνηση αποτελεί θεμέλιο λίθο της Δημοκρατίας και πως δεν είχα καμία πρόθεση να επαναλάβω τη στάση του προκατόχου μου. Αντιθέτως προανήγγειλα ότι θα υποδεχόμουν τον νέο Πρωθυπουργό στο Μέγαρο Μαξίμου, για να του παραδώσω τη σκυτάλη της διακυβέρνησης και να τον ενημερώσω υπεύθυνα για τα κρίσιμα ζητήματα που είχε διαχειριστεί.
Όχι ότι τους απασχολούσε, αλλά η στάση μου ήταν μια απάντηση θεσμικής συμπεριφοράς σε όλους τους προπαγανδιστές της θεωρίας πως ο ΣΥΡΙΖΑ απειλούσε τους θεσμούς και τα θεμέλια της φιλελεύθερης Δημοκρατίας στην Ελλάδα» (σ. 563).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Αλέξης Τσίπρας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1974. Είναι διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, με μεταπτυχιακές σπουδές στην Πολεοδομία και τη Χωροταξία.
Διετέλεσε Γραμματέας του Κεντρικού Συμβουλίου της Νεολαίας Συνασπισμού από το 1999 ως το 2003. Το 2008, στο 5ο Συνέδριο του Συνασπισμού της Αριστεράς, των Κινημάτων και της Οικολογίας, εξελέγη Πρόεδρος του κόμματος και επανεξελέγη στο 6ο Συνέδριο, τον Ιούνιο του 2010. Εξελέγη Πρόεδρος του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ) από το ιδρυτικό συνέδριο του κόμματος, τον Ιούλιο του 2013.
Στις εθνικές εκλογές του Οκτωβρίου του 2009 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Α’ Αθηνών και ανέλαβε Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ. Από τον Ιούλιο του 2012 ως τον Δεκέμβριο του 2014 διατέλεσε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015 εξελέγη βουλευτής Ηρακλείου. Στις 26 Ιανουαρίου 2015 ορκίστηκε Πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας, αξίωμα το οποίο ανέλαβε εκ νέου στις 21 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους.
Από τον Ιούλιο του 2019 ως τον Ιούνιο 2023, ηγήθηκε της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Στις 6 Οκτωβρίου 2025, υπέβαλε την παραίτησή του από βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ.
























