
Για τη συλλογή κειμένων του Γιώργου Μαρκόπουλου «Σε πλάγιο φωτισμό, Κείμενα για πρόσωπα, γεγονότα, ημέρες» (εκδ. Κέδρος).
Γράφει ο Βαγγέλης Δημητριάδης
«Η φύση του ποιητή δεν είναι αισιόδοξη» [σ. 197]
Παρά την εισαγωγική και καταληκτική ποιητική δήλωσή του ότι δεν θα κάνει παιδιά, ο Γιώργος Μαρκόπουλος (ΓΜ) έτεκε παιδίον νέον. Το όνομα αυτού, Σε πλάγιο φωτισμό, ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα, μέσα από το οποίο παρατηρεί και περιγράφει τον κοινωνικό και ποιητικό εαυτό του, το περιβάλλον και τους ανθρώπους που γνώρισε και τον επηρέασαν με τη δύναμη της προσωπικότητας, της αγωνιστικότητας και του πολυεπίπεδα παρεμβατικού έργου τους στις τέχνες, τα γράμματα, και την κοινωνία.
O ΓΜ, αναπολώντας τη ζωή του, αποκαλύπτει τις βαθύτερες αιτίες που επώασαν με την πάροδο του χρόνου τις συνθέσεις του, εξηγεί με παραστατικές ποιητικές εικόνες γιατί γράφει και καταθέτει τα συναισθήματα που ένιωσε για τους απερχόμενους φίλους με αγωνιστική παρουσία στα φοιτητικά κινήματα, στην κοινωνία και στα γράμματα όπως τον αυτόχειρα Αλέξη Τραΐανό (Ζαβατάρη), τον Γιώργο Παπαλεονάρδο, τον Στέλιο Λύτρα (Πούλο), τον Στάθη Πρωταίο κ.ά. μέχρι τον πρόσφατα χαμένο Λεύκιο Ζαφειρίου.
Αναφερόμενος στους σταθμούς που επηρέασαν τη λογοτεχνική εξέλιξή του, μνημονεύει τον Γιώργο Σεφέρη, τον οποίο γνώρισε αυτοπροσώπως σαν μαθητής και συνόδευσε σαν φοιτητής το φέρετρό του στην πάνδημη κηδεία του το 1970. Μνημονεύει επίσης τις τρεις συναντήσεις του με τον έτερο νομπελίστα μας, που ξεκίνησαν απ’ όταν ο ΓΜ ήταν 17χρονος μαθητής. Θεωρούσε τιμή του να γνωρίζει και να συνομιλεί με ποιητές πρώτου μεγέθους όπως τον Ελύτη, τον οποίο θεωρούσε αθάνατο – δεν πήγε, ομολογεί, στην κηδεία του για να μη νιώσει την απώλειά του. Η γνωριμία και η φιλία του με τον Λειβαδίτη του επιτρέπει να μας μεταφέρει άγνωστες πληροφορίες για την καθημερινότητα και τον ανθρώπινο χαρακτήρα του ποιητή.
Σήμερα νιώθει βαθιά πολιτικοποιημένος κι ας έχασε το σφρίγος της νιότης του. Η έναρξη της μεταπολιτευτικής περιόδου και οι συμπεριφορές των συντρόφων και συναδέλφων τον είχαν απογοητεύσει. Αναθυμάται 40 χρόνια αργότερα το Πολυτεχνείο και τους αντιστασιακούς αγώνες των φοιτητών, στιγμιότυπα των οποίων περιγράφει παίρνοντας αφορμή από εκδηλώσεις μνήμης, θανάτους, εκδοτικά γεγονότα, εκθέσεις κτλ. Παράλληλα, αναφέρει με ωμότητα πραγματικές αφηγήσεις σεξουαλικής παρενόχλησης φτωχών, ανίσχυρων να αντισταθούν, γυναικών και παιδιών.
Τα πρόσωπα και τα γεγονότα
Πλέκει το εγκώμιο του φίλου γραμματολόγου και κριτικού της γενιάς του '70 και της κυπριακής ποίησης Αλέξη Ζήρα· δεν κρύβει την απεριόριστη αγάπη του στον Γιάννη Πατίλη, την ποιητική πορεία του οποίου εκτίμησε από την πρώτη του επαφή μαζί του και αναθυμάται τη συμπόρευσή τους σε πολιτιστικά δρώμενα· στέκει με θαυμασμό στο έργο του Δημήτρη Χατζή και τονίζει την επίδρασή του στον ίδιο και στους συμφοιτητές του στα χρόνια της δικτατορίας· παραδέχεται την ωφέλεια που αποκόμισε στη γλωσσική του συγκρότηση και μόρφωση από τον Γιάννη Βαρβέρη και στη σταδιοδρομία του από τη Ρούλα Κακλαμανάκη. Περιγράφει με ζωντάνια τους λόγους που αγάπησε την προσφυγική ΑΕΚ και παινεύει τον Νίκο Οικονομίδη για την εικαστική αποτύπωση της ιστορίας του συλλόγου τους σε λεύκωμα.
Οι αφηγήσεις ανάμνησης του ΓΜ διαθέτουν την αμεσότητα του βιώματος και ανασύρονται από το παρελθόν με αφορμή συνειρμικές χρονικές συνδέσεις με πρόσωπα και γεγονότα. Είναι φανερό ότι η αποτύπωση συνδυάζεται με αναθεωρητικά στοιχεία που καταγράφονται με τη μορφή προσωπικού κριτικού σχολίου. Συνήθως εκφράζεται σαν νοσταλγός αφηγητής. Οι ανάριες αρχικές εντυπώσεις πυκνώνουν με την πάροδο του χρόνου. Οι αναφορές του είναι οργανωμένες σε στρογγυλές δεκαετίες, εμφανίζονται δεμένες μεταξύ τους ποικιλοτρόπως και εύκολα μπορούν να ταξινομηθούν ειδολογικά. Εξάλλου, η ημερολογιακή διάταξή τους είναι προσχηματική, δεν ανταποκρίνεται στο παρόν της γραφής, αλλά ανατρέχει στο παρελθόν με σημείο στήριξης ένα μεταγενέστερο παρόν που του επιτρέπει να ανασκαλεύει αναδρομικά τη ζωή του και να επεμβαίνει στα του εαυτού του και ως παρατηρητής και ως υποκείμενο παρατήρησης.
Οι οικογενειακές αναμνήσεις ανακαλούνται επίσης μέσα από φωτογραφικό υλικό στο οποίο δίνει υπόσταση και ζωντάνια ή κάποιο εικαστικό λεύκωμα
Τον Αύγουστο του 2021, λόγου χάριν, γράφει για τη μετακόμιση της οικογένειάς του από τη Μεσσήνη στην Αθήνα το μακρινό 1965, αναφέρει τους πρώτους μήνες στο 2ο Γυμνάσιο Αρρένων και τον ρόλο της φιλίας στην προσπάθεια ενσωμάτωσής του στη σχολική κοινότητα. Αναφέρει τους φίλους που έκανε εκείνη την περίοδο με πρώτο και καλύτερο τον Μιχάλη Μαζαράκη, που έχασε κι αυτόν πρόωρα. Οι οικογενειακές αναμνήσεις ανακαλούνται επίσης μέσα από φωτογραφικό υλικό στο οποίο δίνει υπόσταση και ζωντάνια ή κάποιο εικαστικό λεύκωμα, όπως του πατριώτη του ζωγράφου Νίκου Παναγιωτόπουλου, που εκθέτει προσωποποιημένα τα σπίτια της πατρώας γης. Οι αναφορές σε στιγμιότυπα της παιδικής ηλικίας, όπως κάποια οικογενειακή συνεύρεση σε γιορταστικές ή καθημερινές μέρες, αναπολήσεις έντονα γραμμένες στη μνήμη του, εμφανίζονται και εμπλουτίζουν το μεταγενέστερο, παρωχημένο αλλά διαρκές παρόν του. Η μαζική μετανάστευση των νέων με ελάχιστα ανταλλάγματα για τους ίδιους και την πατρίδα, η «εξόδιος» αποχαιρετιστήρια διασκέδαση της οικογένειας, των φίλων, των χωριανών και η συνοδεία τους μέχρι το τρένο… είναι νοσταλγικές καταθέσεις ψυχής όπως και το τελευταίο κείμενο, το αφιερωμένο στις αναμνήσεις της φίλτατης Μεσσήνης.
Για το νέο κύμα της δεκαετίας του ’60 αναφέρει πως η συνεχώς ανερχόμενη ποιότητά του ανακόπηκε από τη δικτατορία, για να συνεχιστεί μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Πέρα από την ποίηση, ο ΓΜ από τα χρόνια της νεότητάς του αγάπησε τα βιβλία, το θέατρο, τα εικαστικά, τη μουσική, το ποδόσφαιρο. Σε αυτούς τους χώρους κινήθηκε, ανέπτυξε επωφελείς συμπεριφορές και απέκτησε σπουδαίες γνωριμίες όπως την Εύα Κοταμανίδου, ηθοποιό, συνοδό της ομάδας των ποιητών. Σε αυτούς τους οικείους χώρους διατυπώνει καίριες επισημάνσεις. Για το νέο κύμα της δεκαετίας του ’60 αναφέρει πως η συνεχώς ανερχόμενη ποιότητά του ανακόπηκε από τη δικτατορία, για να συνεχιστεί μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Οι αναφορές στη βιβλιοφιλία του επαναλαμβάνονται σε κάθε ευκαιρία. Η βιβλιοθήκη του άρχισε να σχηματίζεται από την ηλικία των 12 ετών και χάρη στη γενναιοδωρία καλών φίλων του στον χώρο του βιβλίου μπόρεσε να έχει χιλιάδες ενδιαφέροντες τίτλους.

Τα εικαστικά θέματα
Οι προσεγγίσεις του σε εικαστικά θέματα με αφορμή εκθέσεις ή γνωριμίες είναι πολυαισθητικές και διαισθητικές, χωρίς αξιολογική-μετρική διάθεση· εμφανίζονται σαν ένα θαυμαστικό για το νοηματικό περιεχόμενό τους, που εξαρχής θεωρεί εξαιρετικό. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι τα εικαστικά σχόλιά του είναι η λεκτική ανταπόκριση της καλλιεπούς γραφής του σε ποικίλες ζωγραφικές συνθέσεις που κατά καιρούς τον εντυπωσίασαν. Στην ουσία, πρόκειται για αναδημιουργικά σχόλια που προσδίδουν κίνηση και ζωντάνια στα εν λόγω έργα, επειδή, κατά την αντίληψή του, προσωποποιούν τη φύση και καθιστούν τα χρωματικά αποτυπώματα ζώντα, ομιλούντα, ενσυνείδητα, με δυσδιάκριτα ή εμφανή χαρακτηριστικά γνωρίσματα, σκεπτόμενα, προεκτάσεις της καλλιτεχνικής ευφυίας των δημιουργών τους (Δημήτρης Γέρου, Κωνσταντίνος Ράμμος, Γιάννης Στεφανάκις, Σπύρος Κούκος, Ανδρέας Δεβετζής, Πέτρου Ζουμπουλάκη, Μιχάλη Μανουσάκη κ.ά.).
Με παρόμοιο τρόπο, επιχειρεί να ανασκευάσει την άποψη ότι ο Μήτσος Παπανικολάου (1900-1943) ανήκει στην κατηγορία των ελασσόνων ποιητών και υποστηρίζει ότι πρόκειται για εξέχοντα μοντερνιστή.
Για παράδειγμα, σχολιάζοντας έναν πίνακα ζωγραφικής γράφει: «Η φύση πένθιμη, διαποτισμένη από τη χαρμολύπη μιας περίεργης χειμερινής ανθοφορίας. Μια τουφεκιά ακούγεται στον ουρανό της και πέφτει η ψυχή μας, πουλί». (σ. 47) Με αυτό τον τρόπο, ο ΓΜ απαντάει συμπληρωματικά (τουλάχιστον) στους θεωρητικούς των τεχνών, οι οποίοι προσεγγίζουν τα έργα πρωτίστως με επιστημονικά και εκλογικευμένα κριτήρια και δευτερευόντως ή καθόλου με το συναίσθημα. Με παρόμοιο τρόπο, επιχειρεί να ανασκευάσει την άποψη ότι ο Μήτσος Παπανικολάου (1900-1943) ανήκει στην κατηγορία των ελασσόνων ποιητών και υποστηρίζει ότι πρόκειται για εξέχοντα μοντερνιστή.
Αναφερόμενος σε εκδοτικούς οίκους, υπενθυμίζει ότι η αξιόλογη πορεία τους οφείλεται στις προσωπικότητες που τους διεύθυναν. Εκθειάζει τις εκδόσεις Κέδρος με τις οποίες συνεργάζεται και δεν ξεχνά το περιοδικό Νέα Πορεία, με τους φίλους εκδότες Τηλέμαχο και Ρούλα Αλαβέρα. Συνάμα αναφέρεται σε ανθρώπους που υποστήριξαν τα πρώτα του κείμενα δημοσιεύοντάς τα στα περιοδικά που εξέδιδαν (Δημήτρης Δούκαρης, Μιχάλης Κατσαρός κ.ά.) Σημαντική η αειθαλής γνωριμία του με τον εκδότη του περιοδικού Εμβόλιμον, Γιώργο Θεοχάρη, από τα προ-φοιτητικά χρόνια, όσο κι εκείνη με τον Κώστα Τσαλαπάτη, στον οποίο απευθύνει ύστατο χαιρετισμό. Πολλά κείμενα του ΓΜ έχουν τη μορφή ιδιότυπων επικήδειων· μνημονεύει όμορφες στιγμές με απόντες παιδικούς φίλους από τα σχολικά χρόνια (Δημήτρη Ρούτση) και αδυνατεί να ξεπεράσει τη συμπεριφορά της κοπέλας που αγαπούσε νεοσύλλεκτος, όταν εκείνη τον εγκατέλειπε στη βαρβαρότητα του στρατού.
Το 2007, μια χρονιά πριν από τη δική του διάγνωση από καρκίνο, παραθέτει ποιήματα που έγραψαν ποιητές που προσβλήθηκαν και πέθαναν από την ανίατη νόσο
Αδιάλειπτη είναι η αίσθηση ότι ο ΓΜ με πλάγιο φωτισμό, τη χρήση δηλαδή ενός ειδικού φίλτρου, και με την εντύπωση ότι ο χρόνος πέρασε σαν αστραπή από τα μάτια του, συγκαλεί ένα προσκλητήριο απόντων ποιητών, καλλιτεχνών, ανθρώπων των γραμμάτων, γεγονότων. Ένα μνημόσυνο με λόγια αισθαντικά, συμπάθειας και αναγνώρισης. Το 2007, μια χρονιά πριν από τη δική του διάγνωση από καρκίνο, παραθέτει ποιήματα που έγραψαν ποιητές που προσβλήθηκαν και πέθαναν από την ανίατη νόσο (έργα από τους Νίκος Καρούζο, Άθω Δημουλά, Ανέστη Ευαγγέλου, Αμαλία Τσακνιά, Στέλιο Λύτρα, Γιώργο Καραβασίλη).
Παρόλο που ο ΓΜ δεν τήρησε απόλυτα τη συμβουλή του Ηλία Πετρόπουλου, που τον προέτρεπε να «έχεις καλές εικόνες, καλές παρομοιώσεις, αλλά να φροντίσεις να είσαι λιγότερο αναλυτικός, λιγότερο επεξηγηματικός» [σ. 205-206], στο τέλος κατόρθωσε να επιβάλει την πλούσια προσωπικότητά του1, όπως στην ποίηση, και στο βιο-αφήγημά του, προτάσσοντας την πλέον λυρική οπτική και αναλυτική διατύπωση που θα μπορούσε να περιέχει ένα τέτοιου είδους πεζογράφημα με τεχνική παρόμοια με της ποίησής του – ιδιαίτερη έμφαση στην επανάληψη φράσεων στην κατάληξη των κειμένων.2 Πάνω απ’ όλα, ο ΓΜ με τον Πλάγιο φωτισμό του διακόνεψε στον υπερθετικό βαθμό τη φιλία.
* Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ είναι ποιητής και εκδότης των περιοδικών «Απόπλους» και «Το τηγάνι».
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1951. Από το 1965 κατοικεί στην Αθήνα. Σπούδασε Οικονομικά και Στατιστική στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιώς. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές, δύο βιβλία με πεζά κείμενα και επτά δοκίμια (ένα για το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση και έξι για το έργο σύγχρονων κυρίως ποιητών).

Το 1996 του απονεμήθηκε το Βραβείο Καβάφη στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Το 1999 το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Μη σκεπάζεις το ποτάμι (Κέδρος, 1998), η οποία το 2000 κρίθηκε υποψήφια, από ελληνικής πλευράς, για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Το 2011 του απονεμήθηκε πάλι το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Κρυφός κυνηγός (Κέδρος, 2010) και το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη για το σύνολο του έργου του. Το 2023, επίσης για το σύνολο του έργου του, το Μεγάλο Τιμητικό Βραβείο του περιοδικού ο αναγνώστης, καθώς και το Βραβείο Λογοτέχνη από τον Σύνδεσμο Πολιτισμού Ελλάδας-Κύπρου στη Λευκωσία.
Έχουν κυκλοφορήσει δύο επιλογές ποιημάτων του στα γαλλικά, σε μετάφραση Μichel Volkovitch, και μία επιλογή ποιημάτων του στα ισπανικά, σε μετάφραση Jose Antonio Moreno Jurado.
























