
Για τη μελέτη του Άλμπρεχτ Ντίτεριχ (Albrecht Dieterich) «Νέκυια» (μτφρ. Μαρία Ευσταθίου, εκδ. Gutenberg). Στην κεντρική εικόνα, ο Τειρεσίας καθώς εμφανίζεται μπροστά στον Οδυσσέα - λεπτομέρεια του πίνακα του Henry Fuseli.
Γράφει ο Γιώργος Βέης
Η κάθοδος στον Άδη και η αίσια επαναφορά του τολμηρού ταξιδιώτη στην επιφάνεια της Γης συναποτελούν, ως γνωστόν, προσφιλή, διαχρονικά θέματα κυρίως της ποίησης. Οι εσχατολογικοί μύθοι, οι οποίοι είναι διάσπαρτοι σε κρίσιμους πλατωνικούς διαλόγους, συστήνουν μιαν εντελώς δυναμική υπερ-πραγματικότητα, ικανή να πείσει τους καλοπροαίρετους αναγνώστες τους. Η δε συγκεκριμένη τυπολογία των μαρτυρίων, τα οποία υφίστανται οι επίορκοι και άλλες διεφθαρμένες ψυχές στην αδέκαστη Κόλαση, αλλά και οι επάξιες, πλούσιες ανταμοιβές των αναμφισβήτητων δικαίων ή άλλως ευσεβών στον εξαίσιο εκείνο Κήπο, δηλαδή στον/στην Παράδεισο, συνιστούν πυλώνες θρησκευτικών δογμάτων εν γένει.
Η συνομιλία με τους νεκρούς προσομοιάζει εν τέλει με ρεαλιστική συνομιλία μεταξύ ζώντων. Μάλιστα, «το πτώμα», ισχυρίζεται ο Ζορζ Μπατάιγ, «με μια έννοια είναι η πιο τέλεια κατάφαση του πνεύματος» (βλ. Η θεωρία της θρησκείας, εκδόσεις Ύψιλον/βιβλία, 1982, σελ.42). Η απόλυτη φθορά του όντος συνιστά μάλλον φενάκη. Η διαιώνιση του άχθους αρούρης, μέσα από διαδοχικές, εννοείται, μορφές, άυλες και ένυλες, προβάλλει τις φύσει και θέσει σαφέστατες προοπτικές της.
Η προκείμενη Νέκυια διερευνά, με ομολογούμενη προσήλωση στις πολλαπλές πηγές, το συναφές χριστιανικό αποτύπωμα. Εμβληματικό έργο. Έτσι κρίνεται προ πολλού και δικαίως. Ανήκει στην ευρύτερη επικράτεια της γερμανικής γραμματολογίας του 19ου αιώνα. Πράγματι σημαίνων κόμβος αναφορών στο πεδίο των διεξοδικών μελετών για την καταγωγή ορισμένων θεμελιωδών στοιχείων του χριστιανισμού. Πρόκειται για την ενδελεχή διερμηνεία των δεδομένων, τα οποία περιέχονται στην Αποκάλυψη του Πέτρου. Βρέθηκε στην Άνω Αίγυπτο πριν από 150 περίπου χρόνια. Είχε αποτελέσει εξαιρετικά επιδραστικό μόρφωμα ιδεών, οι οποίες προκαθόρισαν με τη σειρά τους το ήθος των Χριστιανών επί αιώνες. Δεν την περιέλαβαν όμως στον κανόνα της Καινής Διαθήκης. Παρά ταύτα, οι πιστοί έσκυβαν συχνά πυκνά το κεφάλι τους στις δοξασίες της, εντρυφώντας ιδίως στον κατάλογο των βασανιστηρίων, τα οποία τους ανέμεναν στην Κόλαση, αν πέθαιναν αμαρτωλοί. Αντιστοίχως, τα περί των πολυπόθητων απολαβών στον Παράδεισο συνιστούσαν προφανώς εμφανή κίνητρα για να διάγουν ενάρετο βίο.
Η έκδοση της Νέκυιας και η μέθοδος του Ντίτεριχ
Η Νέκυια εκδόθηκε το 1893, όταν ο κλασσικός φιλόλογος Άλμπρεχτ Ντίτεριχ (1866–1908) ήταν μόλις 27 ετών. Προηγήθηκε εξαντλητική ανιχνευτική δράση στο πλαίσιο τόσο του ελληνικού, όσον και του λατινικού κειμενικού κληροδοτήματος. Αρχίζοντας από τα έπη του Ομήρου, για να φτάσει ως τα ποικίλα πνευματικά προϊόντα της ύστερης αρχαιότητας, η διερεύνηση κατέληξε στο εξής, λυσιτελώς εμπεδωμένο, όπως φάνηκε, πόρισμα: ότι δηλαδή οι πρώιμες εσχατολογικές πεποιθήσεις των χριστιανών εδράζονταν σε αμιγώς ορφικές και πυθαγόρειες εμμονές και όχι σε ιουδαϊκές προκαταλήψεις.
Η μέθοδος συγκριτικής θεολογίας, την οποία συστηματικά τήρησε, τον δικαιώνει για πολλοστή φορά, λαμβάνοντας υπόψιν όλες τις σχετικές ανακαλύψεις των ημερών μας.
Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί για τις απαρχές της εν λόγω εσχατολογίας προκάλεσαν αμέσως, όπως θα περίμενε κανείς, ισχυρές αντιδράσεις και ισάριθμες κριτικές με αρνητικό πρόσημο από λίαν προβεβλημένους επαΐοντες του χώρου. Νεότερα πάντως ευρήματα προστίθενται στα αμάχητα εκείνα τεκμήρια, τα οποία πιστοποιούν ευθέως την εγκυρότητα των ως άνω απόψεων του Άλμπερτ Ντίτεριχ. Ο ίδιος εργάστηκε με υποδειγματικό σθένος. Εξαντλώντας το διαθέσιμο, το πολύτιμο αρχαιογνωστικό καταπίστευμα της εποχής του, αξιοποίησε όσα μέσα και λοιπά εργαλεία μπορούσε να είχε στη διάθεσή του. Η μέθοδος συγκριτικής θεολογίας, την οποία συστηματικά τήρησε, τον δικαιώνει για πολλοστή φορά, λαμβάνοντας υπόψιν όλες τις σχετικές ανακαλύψεις των ημερών μας. Έτσι, νέα κείμενα επιβεβαιώνουν στην πράξη τη σημασία της επιστημονικής του πρόνοιας.
Για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής απομονώνω τα εξής συναφή, καθόλα ενδεικτικά σχόλια:
«Το βιβλίο μάς μεταφέρει σε μια εποχή που η κλασική φιλολογία ήταν η κυρίαρχη ανθρωπιστική επιστήμη και συγγραφείς όπως ο Ντίτεριχ ήταν πραγματικά σοφοί. Για να το πω αλλιώς, τέτοια βιβλία δεν γράφονται πια στις μέρες μας ούτε υπάρχει περίπτωση να βρουν το κοινό τους. H έρευνα στην ψηφιακή μας εποχή έχει διευκολυνθεί απίστευτα, o αριθμός των ερευνητών έχει πολλαπλασιαστεί, το ίδιο και ο όγκος των δημοσιεύσεων, σκέφτομαι όμως ότι αν ο Heiberg ή ο Willamowitz είχαν τη δυνατότητα να δουν το σημερινό ερευνητικό τοπίο (και γνώριζαν τη σύγχρονη αργκό), δεν θα δίσταζαν να μιλήσουν για βιομηχανία παραγωγής "σκουπιδιών"» (βλ. Βασίλης Κάλφας, «Νησίδες», Εφημερίδα των Συντακτών, 26 Απριλίου 2025).
Τονίζω ότι η ευθύβολη μετάφραση σεβάστηκε σε απόλυτο βαθμό το εξαιρετικά απαιτητικό πρωτότυπο. Σημειώνω, επίσης, ότι το χρηστικό επίμετρο είναι εμπλουτισμένο με διαφωτιστικά κείμενα των Δημήτρη Ι Κυρτάτα, Σπύρου Ι. Ράγκου, Γιάννη Ζ. Τζιφόπουλου και της Ναννώς Μαρινάτου. Κοντολογίς, η πολιτογράφηση της Νέκυιας συγκαταλέγεται ασφαλώς στις ιδιαίτερα ευεργετικές πρωτοβουλίες των εκδόσεων Gutenberg.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ είναι πρέσβης επί τιμή και ποιητής. Τελευταίο του βιβλίο, η ποιητική συλλογή κειμένων «Καταυλισμός» (εκδ. Ύψιλον).
Απόσπασμα από το βιβλίο:
«…όποιος αναλογιστεί ότι για τους συγγραφείς της εποχής ο Ορφέας ήταν ο πασίγνωστος εκπρόσωπος της ευρύτατης ποίησης και μιας κυρίαρχης στον ελληνιστικό κόσμο θρησκείας, αυτός θα κατανοήσει ορθά την πεποίθησή μου ότι σε ένα βασικό σημείο ανταλλαγής πέρασαν τόσα πολλά στοιχεία (ίσως όχι παλαιορφικά ή παλαιοπυθαγόρεια) μέσα στη χριστιανική κοινότητα και δεν θα με κατηγορήσει πως ερμηνεύω πάρα πολλά στοιχεία ως ορφικά και τα συνωθώ αυθαίρετά μέσα σε μια απόκρυφη μυστηριακή λατρεία. Δεν είναι σύμπτωση ότι οδηγούμαστε συνεχώς προς αυτήν την κατεύθυνση, ακόμη κι εκεί που δεν θα υπέθετε κανείς: εδώ ακριβώς βρίσκονται οι πηγές του ελληνισμού στον χριστιανισμό[...]Αλλά από όλους τους άλλους χαρακτηριστικούς τύπους αμαρτίας και τιμωριών που απαριθμούνται στην Αποκάλυψη του Πέτρου δεν βρίσκουμε κανένα ίχνος στα παλαιοτέρα ιουδαϊκά αποκαλυπτικά βιβλία. Βρίσκονται όλα στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Προσκομίσαμε λοιπόν και την αρνητική απόδειξη για το γεγονός ότι η κόλαση της Αποκάλυψης δεν είναι ιουδαϊκή και πως ο συντάκτης της δεν άντλησε τις πήγες του από ιουδαϊκές πηγές».
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Άλμπρεχτ Ντίτεριχ (1866–1908) ήταν Γερμανός κλασικός φιλόλογος και μελετητής της θρησκείας. Στο επίκεντρο του ερευνητικού του ενδιαφέροντος ήταν οι παραδόσεις, η θρησκεία και η μυθολογία του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού.
























